Φόρμα αναζήτησης

Η γάτα που ήρθε πρόσφυγας απ’ την Κερύνεια

Έναν ολόκληρο χρόνο. Τόσο παρέμεινε έγκλειστη, βρίσκοντας καταφύγιο στο ξενοδοχείο Dome της Κερύνειας μαζί με άλλους 800 Κερυνειώτες, η οικογένεια Καριόλου το 1974. Η γλυκύτατη Τασούλα Καριόλου, 92 ετών σήμερα, αφηγούμενη τη ζωή της στον «Π», θυμάται την ημέρα που τελείωνε ο εγκλεισμός τους στο ξενοδοχείο και υποχρεώθηκαν από τους Τούρκους κατακτητές της πόλης να φύγουν για τις ελεύθερες περιοχές.

Μαζί με τον άντρα της Ανδρέα, τον γνωστό θαλασσόλυκο και δύτη της Κερύνειας, και τον μικρότερό της γιο, τον Μάριο, γιατί τον Γλαύκο τον είχαν πιάσει αιχμάλωτο, μπήκαν στο αυτοκίνητό τους που ήταν παρκαρισμένο έξω από το Dome, αλλά δεν έφυγαν κατευθείαν για τη Λευκωσία. Έκαναν παράκαμψη για μια στάση στο σπίτι τους. Να το δουν, ήταν η τελευταία φορά κι ας μην το έβαζε με τίποτα ο νους τους, να πάρουν λίγα μικροπράγματα, ένα βιβλίο, κανένα φόρεμα και πολλές απ’ τις φωτογραφίες τους, πριν πάρουν τον δρόμο για τη Λευκωσία. Κι εκεί συνέβη το αναπάντεχο. Το κατοικίδιό τους, η ψιψινέλ ή Χιούη όπως την έλεγε ο Μάριος, όσο κράτησε η αιχμαλωσία τους στο Dome καθόταν στο σπίτι και τους περίμενε.

«Αλήθεια, εκείνη η γατούλα Γλαύκο μου», λέει με τρυφερότητα η γηραιά κυρία απευθυνόμενη στον γιο της ο οποίος μας συνόδευσε στο σπίτι της μητέρας του για αυτή τη συνέντευξη, «σκέφτομαι, τόσο καιρό που έμεινε και πρόσεχε το σπίτι… Και για αυτό την πήραμε μαζί μας στην προσφυγιά». Κι ποιος να το ‘λεγε πως θα ζούσε και η πιστή γατούλα την προσφυγιά. Τον πρώτο καιρό στη Λευκωσία, στο σπίτι εκεί δίπλα στον Πεδιαίο, των αδελφικών φίλων τους Νεοπτόλεμου και Μαρίας Μιχαηλίδη, του γνωστού αρχιτέκτονα που τους φιλοξένησε για τρεις μήνες, και μετά στην οικία που τους δόθηκε, μια τουρκοκυπριακή στη Λάρνακα. Εκεί όπου ακόμα διαμένει η ίδια τέσσερις δεκαετίες μετά τον ξεσπιτωμό…

Μια πολύ ευγενική φυσιογνωμία, μια γλυκύτατη κυρία η Τασούλα Καριόλου. Στην αγαπημένη γωνιά του σπιτιού της με φόντο έναν αμφορέα από το αρχαίο ναυάγιο και τις φωτογραφίες του αγαπημένου της Ανδρέα που έφυγε πολύ νωρίς

Η θεία Ευφροσύνη

Η Τασούλα Προεστού Καριόλου γεννήθηκε το 1928 στον Άγιο Ερμόλαο της Κερύνειας. Ο πατέρας της Χριστόδουλος Προεστός καταγόταν από τη Λάπηθο και ήταν αδέλφια με την Ευφροσύνη Προεστού, τη γνωστή Κυρά της Λαπήθου που έσωσε τα 12 παλικάρια το 1974 από βέβαιο θάνατο φιλοξενώντας τους επί έναν μήνα στο σπίτι της. «Ήταν μαμή η θεία μου. Γεννούσε τις γυναίκες και πήγαινε στα τούρκικα χωριά με τη μούλα. Καβαλίκευε τη μούλα και πήγαινε να ξεγεννήσει τις Τουρκάλες. Ήταν πολύ καλός άνθρωπος. Με το σπαθί στο χέρι τις μέρες που φιλοξενούσε τους στρατιώτες. Κανένας να μην τη ρωτήσει τίποτε και κανένας να μην μπει στο σπίτι που ήταν κρυμμένα τα παιδιά. Κάθε μέρα ξυπνούσε, ράντιζε το πάτωμα, γιατί μέσα το σπίτι της γιαγιάς μου ήταν χώμα και άρχιζε το ζύμωμα για να φάνε αυτά τα παλικάρια».

