POWERED BY

Φόρμα αναζήτησης

Η Ιερά Σύνοδος έκλεισε την πόρτα στη Μόσχα



Μετά την απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου, με την οποία επικυρώθηκε η αναγνώριση της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ουκρανίας και στηρίχθηκε η πρωτοβουλία του Αρχιεπισκόπου να μνημονεύσει τον μητροπολίτη Κιέβου και πάσης Ουκρανίας Επιφάνιο, οι προσδοκίες της Μόσχας έχουν διαψευσθεί. Η Εκκλησία της Ρωσίας αλλά και το ρωσικό κράτος τα τελευταία χρόνια έκαναν μια τεράστια προσπάθεια να υπονομεύσουν το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ώστε να προωθηθεί ο στόχος τους για μετατροπή της Μόσχας σε «Γ’ Ρώμη». Πρόκειται για έναν στόχο που τέθηκε επί της τσαρικής περιόδου, εγκαταλείφθηκε επί σοβιετικής διακυβέρνησης και αναβίωσε επί Βλαντίμιρ Πούτιν και Πατριαρχών Αλεξίου και Κυρίλλου.

Αν κάποιος μελετήσει τις δηλώσεις που έκανε τις τελευταίες ημέρες ο πρέσβης της Ρωσίας στην Κύπρο θα διαπιστώσει ένα πολύ σημαντικό στοιχείο. Αναφερόμενος στον ηγέτη της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ουδέποτε τον ανέφερε ως Οικουμενικό. Ο κ. Οσάτσι αναφερόταν στον κ. Βαρθολομαίο Πατριάρχη Κωνσταντινούπολης. Σημειολογικά, ήθελε να υποβαθμίσει τον πραγματικό ρόλο του Οικουμενικού Πατριάρχη και του Οικουμενικού Πατριαρχείου, θέλοντας να περιορίσει την ισχύ τους σε μια μικρή ορθόδοξη κοινότητα στην Κωνσταντινούπολη.

Ο κ. Οσάτσι πριν από ακριβώς δύο χρόνια σε συνέντευξή του στο Κανάλι 6 και τον Γιώργο Παυλίδη δεν είχε κρύψει το πώς αντιλαμβάνονται ο ίδιος και η χώρα του τον ρόλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου και του Πατριάρχη Βαρθολομαίου. Επίσης δεν είχε αποκαλέσει ούτε μία φορά τον Οικουμενικό Πατριάρχη με τον τίτλο του. Αναφερόταν συνεχώς στον «Βαρθολομαίο», υποστηρίζοντας ότι το εκκλησιαστικό πρόβλημα στην Ουκρανία το δημιούργησαν οι Αμερικανοί που παρεμβαίνουν στα θρησκευτικά ζητήματα. Ο κ. Οσάτσι διερωτήθηκε: «Ποιους εκπροσωπεί ο Βαρθολομαίος; Δεν έχει ποίμνιο», ενώ ο Πατριάρχης Μόσχας εκπροσωπεί 140 εκατομμύρια ορθόδοξους Ρώσους.

Κατά τον πρέσβη της Ρωσίας στην Κύπρο, «ο Βαρθολομαίος» έχει επιλέξει τη διάσπαση της Ορθοδοξίας στην Ουκρανία για να αποκτήσει επιρροή και ποίμνιο. Ισχυρίστηκε ακόμα πως «ο Βαρθολομαίος» συμπεριφέρεται σαν τον Πάπα της Ρώμης και δεν έχει κανένα δικαίωμα να παραχωρεί αυτοκεφαλία σε άλλες Εκκλησίες γιατί κατά την άποψή του αυτό είναι θέμα της Συνόδου των Ορθόδοξων Εκκλησιών. Ο Στ. Οσάτσι αμφισβήτησε και το δικαίωμα του Οικουμενικού Πατριάρχη να άρει το ανάθεμα που είχε αποφασίσει το Πατριαρχείο Μόσχας κατά των ηγετών των δύο Ορθόδοξων Εκκλησιών της Ουκρανίας (Φιλαρέτου και Μακαρίου), λέγοντας πως αυτό αφορούσε το Πατριαρχείο Μόσχας το οποίο έχει και την κυριαρχία στους ορθόδοξους της Ουκρανίας. Το μόνο που είχε ξεχάσει ο κ. Οσάτσι είναι πως και η Εκκλησία της Ρωσίας έγινε αυτοκέφαλη με Τόμο του Οικουμενικού Πατριάρχη και μάλιστα με εκβιασμό και απάτη την περίοδο της Τουρκοκρατίας, όταν το Οικουμενικό Πατριαρχείο ήταν «αιχμάλωτο».

