Φόρμα αναζήτησης

Η Ελένη Λοϊζίδου απαιτεί ακόμα 2 εκατ. ευρώ και φυλάκισή μας

Η εισαγγελέας Ελένη Λοϊζίδου, η οποία προσφάτως «φιλοδωρήθηκε» με μια γενναία αύξηση 43.600 ευρώ ετησίως (όπως και οι υπόλοιποι εισαγγελείς), ελπίζει πως θα αυξήσει περαιτέρω τα εισοδήματά της, με μια νέα αγωγή εναντίον του «Π», του εκδότη της εφημερίδας, του διευθυντή της και έξι δημοσιογράφων. Απαιτεί αποζημιώσεις έως και 2.000.000 ευρώ, για να τα προσθέσει στην απαίτηση άλλης αγωγής για ακόμα 2.000.000, για τα δημοσιεύματα που αφορούσαν τα emails της, που είχαν διαρρεύσει από ρωσικό ιστότοπο το 2017. Παράλληλα διεκδικεί και μερικές ακόμα εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ με άλλη αγωγή που έχει κάνει μαζί με τον υιό της, ο οποίος είχε προσληφθεί στη Νομική Υπηρεσία, από επιτροπή της οποίας προήδρευε ο Κώστας Κληρίδης.

Εκτός από τις αποζημιώσεις, η κ. Λοϊζίδου στις 10 Φεβρουαρίου καλεί στο δικαστήριο τους δημοσιογράφους και τον εκδότη του «Π» «όπως παρουσιασθούν και δείξουν λόγον γιατί να μην φυλακισθούν ή καταβάλουν πρόστιμο…», γιατί όπως ισχυρίζεται παρακούσαμε απαγορευτικό διάταγμα για τα emails της, τα οποία βρίσκονταν στον υπολογιστή της που πέταξε στα σκουπίδια σε χώρα του εξωτερικού! Και ποια είναι η παρακοή κατά την κ. Λοϊζίδου; Ότι τα δημοσιεύματα του 2017 και του 2018 που την αφορούσαν, και είχαν δημοσιευθεί πριν το απαγορευτικό διάταγμα, μπορεί να τα ψάξει κάποιος και να τα βρει στο διαδίκτυο!

Είναι προφανές ότι η «ασυλία» με την οποία ο Κ. Κληρίδης περιέβαλε την υφιστάμενη του, παραλείποντας να τη διώξει για το περιεχόμενο της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας που διέρρευσε, δημιούργησε αποθράσυνση.

Ο «Π» σεβάστηκε και θα συνεχίσει να σέβεται τις διαδικασίες και τη νομιμότητα, αλλά παράλληλα θα προσφύγει σε ευρωπαϊκά και διεθνή σώματα, υπερασπιζόμενος την ελευθεροτυπία, η οποία βάλλεται με ενέργειες κρατικών λειτουργών και την ανοχή ή την ενθάρρυνση ανεξάρτητων θεσμών.

Στην πυρά οι εφημερίδες;

Η εισαγγελέας Ελένη Λοϊζίδου, σε ένορκη δήλωσή της, ισχυρίζεται ότι οι συντάκτες του «Π» δεν σεβάστηκαν απαγορευτικό διάταγμα, το οποίο εκδόθηκε στις 10/1/2018 και δεν επέτρεπε την περαιτέρω δημοσίευση των emails της που είχαν διαρρεύσει σε ρωσικό ιστότοπο, μέχρι την ολοκλήρωση της εκδίκασης σχετικής αγωγής που εκκρεμεί στο δικαστήριο. Ο «Π» παρά τη διαφωνία του σεβάστηκε πλήρως το διάταγμα και από τις 10/1/2018 δεν δημοσίευσε οτιδήποτε σχετικό με το περιεχόμενο των emails της κ. Λοϊζίδου. Ωστόσο η εισαγγελέας ισχυρίζεται ότι στις 2 Δεκεμβρίου 2019 έκανε αναζήτηση στο internet και εντόπισε αναρτημένα τα δημοσιεύματα που είχαν γραφτεί πριν την έκδοση του διατάγματος. Αυτό κατά την ίδια αποτελεί παρακοή! Προφανώς στο Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών βρίσκονται στο αρχείο τα φύλλα του «Π» εκείνης της περιόδου και αν τα αναζητήσει η κ. Λοϊζίδου θα τα βρει. Να υποθέσουμε ότι θα πρέπει να μεριμνήσουμε να καούν, να καταστραφούν και να εξαφανιστούν; Η κ. Λοϊζίδου καλεί λοιπόν στο δικαστήριο τον εκδότη και τους δημοσιογράφους του «Π» για να εξηγήσουν γιατί δεν πρέπει να φυλακιστούν!