Τη δεκαετία του ’50 για μπάνιο στη θάλασσα της Κερύνειας

Ο ξενιτεμός του πατέρα

Η Τασούλα έζησε στον Άγιο Ερμόλαο μέχρι τα 12 της χρόνια. Τα πρώτα χρόνια του γυμνασίου πηγαινοερχόταν στη Λευκωσία αλλά μετά, κάπου αρχές του ’40, μετακόμισαν μαζί η μάνα και όλα τα αδέλφια, πέντε συνολικά, στη Λευκωσία, για να μπορέσουν να συνεχίσουν τις σπουδές τους στο γυμνάσιο. Η ίδια τελείωσε την Αμερικανική Ακαδημία.

Οι μνήμες της απ’ το χωριό είναι καλές και κακές. Καλές γιατί ήταν ήσυχα και ξέγνοιαστα, πολύ αθώα και ανθρώπινα, θυμάται που έπαιζαν βασιλέα με τα άλλα παιδιά στις γειτονιές που ακόμα δεν υπήρχαν αυτοκίνητα. Και κακές γιατί, όπως μας εξηγεί, κάποια στιγμή όταν η ίδια φοιτούσε στο δημοτικό σχολείο και ο μικρότερος αδελφός της ήταν δύο χρονών, αναγκάστηκαν να αποχωριστούν τον πατέρα τους Χριστόδουλο Προεστό, που έφυγε μετανάστης στην Αφρική. Στο Κονγκό.

Σε μία από τις πύλες της εντός των τειχών πόλης όπου διέμενε στα χρόνια του γυμνασίου η Τασούλα. Εδώ, μαζί με τις φίλες της με τις οποίες πήγαιναν στο Χάρικεϊν τη δεκαετία του ’40 για να φάνε κοκ

Ανταλλακτική κοινωνία

«Είχαμε στο χωριό περιουσία αλλά δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα. Πολύς κόσμος λόγω της φτώχειας σηκωνόταν κι έφευγε». Με λίγα πρόβατα, λίγες αγελάδες όπως είχε ο πατέρας της, λίγες κότες, λίγα κτήματα που δεν είχαν και πολύ νερό, δεν μπορούσε να ζήσει ο κόσμος. Έπρεπε να βρει άλλες πηγές. «Είχαμε ελιές, βγάζαμε λάδι, φυτεύαμε σιτάρι. Μερικά τα πουλούσαμε – τα ανταλλάζαμε με άλλα υπάρχοντα καθώς ο κόσμος τότε δεν είχε χρήματα, έφερνες εσύ χαλλούμι σου έδινα εγώ ψωμί – και τα υπόλοιπα τα κρατούσαμε για τις καθημερινές μας ανάγκες. Στην Αφρική ήταν ήδη ο θείος μου ο Χρίστος, αδελφός της μητέρας μου που του είπε ‘Χριστόδουλε να σε φέρω κοντά μου να δουλέψεις’, και πήγε. Μετά, αφού μεγάλωσαν τα δυο μου αδέλφια πήγαν κι αυτά μαζί του. Δούλευαν στην παραγωγή του καφέ. Πέρασε δύσκολα, μας είπε αργότερα. Αλλά για τη μητέρα μας ήταν μια ανακούφιση τα λεφτά που της έστελνε και ήθελε να μας στείλει όλους στο σχολείο, να μην πάει ο ένας και ο άλλος όχι»…

Για να ξέρουν οι νεότεροι, εκείνη την εποχή η δωρεάν παιδεία τελείωνε στο δημοτικό. Αν ήθελε κάποιος να πάει γυμνάσιο έπρεπε να πληρώσει δίδακτρα. Έτσι μετακόμισαν στην εντός των τειχών Λευκωσία, εκεί κοντά στους αλευρόμυλους Μιτσίδη. Πρώτα πήγε στο Παγκύπριο Γυμνάσιο και μετά στην Ακαδημία.

Για κοκ στο Χάρικεϊν

Κάπου στο 1945 τελείωσε το σχολείο. «Σκεφτόμουν να βρω δουλειά, αλλά η μάνα μας είπε όχι. ‘Δεν θα δουλέψετε, σιγά-σιγά να δούμε τι θα κάνουμε’. Μετά έτυχε το συνοικέσιο του ανδρός μου και με ρώτησε η μάνα μου αν πάω στην Κερύνεια να ζήσω. Της λέω ‘πάω’. Οπόταν πήγαμε με τον Ανδρέα. Όταν τον γνώρισα ήμουν περίπου 24-25 χρονών. Μέχρι τότε ασχολούμουν με τα οικιακά».

