Φόρμα αναζήτησης

Η αγωνία για το αύριο του βασιλικού κρασιού

Τα σταφύλια, αφού απλώθηκαν στον ήλιο για την απαραίτητη αφυδάτωση, μεταφέρθηκαν στο εργοστάσιο του χωριού, όπου αλέστηκαν και ο χυμός φυλάσσεται στις στέρνες ή/και στα ντεπόζιτα για τη ζύμωση, η οποία ακολουθεί αργό ρυθμό, για το νέκταρ με το πλούσιο άρωμα και το κεχριμπαρένιο χρώμα. Ο τρύγος στον Άγιο Κωνσταντίνο ολοκληρώθηκε και η διαδικασία παρασκευής της κουμανταρίας είναι σε εξέλιξη. Κάθε χρόνο, τους μήνες Σεπτέμβριο-Οκτώβριο, περίοδο κατά την οποία συγκομίζονται τα σταφύλια και παρασκευάζεται η περιώνυμη κουμανταρία, εκφράζεται η ίδια έγνοια που αφορά τη μελλοντική βιωσιμότητα των αμπελιών.

Η κουμανταρία πλέον είναι ευπώλητη -θα έλεγε κανείς ότι έχει επανακτήσει τη χαμένη εμπορική της αίγλη, επιστρέφοντας στους παραγωγούς ένα σεβαστό εισόδημα- και συμπληρώνει τον βασικό οβολό μιας οικογένειας, αφού είναι ελάχιστοι αυτοί που έχουν την αμπελουργία ως κύρια ενασχόλησή τους. Τα απότοκα της κλιματικής αλλαγής έχουν επηρεάσει και θα συνεχίσουν να επηρεάζουν το αμπέλι. Κάθε χρόνο ο ίδιος κόπος και ίδια αγωνία για τους αμπελουργούς. Ωστόσο, ένα ερώτημα που γυροφέρνει στο μυαλό των μεγαλυτέρων -οι οποίοι διανύουν την έκτη και έβδομη δεκαετία της ζωής τους- είναι το εξής: «Θα υπάρχει τα επόμενα χρόνια η πρώτη ύλη για την παρασκευή της κουμανταρίας; Εύλογο ερώτημα, αφού διαπιστώνουν ότι το ενδιαφέρον των νεότερων για τη συνέχεια του αμπελιού είναι ελάχιστο, περιστασιακό, έως και ανύπαρκτο.

Προφητικό το χθες

15 χρόνια πριν, η γιαγιά Ελένη καθόταν στην αυλή της στο χωριό (Άγιος Κωνσταντίνος) και κοιτούσε το βουνό που υψωνόταν απέναντι. Τοποθεσία Αγιόπετρα. Αμπελόφυτη περιοχή κάποτε με το κυπριακό μαύρο κυρίως. Βλέπαμε τη γιαγιά συχνά να δείχνει την πλαγιά με το δάχτυλό της και να μονολογεί. «Κάθε παθκιά ήτουν φυτεμένη αμπέλια. Σιγά-σιγά επαρέτησεν τα ο κόσμος. Έναν-έναν ξειλίφκουνται. Ώς την άκραν που έν’ ο κρεμμός έκαμνεν τα ο κόσμος με το άλετρο. Κόποι πολλοί». Κι ύστερα θυμόταν τα αμπέλια της Παπούτσας – περιοχή με απότομη κλίση, που σε κάποια σημεία διέκρινες τις λιγοστές ευκολοβάδιστες πλαγιές. Φημισμένο το μαύρο σταφύλι της Παπούτσας, χάρη στο υψόμετρο και το κλίμα της περιοχής. «Εκρέμμουνταν τα κλωνιά πάνω στες δόμες. Δροσινά σταφύλια. Για να πάμε που το χωρκόν εθέλαμε μιαν ώρα. Εταλαιπωρήτουν ο κόσμος να κουβαλήσει τα σταφύλια με τον γάδαρο. Ένα γομάρι -δυο κοφίνια- κάθε στράτα. Τωρά αλώπως εγινήκαν δάση πάλε. Εγερημώσαν. Ούλλα εννά γερημώσουν, αν δεν πάσιν οι νέοι να τα σάσουν».