Στο απυρόβλητο

Η Ελένη Λοϊζίδου, μετά τη διαρροή των emails της, δεν ελέγχθηκε από τον γενικό εισαγγελέα Κώστα Κληρίδη, για διάπραξη αδικημάτων. Αντιθέτως ο κ. Κληρίδης επέλεξε με προτροπή της υφισταμένης του, του γενικού ελεγκτή Οδυσσέα Μιχαηλίδη και της Εισαγγελίας της Ρωσίας να κινήσει ποινική διαδικασία εναντίον των δημοσιογράφων, δίνοντας οδηγίες στην Αστυνομία για ανακρίσεις. Το περιεχόμενο των emails της Ελένης Λοϊζίδου δεν εξετάστηκε ποτέ, ούτε σε ποινική ούτε σε πειθαρχική έρευνα. Ο κ. Κληρίδης επέλεξε να την αφήσει στο απυρόβλητο, με αποτέλεσμα η Κυπριακή Δημοκρατία να μείνει εκτεθειμένη διεθνώς, κάτι που είχε επισημάνει και ο ίδιος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας με δηλώσεις του. Μετά τη διαρροή των emails ο γενικός εισαγγελέας Κώστας Κληρίδης είχε κληθεί από τον «Π» να σχολιάσει το συμβάν και η απάντησή του ήταν: «Να μην με ξαναενοχλήσετε».

Ήττα για την ελευθεροτυπία – Απορρίφθηκε η ένσταση του «Π» για τα mails Λοϊζίδου

Μόνο πειθαρχικά

Όταν ο Κ. Κληρίδης «αντέδρασε» στις αποκαλύψεις, εξέδωσε ανακοίνωση στην οποία ανέφερε πως αποφάσισε «την έναρξη αστυνομικής έρευνας για το ενδεχόμενο διάπραξης οποιωνδήποτε ποινικών αδικημάτων, σε σχέση με τη φερόμενη υποκλοπή και τη δημοσιοποίηση τηλεπικοινωνιακών δεδομένων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της εισαγγελέως, εφόσον τόσο η υποκλοπή όσο και η δημοσιοποίηση τηλεπικοινωνιακών δεδομένων χωρίς να τηρηθούν οι πρόνοιες του νόμου συνιστούν ποινικό αδίκημα». Με απλά λόγια η πρώτη του αντίδραση ήταν να κινήσει ποινική διαδικασία για τη διαρροή με στόχο τους δημοσιογράφους και όχι για την ουσία της υπόθεσης. Υπό το βάρος των αντιδράσεων για τον χειρισμό του, είχε επανέλθει την ίδια ημέρα λέγοντας πως θεωρεί σοβαρό θέμα τη χρήση «προσωπικού λογαριασμού ηλεκτρονικού ταχυδρομείου για διαβίβαση επικοινωνιών υπηρεσιακού και εμπιστευτικού χαρακτήρα». Επίσης αποφάσισε να μετακινήσει την κ. Λοϊζίδου σε άλλα καθήκοντα, δηλώνοντας πως θα εξετάσει «ενδεχόμενο θέμα τάξης της εμπλεκόμενης εισαγγελέως αναφορικά με τη διαβίβαση στοιχείων προς το αιτούν συνδρομή κράτος, τα οποία στοιχεία εκφεύγουν των αυστηρών ορίων της ενημέρωσης ως προς την εξέλιξη των αιτημάτων του και για συναφή θέματα».