Η ζωή της άλλαξε όταν γνώρισε τον άντρα της Ανδρέα Καριόλου και μετακόμισε στην Κερύνεια. Όπως αφηγείται ήταν δύσκολο να πείσει τη μητέρα της να την αφήσει να κυκλοφορεί. Άντε μέχρι το ζαχαροπλαστείο στον Μακρύδρομο, στο Χάρικεϊν για να φάνε κανένα κοκ με τις φίλες της ή σε κάποιον αγώνα ποδοσφαίρου, εκεί που πρωτοείδε και τον Ανδρέα. «Έπαιζε ποδόσφαιρο στην Ομόνοια. Και ερχόταν στη γειτονιά κρατώντας, θυμάμαι, τη βαλιτσούλα του και πήγαινε να παίξει μπάλα». Κάποιες φορές αντάλλαξαν ματιές και χαμόγελα και σε ένα γήπεδο που υπήρχε εκεί στο κολυμβητήριο Λευκωσίας στον Άγιο Ανδρέα. Ένα χωμάτινο γήπεδο, θυμάται.

«Μετά ήρθε να με ζητήσει από τη μάνα μου διότι τότε ο πατέρας ήταν ακόμα έξω. Αυτή δέχτηκε. ‘Αφού τη θέλεις’, λέει, ‘να την πάρεις’. Ήταν όμως αριστερός. ‘Δεν πειράζει’, λέω της μάνας μου. ‘Να δούμε το άτομο. Δεν θα δούμε το κόμμα’».

Νύφη στην Κερύνεια

Ο γάμος έγινε στη Λευκωσία στον καθεδρικό του Αγίου Ιωάννη με ένα όμορφο νυφικό που της το έραψαν οι επιδέξιες ράφτρες και μετά έμεινε στην Κερύνεια. Απ’ το ίδιο βράδυ που παντρεύτηκαν έφυγαν για την Κερύνεια. Ήταν αρχές του ’50 και η Κερύνεια ήταν, λέει, μια όμορφη και ήσυχη πόλη. Στο λιμανάκι υπήρχαν τότε μόλις δυο μαγαζιά, το ένα της Ατσιγγανούς και το άλλο της Τζούλιας, τότε που πωλούσαν σουβενίρ. Τι άλλο από λευκαρίτικα κεντήματα! Οι τουρίστες, πολύ λίγοι. Μετρημένοι στα δάκτυλα.

Εκεί ξεκίνησε να δουλεύει στο κατάστημα «νεωτερισμών» και «παιδικών» του Ανδρέα, του «Αρρή», όπως ήταν γνωστός ο θαλασσόλυκος. Αργότερα αυτό μετατράπηκε σε κατάστημα ειδών για τη θάλασσα. Ο ίδιος, πέρα από την αντιπροσωπεία που είχε και διένεμε κονιάκ και άλλα ποτά στην περιοχή της Κερύνειας, ξεκινούσε τότε, το 1957, την πρώτη σχολή υποβρύχιας κολύμβησης στην Κύπρο και από τότε όργωνε την Ανατολική Μεσόγειο και τα μικρασιατικά παράλια…

Η Τασούλα απέφευγε τη θάλασσα. Τη φοβόταν. Αλλά μια φορά την έπεισε, θυμάται με αγάπη, και την πήγε βόλτα απ’ την Κερύνεια στην Αμμόχωστο και την άφησε κιόλας να οδηγήσει το σκάφος.

Τα βράδια τους περνούσαν όμορφα. Με φίλους. Ειδικά τα Σαββατοκύριακα. Πολύς κόσμος περνούσε απ’ το σπίτι τους. Ο άντρας της έφτιαχνε υπέροχα μπράντι σάουαρ, σαγκρία και άλλα κοκτέιλ που απολάμβαναν με τους φίλους τους στο σπίτι που τους είχε σχεδιάσει ο Νεοπτόλεμος Μιχαηλίδης. «Κύλησε όμορφα η ζωή μου μέχρι το ’74 στην Κερύνεια».

Καλή ζωή, λέει η Τασούλα, είναι η καλή συνεννόηση.