Για την παραγωγή της κουμανταρίας, η οποία κατοχυρώθηκε νομοθετικά το 1990 ως ΠΟΠ, χρησιμοποιούνται δυο ντόπιες ποικιλίες σταφυλιών. Το ξυνιστέρι και το μαύρο, αποκλειστικά στην περιοχή της κουμανταρίας την οποία αποτελούν 14 κοινότητες. Στον Άγιο Κωνσταντίνο, θαρρώ και σε όλα τα χωριά όπου υπάρχουν ακόμη αμπέλια, εκφράζεται η ίδια έγνοια: «Τι θα γίνουν τα αμπέλια άμα φύουμεν εμείς;». Το «εμείς» αφορά κυρίως τους σημερινούς 60άρηδες κατά μέσο όρο, οι οποίοι συνεχίζουν να φροντίζουν τα αμπέλια και να στοιχηματίζουν ενδόμυχα ποια θα είναι η επόμενη εγκατάλειψη. Ανατρέχουν στις θύμησες μιας άλλης εποχής, μετρούν τον κόπο τους, αναμετριούνται με την προηγούμενη γενιά, και προσπαθούν να βρουν τον ενωτικό κρίκο με το αύριο. Ζητούμενο το μέλλον του αμπελιού. Το αμπέλι ήταν και είναι για τους πλείστους κατοίκους των κουμανταροχωριών ένα ενισχυτικό εισόδημα. Μάλιστα, σε πολλές περιπτώσεις ακούς ακόμη τη λέξη «συμφέρει», αφού η τιμή της κουμανταρίας ανεβαίνει αργά και σταθερά.

Σχέδια επιδοτήσεων

Τα κατά καιρούς σχέδια επιδοτήσεων είναι ασφαλώς μια ανάσα για όσους ασχολούνται με το αμπέλι. Μήπως όμως θα έπρεπε οι ειδικοί να αντιμετωπίσουν πιο στρατηγικά το θέμα της εγκατάλειψης των αμπελιών; Αν ανατρέξουν, για παράδειγμα, στην παραγωγή αφυδατωμένων σταφυλιών στον Άγιο Κωνσταντίνο, πριν από 15 χρόνια, σίγουρα θα σχηματίσουν μια εικόνα για το ποια θα είναι ενδεχομένως η παραγωγή σε 15 χρόνια από σήμερα, αν δεν προηγηθεί μια πιο συντονισμένη ενέργεια. Κάθε φορά που ανοίγονται τέτοιες συζητήσεις ακούς και την ακόλουθη άποψη: «Ό,τι τζαι να κάμει η κάθε κυβέρνηση, αν δεν έχουν μεράκι οι νέοι να ασχοληθούν με τα αμπέλια τίποτε δεν μπορεί να γίνει». Η άποψη αυτή θα μπορούσε να χαρακτηριστεί απαισιόδοξη. Δυστυχώς, όμως, οι πραγματικές εικόνες μαρτυρούν τα γραφόμενα. Υπάρχει διαφορά στο να επισκεφθεί κάποιος ένα ορεινό χωριό για λίγη ώρα μέσα στο Σαββατοκύριακο -στο πλαίσιο ενός φεστιβάλ- στο να αντικρίσει τις εικόνες μιας οποιασδήποτε άλλης μέρας.

Η εγκατάλειψη σε πολλά χωριά έχει φτάσει σχεδόν στις αυλές των σπιτιών, αφού ένας-ένας οι ηλικιωμένοι αδυνατούν να φροντίσουν περιβόλια και άλλες καλλιέργειες, οι οποίες σταδιακά μετατρέπονται σε μικρές ζούγκλες με όλους τους κινδύνους που συνεπάγονται.

Τα κίνητρα για την αναζωογόνηση της ορεινής υπαίθρου θα μπορούσαν να λειτουργούν ολιστικά και όχι να έχουν σημείο αναφοράς μια κατοικία, ή μια συγκεκριμένη γεωργική έκταση. Η αναζωογόνηση της υπαίθρου επείγει σε πολλές περιπτώσεις γιατί πραγματικά ο χρόνος έχει φανερώσει ήδη τα μελλοντικά του σχέδια για πολλές κοινότητες.

«Η Μεγάλη Κουμανταρία»