Σαν κωμωδία

Τελικώς η κ. Λοϊζίδου ελέγχθηκε μόνο πειθαρχικώς, σε έρευνα η οποία δεν εξέτασε το περιεχόμενο των emails της. Η πιο αστεία πτυχή αυτής της υπόθεσης ήταν ο ισχυρισμός της εισαγγελέως πως είχε πετάξει τον υπηρεσιακό υπολογιστή της στα σκουπίδια σε κάποια ξένη χώρα… γιατί χάλασε. Όπως αποκάλυψε ο «Π» η ΕΔΥ κατά την πειθαρχική δίκη βρήκε «ένοχη» την κ. Λοϊζίδου στη μία από τις τρεις κατηγορίες γιατί ενήργησε με τρόπο «που δυνατόν να δυσφημήσει το κύρος της δημόσιας υπηρεσίας». Η κατηγορία δεν αφορούσε το πάρε – δώσε με τους Ρώσους, αλλά το ότι χρησιμοποιούσε για υπηρεσιακούς σκοπούς ιδιωτικό λογαριασμό email και «εγκατέλειψε» τον υπηρεσιακό της υπολογιστή στα σκουπίδια σε κάποια ξένη χώρα. Η ΕΔΥ παρά τις επανειλημμένες προσπάθειές μας αρνήθηκε να δημοσιοποιήσει επισήμως την απόφασή της, ενώ η ποινή έχει επιφυλαχθεί.

Στα αζήτητα

Αν και έχουν περάσει περισσότερο από δύο χρόνια, η Αστυνομία και ο γενικός εισαγγελέας δεν ενημέρωσαν ποτέ για το αν έγινε έρευνα και πού κατέληξε σχετικά με την πηγή της διαρροής των emails της κ. Λοϊζίδου. Αυτά είχαν διαρρεύσει από ρωσικό ιστότοπο και θα ανέμενε κάποιος πως το Γραφείο Διερεύνησης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος θα εντόπιζε ποιοι και γιατί διοχέτευσαν τα emails της Ε. Λοϊζίδου. Αυτό μάλλον δεν ενδιέφερε κανέναν αφού ο στόχος ήταν ο «Π» και οι δημοσιογράφοι του, οι οποίοι πέρασαν από ανάκριση για την αναδημοσίευση. Έστω και τώρα ο γενικός εισαγγελέας οφείλει να δώσει εξηγήσεις για το αν έγινε έρευνα για να εντοπιστεί η πηγή της διαρροής και τι αποτέλεσμα είχε. Επίσης η ίδια η κ. Λοϊζίδου, η οποία με πάθος κινεί διαδικασίες κατά του «Π», θα πρέπει να εξηγήσει τι έπραξε για να εντοπίσει αυτούς που παραβίασαν τον ηλεκτρονικό της λογαριασμό και δημοσιοποίησαν τα emails της.

Ελευθερία του Τύπου

Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης σε συνεντεύξεις του για την υπόθεση είχε ταχθεί ξεκάθαρα υπέρ του δικαιώματος των δημοσιογράφων να ερευνούν και να αποκαλύπτουν, στέλνοντας μήνυμα που μάλλον δεν το έλαβε ούτε ο γενικός εισαγγελέας ούτε η Ελένη Λοϊζίδου.

Και ενώ δήλωνε αυτά ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο γενικός εισαγγελέας επιχειρούσε να κλείσει στόματα δηλώνοντας σε συνέδριο πως «δεν επιτρέπεται να γίνονται δημόσιες συζητήσεις, οι οποίες είτε άμεσα είτε έμμεσα τείνουν να επηρεάσουν ή ενδεχόμενα τείνουν να επηρεάσουν τις ανακρίσεις ή τις διαδικασίες, οι οποίες βρίσκονται σε εξέλιξη».

Ο αρμόδιος εκπρόσωπος του ΟΑΣΕ Αρλέμ Ντεζίρ είχε παρέμβει με δήλωσή του εκφράζοντας ανησυχία τόσο για το απαγορευτικό διάταγμα του δικαστηρίου για τα emails της Ε. Λοϊζίδου, όσο και για τις ανακρίσεις δημοσιογράφων που είχε διατάξει ο γενικός εισαγγελέας με τη «φιλική συμμετοχή» του γενικού ελεγκτή, της Ρωσικής Εισαγγελίας και της Ελένης Λοϊζίδου.

Η διεθνής οργάνωση «Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα», στην ετήσια έκθεσή της για το 2018, είχε κάνει επίσης αναφορά στην υπόθεση Λοϊζίδου και στο δικαστικό διάταγμα με το οποίο απαγορεύτηκε η δημοσιοποίηση των emails της, παρά τις διεθνείς αντιδράσεις για την παραβίαση της ελευθερίας του Τύπου.