Απίστευτη κοσμοσυρροή πιστών σε εκκλησία στην Ορούντα… σε απευθείας σύνδεση μάλιστα!

Η «Τρίτη Ρώμη»

 

Ο δημοσιογράφος – συγγραφέας Αλέξανδρος Μασσαβέτας στο βιβλίο του «Τρίτη Ρώμη» κάνει μια εμπεριστατωμένη αναδρομή στην πολιτική της Μόσχας για μετατροπή της σε οικουμενικό κέντρο της Ορθοδοξίας.

Όπως αναφέρει στον «Π», η φράση «Τρίτη Ρώμη» εμφανίσθηκε λίγο μετά την Άλωση και απηχεί μία λαϊκή δοξασία που αναπτύχθηκε στο τότε Πριγκιπάτο της Μοσχοβίας. Σύμφωνα με αυτήν, μετά την πτώση της Πόλης στους αλλόθρησκους, η Μόσχα, πρωτεύουσα του μόνου εναπομείναντος ορθόδοξου κράτους, προοριζόταν να τη «διαδεχθεί» στην ηγεσία της Ορθοδοξίας. Το αφήγημα που θέλει τη Μόσχα «Τρίτη Ρώμη» αποτελεί σταθερά των ρωσικών λαϊκών δοξασιών μέχρι σήμερα. Κατά τον Αλ. Μασσαβέτα, το ουσιαστικό κέρδος από μια τέτοια (απίθανη) εξέλιξη θα ήταν πολιτικό: θα αυξανόταν σημαντικά η ρωσική επιρροή στις ορθόδοξες χώρες, με οχήματα την Εκκλησία και την Ορθοδοξία. Πρόκειται δηλαδή για ένα σχέδιο του ρωσικού κράτους, γεωπολιτικού χαρακτήρα. Στο παρελθόν η Ρωσία, σημειώνει ο Αλ. Μασσαβέτας, χρησιμοποιούσε συχνά την Εκκλησία ως μοχλό εκρωσισμού εντός των συνόρων και ως όργανο ήπιας ισχύος στο εξωτερικό, κάτι που συνεχίζει να κάνει.

 

 

Η «εταιρεία» της διείσδυσης

 

Η Ελλάδα και η Κύπρος τα τελευταία χρόνια έγιναν πεδίο «τουρισμού» μελών της «Αυτοκρατορικής Ορθόδοξης Παλαιστινιακής Εταιρείας». Ο επικεφαλής της «Εταρείας», πρώην πρωθυπουργός της Ρωσίας και ηγέτης των μυστικών υπηρεσιών Σ. Στεπάσιν, βρέθηκε πολλές φορές στην Κύπρο για επαφές με τον Αρχιεπίσκοπο και μητροπολίτες, δείχνοντας μια ιδιαίτερη προτίμηση στη Μητρόπολη Ταμασού.

Όπως αναφέρει ο συγγραφέας Αλ. Μασσαβέτας, η «Αυτοκρατορική Ορθόδοξη Παλαιστινιακή Εταιρεία» ιδρύθηκε επί Αυτοκρατορικής Περιόδου και έδρασε στις οθωμανικές επαρχίες που αντιστοιχούσαν στη σημερινή περιοχή Συρίας, Λιβάνου, Παλαιστίνης και Ιορδανίας. Καθοδηγείτο από τις ρωσικές μυστικές υπηρεσίες και στόχευε στην «αναδιαμόρφωση» της Ορθοδοξίας στη Μέση Ανατολή, ώστε να αυξηθεί εκεί η ρωσική επιρροή. Προκειμένου να επιτύχει τον στόχο αυτόν, η ρωσική πολιτική προσπάθησε να εξωθήσει τους Άραβες ορθόδοξους (κληρικούς και λαϊκούς) σε εξέγερση κατά του ελληνικού ανώτατου κλήρου, που επί αιώνες ήλεγχε τα τέσσερα πρεσβυγενή Πατριαρχεία (Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων).