Η περίοδος κατά την οποία η οινοπαραγωγική διαδικασία άνθησε στην Κύπρο ήταν η Φραγκοκρατία. Όταν το νησί κατέλαβαν οι Ναΐτες Ιππότες, στην περιοχή της Λεμεσού η στρατιωτική διοίκηση του νησιού la Commanderie έδωσε το όνομά της στο γλυκό νέκταρ, την κουμανταρία. Από τότε άρχισαν εξαγωγές στην Ευρώπη, μετατρέποντας την κουμανταρία σε ένα διεθνούς φήμης κρασί που προτιμούσαν μέχρι και Γάλλοι ευγενείς και βασιλείς. Το 1191 ο Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος κατέλαβε την Κύπρο και την πούλησε στους Ναΐτες Ιππότες. Προτού όμως εκχωρήσει το νησί, δοκίμασε στον γάμο του, που έγινε στη Λεμεσό, το ντόπιο γλυκό κρασί και ενθουσιασμένος από την ποιότητά του το αποκάλεσε «κρασί των βασιλέων» και «βασιλέα των κρασιών». Ακολούθως, το νησί εκχωρήθηκε εκ νέου στον Γάλλο Γκυ ντε Λουζινιάν, η δυναστεία του οποίου διήρκεσε τρεις αιώνες. Τότε έφτασαν στην Κύπρο άποικοι, μεταξύ των οποίων και το Τάγμα Ιωαννιτών Ιπποτών, το οποίο οργάνωσε τη στρατιωτική του διοίκηση, commanderie ή commandaria, σε ένα κάστρο δυτικά της Λεμεσού, γνωστό ως πύργος Κολοσσίου. Γύρω από το κάστρο υπήρχε εύφορη περιοχή με καλλιέργειες σιταριού, βαμβακιού, ζαχαροκάλαμου και αμπελιών. Σε αυτόν τον αμπελώνα κυρίως οφείλει το κρασί τη μετονομασία του σε κουμανταρία. Οι ιππότες τού έδωσαν αυτό το όνομα επειδή παραγόταν στα χωριά που αποτελούσαν φέουδο του τάγματος. Το 1223, σε έναν διαγωνισμό κρασιού που διοργάνωσε ο Γάλλος βασιλιάς Φίλιππος Αύγουστος, η κουμανταρία βραβεύτηκε ως το καλύτερο κρασί. «Έλαμψε πρώτη σαν αστέρι», λέει ο ποιητής Ανρί ντ’ Αντέλι στο ποίημά του «Ο πόλεμος των κρασιών». Η φήμη του κρασιού συνεχίστηκε και κέρδισε επάξια μια θέση ανάμεσα στα καλύτερα και τα πλουσιότερα τραπέζια της Ευρώπης.

Η κουμανταρία στον Άγιο Κωνσταντίνο

Ο Άγιος Κωνσταντίνος είναι ένα από τα 14 χωριά της κουμανταρίας στην Πιτσιλιά, στην επαρχία Λεμεσού, κτισμένο σε υψόμετρο 767 μέτρων στη νότια πλευρά της Παπούτσας. Η κουμανταρία είναι συνδεδεμένη με την ιστορία του χωριού αφού ήταν ένα από τα χωριά που ανήκαν στη La Grande Commanderie του Τάγματος των Ιωαννιτών Ιπποτών. Από το 1191 μέχρι και το 1313 το χωριό ήταν φέουδο και ήταν υπό τη διοίκηση των Ναϊτών Ιπποτών. Αργότερα, με εντολή του Πάπα Κλήμεντος του Ε΄, μετά από αίτημα των κατοίκων, παραχωρήθηκε στο Τάγμα των Ιωαννιτών Ιπποτών.

Το γλυκόπιοτο κρασί

Από τον Ησίοδο ώς τον Όμηρο και από τον Σαίξπηρ ώς τον Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο, οι αναφορές στο «κυπριακό νάμα» ποικίλλουν και μαρτυρούν πως η Κύπρος υπήρξε «εύοινος» όπως την αποκαλεί ο Όμηρος. Ο Όμηρος για να το ξεχωρίσει από τα υπόλοιπα κρασιά το ανέφερε στα έπη του ως το «γλυκό κρασί της Κύπρου». Ο Ευριπίδης το ονόμασε κυπριακό νάμα. Ο γεωγράφος Στράβων αναφέρεται στα ωραία κυπριακά κρασιά, ενώ ο φυσιολόγος Πλίνιος περιλαμβάνει το όνομα της Κύπρου σε μια λίστα παραγωγών χωρών ακριβών κρασιών.

Το γλυκόπιοτο κρασί προτιμήθηκε και υμνήθηκε από πολλούς ξένους περιηγητές και βασιλιάδες που έφτασαν στην Κύπρο, χαρακτηρίζοντάς το «θησαυρό» και «γλυκό σαν Μούσα». Μεταξύ των πολλών αναφορών από ποιήματα, η Elizabeth Browning γράφει: «Το κρασί της Κύπρου είναι τόσο γλυκό, όπως η λύρα των Μουσών. Έχει το χρώμα ενός λιονταριού ή της Ρέας και λάμπει πολύ καλύτερα από ό,τι ποτέ τα μάτια της Παφίτισσας θεάς. Είναι ελαφρύ σαν το βήμα της, και το μέλι που παράγεται από τις μελαψές μέλισσες του Υμηττού δεν μπορεί να ξεπεράσει τη γλυκύτητα των κρασιών της Κύπρου».