Ο διεθνής μη κερδοσκοπικός οργανισμός «Ιndex on Censorship» δημοσίευσε επίσης άρθρο για την προσπάθεια φίμωσης των δημοσιογράφων του «Π» σε σχέση με τα emails της εισαγγελέως Λοϊζίδου. Στο άρθρο γινόταν αναφορά και στις ανακρίσεις και στα δικαστικά διατάγματα και στις αγωγές εκφοβισμού.

Επίσης, το X-Index που ασχολείται αποκλειστικά με τα δικαιώματα των δημοσιογράφων σε όλο τον κόσμο σε σχετική έκθεση έκανε αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης Λοϊζίδου, αλλά και στο γεγονός ότι δώδεκα συνολικά δημοσιογράφοι κλήθηκαν στην Αστυνομία για ανάκριση.

Ο γενικός γραμματέας της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δημοσιογράφων, Άντονι Μπελάνγκερ, είχε υπογραμμίσει ότι «οι αρχές πρέπει να σταματήσουν να συμπεριφέρονται στους δημοσιογράφους σαν να είναι εγκληματίες. Στεκόμαστε δίπλα σε αυτούς που θέλουν να αποκαλύψουν την αλήθεια».

Το Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Ελευθερία του Τύπου και των ΜΜΕ (ECPMF) δημοσίευσε άρθρο με τίτλο «Απαγόρευσαν σε κυπριακή εφημερίδα να δημοσιεύσει emails που διέρρευσαν», επικρίνοντας έντονα την προσπάθεια φίμωσης του «Π».

Η Ένωση Συντακτών Κύπρου, με ανακοίνωσή που είχε εκδώσει, όταν άρχισαν οι ανακρίσεις δημοσιογράφων διατύπωνε το ερώτημα «από πότε η διατύπωση άποψης ενέχει χαρακτήρα ποινικού αδικήματος», και καλούσε τις αρμόδιες αρχές να μην δημιουργούν προσκόμματα στην ελευθεροτυπία και στην ελευθερία έκφρασης των ΜΜΕ και των λειτουργών τους και να αναθεωρήσουν τις οδηγίες τους.

Επίσης η επίτροπος Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα Ειρήνη Λοϊζίδου – Νικολαΐδου με ανακοίνωσή της για το ζήτημα των emails είχε σημειώσει ότι ο νόμος δεν απαγορεύει τη δημοσίευση προσωπικών δεδομένων όταν υπάρχει υπέρτερο δημόσιο συμφέρον ενημέρωσης του κοινού. «Το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν είναι απόλυτο δικαίωμα. Πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με τη λειτουργία του στην κοινωνία και να σταθμίζεται με άλλα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας».

Ανέκρουσε πρύμναν

Υπό το βάρος των αντιδράσεων, ο γενικός εισαγγελέας, διά ανακοινώσεως, δημοσιοποίησε την απόφασή του να μην προχωρήσει σε ποινικές διώξεις δημοσιογράφων. Ανέφερε πως αφού μελέτησε «το σύνολο του συλλεγέντος ανακριτικού έργου, έκρινε πως υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης δεν είναι προς το δημόσιο συμφέρον η άσκηση οποιασδήποτε ποινικής δίωξης εναντίον οποιουδήποτε προσώπου, και έδωσε προς την Αστυνομία ανάλογες οδηγίες». Σημείωνε πως στη συγκεκριμένη περίπτωση «εξισορροπήθηκαν και δύο ειδών δημόσια συμφέροντα. Αφενός, το συμφέρον στο δικαίωμα διασφάλισης του απορρήτου των επικοινωνιών (προσωπικών, επαγγελματικών και υπηρεσιακών) και αφετέρου, το συμφέρον του δικαιώματος των πολιτών για ενημέρωση επί θεμάτων δημόσιου ενδιαφέροντος». Παράλληλα ο γενικός εισαγγελέας, «αφού έλαβε υπ’ όψιν σχετική νομολογία, τόσο εθνική όσο και ευρωπαϊκή, όπως επίσης και γενικότερες νομικές αρχές», έκρινε ότι «δεν θα εξυπηρετείτο το δημόσιο συμφέρον εάν ασκείτο ποινική δίωξη, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης».

 

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.