Οι ρωσικές προσπάθειες πέτυχαν στην επικράτεια της Αντιόχειας, όπου τους Έλληνες αρχιερείς αντικατέστησαν Άραβες ορθόδοξοι υπό την επιρροή της Μόσχας. Ο «αφελληνισμός» του Πατριαρχείου θεωρήθηκε μεγάλη νίκη της ρωσικής εκκλησιαστικής διπλωματίας.

Ο Αλέξανδρος Μασσαβέτας επισημαίνει πως τα τελευταία χρόνια παρατηρούμε μια ιδιαίτερα έντονη δραστηριότητα αυτής της «εταιρείας», τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Κύπρο, με συνεχείς επισκέψεις του επικεφαλής της και πρώην πρωθυπουργού της Ρωσίας Σεργκέι Στεπάσιν.

Για την ιστορία να αναφέρουμε πως η «Αυτοκρατορική Ορθόδοξη Παλαιστινιακή Εταιρεία» διαλύθηκε μετά τη Ρωσική Επανάσταση, ενώ αναβίωσε το 1992 για να αποτελέσει ξανά βραχίονα των μυστικών υπηρεσιών. Τη στελεχώνουν, όπως αναφέρεται και στο βιβλίο «Τρίτη Ρώμη», πρώην κατάσκοποι και πρόσωπα του στενού περιβάλλοντος του Πούτιν.

 

 

Θρησκευτικός ιμπεριαλισμός

Όπως αναφέρει στον «Π» ο συγγραφέας Αλ. Μασσαβέτας, η στενή σχέση της με την εξουσία χαρακτηρίζει τη Ρωσική Εκκλησία από την εποχή των Μεγάλων Πριγκίπων της Μοσχοβίας (15ος αι.). Η σχέση αυτή έλαβε τη μορφή της υποτέλειας επί Μεγάλου Πέτρου: εκείνος κατήργησε το 1700 το Πατριαρχείο Μόσχας (συσταθέν το 1589). Όρισε ως ανώτατο διοικητικό όργανο της Ρωσικής Εκκλησίας την Ιερά Σύνοδο, της οποίας προΐστατο ανώτατος γραφειοκράτης και όχι μητροπολίτης. Η Εκκλησία, από την εποχή εκείνη και έως το 1917, αποτελούσε στην πράξη κρατική υπηρεσία. Οι τσαρικές αρχές την επιστράτευσαν σε πολλές περιπτώσεις για να διεγείρουν τον ρωσικό εθνικισμό, να προωθήσουν τη συμμόρφωση προς το «μοναρχικό καθεστώς», αλλά και τον πολιτισμικό εκρωσισμό των κατακτημένων λαών (Ουκρανών, Γεωργιανών, Μολδαβών) και θρησκευτικών μειονοτήτων (Ελληνοκαθολικών ουνιτών).

Το 1917, με πρωτοβουλία της μεταβατικής κυβέρνησης του Αλεξάντερ Κέρενσκι, το Πατριαρχείο Μόσχας αναβίωσε, για να καταργηθεί εκ νέου από τους Μπολσεβίκους στο πλαίσιο της αθεϊστικής προπαγάνδας το 1923. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει πως το επανασύστησε ο Στάλιν το 1943, κατά τον «Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο», προκειμένου να συστρατεύσει την Εκκλησία -παραδοσιακό φορέα του ρωσικού εθνικισμού- στην πολεμική προσπάθεια. Ο Στάλιν διέταξε ιερείς να πραγματοποιήσουν υπερπτήσεις πάνω από τα αναχώματα της Μόσχας και να ρίξουν αγιασμό. Ο δικτάτωρ προσπάθησε -αμφισβητώντας τα πρωτεία του Οικουμενικού Θρόνου- να συγκαλέσει πανορθόδοξη σύνοδο στη Μόσχα, το 1948, η οποία θα ανακοίνωνε τη «μεταφορά του πρωτείου» στην τελευταία.

