Φόρμα αναζήτησης

Φοβόταν μην παρεξηγηθεί ο Μακάριος – Αποκαλυπτικά πρακτικά του Υπουργικού το 1971

Την ανάγκη που οδήγησε στη σύναψη συμφωνίας μεταξύ Κράτους- Εκκλησίας το 1971 για κρατική αρωγή του εφημεριακού κλήρου με αντάλλαγμα τη μεταβίβαση στο κράτος 15. 564 στρέμματα γης σε διάφορα μέρη της Κύπρου (73% στα κατεχόμενα), την οποία ουσιαστικά διαπραγματεύτηκε ο Αρχιεπίσκοπος και Πρόεδρος Μακάριος με τον εαυτό του, αποκαλύπτει η πρότασή του ημερ. 11/2/1971 προς το Υπουργικό Συμβούλιο, αλλά και τα πρακτικά της συνεδρίας του σώματος την ίδια μέρα. Τα έγγραφα που εξασφάλισε ο «Π» κατατέθηκαν στη Βουλή εξ αφορμής της εξέτασης νομοσχεδίου που έρχεται να ρυθμίσει νομικά την εν λόγω συμφωνία (νομοσχέδιο που ετοιμάστηκε τον Ιούνιο του 1973 δεν ψηφίστηκε ποτέ). Η πρόταση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου προς το ΥΣ του, απαντά και στο πρώτο σκέλος του ερωτήματος που υπέβαλε ο βουλευτής του ΑΚΕΛ Σ. Στεφάνου κατά την πρώτη συνεδρία της Επ. Οικονομικών για το θέμα (3/6/2019) ως προς την ανάγκη τότε θέσπισης της συμφωνίας. «Η Εκκλησία Κύπρου κέκτηται σημαντική περιουσία. Δεν είναι όμως αυτή επαρκής για να ανταποκριθεί στις ποικίλες οικονομικές ανάγκες και τα προβλήματά της, και ιδιαίτερα στο πρόβλημα της μισθοδοσίας του εφημεριακού κλήρου», αναφερόταν στην πρόταση. Όπως εξηγούσε ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, «παρά τις προσπάθειες για αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας- οι προσπάθειες αυτές από πολλούς παρεξηγούνται και προβάλλονται ως αντίθετες προς την πνευματική ιδιότητα και αποστολή της Εκκλησίας- δεν νομίζουμε ότι, στο εγγύς μέλλον τουλάχιστον, θα μπορέσει η Εκκλησία να λύσει ικανοποιητικώς το πρόβλημα της μισθοδοσίας του εφημεριακού της κλήρου. Για αυτό και εισηγούμαστε την κρατική αρωγή».

Ποια η ανάγκη τώρα

Από τα πιο πάνω προκύπτει πως παρότι ο Αρχιεπίσκοπος θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί επιχειρηματικά ή για κέρδος την εκκλησιαστική περιουσία, δεν το έπραττε για να μην πάει ενάντια στην αποστολή της Εκκλησίας. Αυτό που μένει να απαντηθεί-αποτελεί και το β’ μέρος του ερωτήματος του κ. Στεφάνου που δεν έχει απαντηθεί- είναι ποια η ανάγκη σήμερα συνέχισης τής εν λόγω συμφωνίας και μάλιστα νομοθετικής ρύθμισής της. Δέον να τονιστεί ότι για το θέμα είχε προβεί σε συστάσεις η Ελεγκτική Υπηρεσία στις ετήσιες εκθέσεις της το 2007 και το 2008. Η τότε γενική ελέγκτρια έγραφε (έκθεση 2008, σελ.303-304) πως «επειδή τα δεδομένα που λήφθηκαν υπόψη για την πιο πάνω απόφαση έχουν διαφοροποιηθεί αισθητά από τότε (π.χ. διαφοροποίηση των αγροτικών σε αστικές περιοχές, απώλεια διαθέσιμης γης λόγω εισβολής, αύξηση των εσόδων της Εκκλησίας κ.λπ.), εισηγήθηκα όπως, λαμβάνοντας υπόψη και τα σημερινά οικονομικά δεδομένα της Εκκλησίας, το θέμα επανεξεταστεί και επαναξιολογηθεί. Ο ΥΠΟΙΚ με πληροφόρησε ότι το θέμα αντιμετωπίζεται μέσα στα πλαίσια των συζητήσεων των οικονομικών σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας».