Η ανακάλυψη του ναυαγίου της Κερύνειας

Νύφη στο πλευρό του Ανδρέα Καριόλου. Ο γάμος έγινε στον καθεδρικό του Αγίου Ιωάννη στην παλιά Λευκωσία

 

Τις μέρες που έγινε η ανακάλυψη του ναυαγίου του καραβιού της Κερύνειας «ο άντρας μου πετούσε από τη χαρά του», θυμάται. Ήταν 20 Νοεμβρίου του 1965 και, όπως δήλωσε και ο ίδιος αργότερα σε συνεντεύξεις του, «ήταν η πιο συγκλονιστική στιγμή της ζωής του». Σύμφωνα με τη γυναίκα του, την πρώτη ημέρα που το βρήκε, το έχασε κιόλας διότι του τελείωνε το οξυγόνο και το σκάφος απομακρυνόταν. Δεν είχε αφήσει ούτε ένα σημάδι για να το ξαναβρεί. Μετά από 400 καταδύσεις και ύστερα από τρία χρόνια κατάφερε να εντοπίσει ξανά τον θησαυρό της Κερύνειας ο «Αρρής».

«Όταν το ξαναβρήκε έβαλε σημάδι τον μιναρέ που υπάρχει στην Κερύνεια και κάτι άλλο και το έβρισκε. Η θάλασσα ήταν η μεγάλη του αγάπη. Η πεθερά μου δεν ήθελε. Ήθελε να σταματήσει, αλλά ο ίδιος δεν ήθελε. Από παιδί ψάρευε, έκανε καταδύσεις. Η πεθερά μου η καημένη πάντα μου έλεγε, ‘Τασούλα μου προσπάθησε να τον φύγεις από τη θάλασσα.’ ‘Μα, να μπορέσω εγώ να τον φύγω από τη θάλασσα αφού δεν τον έφυγες εσύ;’ Είχα πάντα έγνοια. Μεγάλη έγνοια. Και έλεγα δόξα σοι ο Θεός όταν τον έβλεπα να έρχεται. Τον Ανδρέα τον αγάπησα, τον θαύμαζα. Αγαπούσε την οικογένεια και τα μωρά. Όση αγάπη και να είχε στη θάλασσα, τα μωρά τα αγαπούσε παραπάνω. Μας φρόντιζε. Ήταν άνθρωπος της προσφοράς. Αυτό δείχνει και η αυτοθυσία του. Εδώ έχασα τον άντρα μου. Εδώ. Στη θάλασσα της Δεκέλειας».

Ήταν το 1977. Μόλις 54 ετών. Είχε δώσει σε μία κατάδυση το τελευταίο του οξυγόνο σε κάποιον σύντροφό του. «Δεν περίμενα ποτέ να τον πάρει η θάλασσα. Κι εκείνος μας έδινε τόσο θάρρος και δεν ήθελε να μας πικράνει. Ήταν ένας χαρούμενος, διασκεδαστικός άνθρωπος. Πήγε με εκείνο που αγαπούσε. Είχα μια καλή ζωή. Αλλά κι αυτή η αναποδιά που ήρθε με την Κερύνεια μας στοίχισε πολλά».

 «Ήταν ένας χαρούμενος, διασκεδαστικός άνθρωπος. Πήγε με εκείνο που αγαπούσε», λέει η Τασούλα Προεστού Καριόλου μιλώντας για τον άντρα της, τον θρυλικό θαλασσόλυκο της Κερύνειας, τον άνθρωπο που το 1965 ανακάλυψε το αρχαίο ναυάγιο.

Η ελπίδα μέσα μου

Αρχές της δεκαετίας του ’50 με τον νεογέννητο γιο της

Η Λάρνακα, όταν μετακόμισαν εκεί το 1975, ήταν για την οικογένεια λύση ανάγκης. Προτιμούσαν την Πόλη Χρυσοχούς. Αλλά έπρεπε να εργαστεί ο Ανδρέας Καριόλου για να βγάζει τα προς το ζην. Η συντήρηση υποβρύχιων αγωγών πετρελαίου ήταν μια δουλειά που έκανε ως δύτης και η οποία μπορούσε ακόμα και στην προσφυγιά να έχει συνέχεια.

«Ποτέ δεν ένιωσα τη Λάρνακα σπίτι μας. Πάντα ήλπιζα ότι θα επιστρέφαμε στην Κερύνεια. Ακόμη και τη μέρα που φεύγαμε από την Κερύνεια, μετά τον εγκλεισμό στο Dome, μετά από τον φόβο που τραβήξαμε εκείνη την εποχή με το πραξικόπημα και έπειτα με την εισβολή, πίστευα αυτό που μας έλεγαν, ότι είναι προσωρινό και θα επιστρέψουμε. Τώρα πια δεν ελπίζω».

 

Στιγμιότυπα από τις συνάξεις στο σπίτι τους στην Κερύνεια.

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.