Καθ’ όλη τη σοβιετική περίοδο, η ανώτατη ιεραρχία του Πατριαρχείου διατήρησε αγαστή συνεργασία με τις αρχές και τις μυστικές υπηρεσίες. Αυτή συνεχίσθηκε και τη μετασοβιετική περίοδο. Λίγο πριν αρχίσει η τρίτη προεδρική θητεία του Πούτιν, εκείνος στράφηκε στην Εκκλησία ζητώντας αρωγή και νομιμοποίηση, την ώρα που στις ρωσικές μεγαλουπόλεις σημειώνονταν σφοδρές αντικαθεστωτικές διαδηλώσεις. Η Εκκλησία στήριξε τη βίαιη καταστολή τους, ενώ ο ίδιος ο Πατριάρχης Κύριλλος αναφέρθηκε στη διακυβέρνηση του Πούτιν ως «θεόσταλτο θαύμα». Ο Πούτιν έχει χαρακτηριστικά δηλώσει πως η Ορθοδοξία και το πυρηνικό οπλοστάσιο της Ρωσίας αποτελούν όπλα που προστατεύουν το ρωσικό κράτος.

 

 

Η μάχη για την Ουκρανία

 

Ο Αλ. Μασσαβέτας επισημαίνει πως «ιστορικά ο θεσμός της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας είναι συνυφασμένος όχι μόνο με τον εθνικό χαρακτήρα μιας Ορθόδοξης Εκκλησίας αλλά και με την ύπαρξη ανεξάρτητου κράτους, στην επικράτεια του οποίου λειτουργεί». Σημειωτέον εδώ πως η Εκκλησία της Κύπρου αποτελεί εξαίρεση, καθώς αναγνωρίσθηκε ως αυτοκέφαλη από την Οικουμενική Σύνοδο της Εφέσου (431) χάρη στη θεμελίωσή της από τον Απόστολο Βαρνάβα. Κατά τον Αλ. Μασσαβέτα στην περίπτωση της Ουκρανίας οι ιστορικές και πολιτικές παράμετροι δυσκολεύουν την εκκλησιαστική χειραφέτηση της χώρας. Η Εκκλησία «πασών των Ρως» της Μόσχας βλέπει τις ρίζες της στο Κίεβο και στη «βάπτιση των Ρως» στον Δνείπερο από τον Βολοντίμιρ τον Μεγάλο (το 988). Θεωρεί, έτσι, πως η απώλεια του Κιέβου θα την αποκόψει από τις ρίζες της. Παράλληλα, η απώλεια της Ουκρανίας θα καταρρίψει τον ισχυρισμό του Πατριαρχείου Μόσχας πως είναι Πατριαρχείο «πασών των Ρως» και εκπροσωπεί όλους τους απογόνους του μεσαιωνικού εκείνου βασιλείου (Ρώσους, Ουκρανούς και Λευκορώσους). Η κατάρριψη του αφηγήματος περί «υπερεθνικής Εκκλησίας» θα συντρίψει το διεθνές της κύρος. Παράλληλα, η «Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία», που ελέγχεται από το Πατριαρχείο Μόσχας, αντιπροσώπευε το 40% όλων των ενοριών του Πατριαρχείου. Αυτές τώρα σιγά-σιγά περνούν στη δικαιοδοσία της Αυτοκέφαλης «Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας», και το Πατριαρχείο Μόσχας χάνει μεγάλο αριθμό πιστών και τεράστια περιουσία.

Διαμεσολάβηση στο Κυπριακό για… έλεγχο και επιρροή επιδιώκει η Μόσχα

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.