Αντί της υιοθέτησης των συστάσεων της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, παρότι επί διακυβέρνησης Χριστόφια επιχειρήθηκαν κάποια μέτρα (μείωση κατά 15% της αρωγής, αναθεώρηση του ορισμού ύπαιθρος), η νυν κυβέρνηση τα αναίρεσε, για να ετοιμάσει νομοσχέδιο το 2015 το οποίο κλείδωνε τον αριθμό των επιδοτούμενων ιερέων σε 700 μέχρι το 2025 (ετήσια δαπάνη 6,14 εκατ.). Το νομοσχέδιο του 2015 αποσύρθηκε για να κατατεθεί το νέο νομοσχέδιο, που προβλέπει κλιμακωτή αύξηση των επιδοτούμενων ιερέων, οι οποίοι το 2025 θα φτάσουν τους 850 (7,53 εκατ. δαπάνη για το έτος).

Έφταιξε τη Χρυστάλλα ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Β’

Σε μια ιστορική παρουσία του Χρυσοστόμου Β’ στη Βουλή (11/05/2010), αφού για πρώτη φορά Αρχιεπίσκοπος συμμετείχε σε συνεδρία επιτροπής (Ελέγχου), ηγέρθη και η ανάγκη επανεξέτασης της συμφωνία του 1971. Αφορμή τα όσα καταγράφονταν στην έκθεση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας το 2008. Στη Βουλή, ο Αρχιεπίσκοπος ανέφερε ότι, αν το κράτος θέλει να καταργήσει τη συμφωνία, ας το κάνει. Αργότερα, ωστόσο, από την Αρχιεπισκοπή δήλωσε ότι για το επιμίσθιο που δίνει η κυβέρνηση στους κληρικούς της υπαίθρου, «υπάρχει μια συμφωνία εδώ και 40 ολόκληρα χρόνια. Τώρα, πού το βρήκε η γενική ελέγκτρια του κράτους και το παρουσίασε, απορώ και εξίσταμαι». Διερωτήθηκε δε «γιατί δεν τα έφερνε επί άλλης κυβερνήσεως και τα φέρνει τώρα. Μας βάζουν σε κάποιες υποψίες. Γιατί τόσα χρόνια δεν έθιγε αυτή τη συμφωνία και τη θίγει τώρα;», πρόσθεσε. Βεβαίως, αν ανατρέξει κανείς στην ετήσια έκθεση της κ. Γιωρκάτζη για το 2007 (σελ. 287), θα διαπιστώσει ότι το ίδιο θέμα έθιγε και τότε, όταν Πρόεδρος ήταν ο Τ. Παπαδόπουλος αντί του Δ. Χριστόφια. Δέον περαιτέρω να σημειωθεί πως η αναφορά στη συμφωνία του 1971 δεν συνεχίστηκε στις εκθέσεις της Ελεγκτικής Υπηρεσίας έκτοτε.

Σημειώνεται πως στη συμφωνία το ύψος της μισθοδοσίας των ιερέων είχε καθοριστεί σε ποσό ίσο με το μισό των εκάστοτε απολαβών των πρωτοδιοριζόμενων δασκάλων, με την Εκκλησία να σημειώνει πως παρότι οι δάσκαλοι έχουν αναβαθμιστεί σημαντικά έκτοτε, για τους ιερείς το ποσό έμεινε καθηλωμένο. Πάντως οι εκθέσεις Γιωρκάτζη επιβεβαιώνουν τον Γ. Χαριλάου, διευθυντή του Εκκλησιαστικού Ταμείου, ως προς την ήδη εκμετάλλευση των υπό μεταβίβαση χωραφιών. «Η εν λόγω γη ενοικιάζεται σε ιδιώτες με προσφορές που προκηρύσσονται από το Τμήμα Κτηματολογίου», ανέφερε η τέως γεν. ελέγκτρια, για να εξηγήσει ωστόσο πως η δαπάνη για το Κράτος ήταν το 2008 σε 5,2 εκατ., ενώ τα έσοδα από την ενοικίαση ήταν το ίδιο έτος μόλις 28 χιλ. ευρώ. Υπενθυμίζεται πως από την έναρξη ισχύς της συμφωνία (200 χιλ. λίρες το 1971), που δεν θα επιβάρυνε τα δημόσια οικονομικά σύμφωνα με τον Μακάριο, έχουν καταβληθεί πάνω από 145 εκατ. ευρώ.