Φόρμα αναζήτησης

Έρευνα «Π»: Το σύστημα αλληλοεκμετάλλευσης που προσπερνούμε

Ο υπουργός Δικαιοσύνης παραιτήθηκε, ο αρχηγός Αστυνομίας παύθηκε, οι ευρωεκλογές τέλειωσαν. Οι συγκεντρώσεις έξω από το Προεδρικό, δύο όλες κι όλες, έλαβαν τέλος και τα σχόλια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αφορούν πλέον άλλα ζητήματα. Mε τον εντοπισμό και της σορού της 6χρονης Σιέρα στη λίμνη Μεμί στο Ξυλιάτο το όλο θέμα που προκάλεσε σοκ στην κοινή γνώμη αρχίζει να ατονεί, εν αναμονή βεβαίως της ολοκλήρωσης του ανακριτικού έργου, της έρευνας της Ανεξάρτητης Αρχής Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά της Αστυνομίας και της δίκης του καθ’ ομολογίαν κατά συρροήν δολοφόνου.

Πλην, όμως, οι δολοφονίες των πέντε γυναικών και των δύο κοριτσιών έχουν ξεσκεπάσει και κενά που αφορούν το καθεστώς των μεταναστριών στη χώρα μας, το οποίο λειτουργεί μέσα σε ένα σύστημα (μέσα από νομοθεσίες, πολιτικές και πρακτικές που αφορούν περισσότερα από ένα υπουργεία) το οποίο καθιστά κυρίως τις μετανάστριες οικιακές εργαζόμενες ιδιαίτερα ευάλωτες.

Κενά με τα οποία ουδείς ασχολήθηκε επισταμένως. Ο «Π», αντλώντας στοιχεία από το Μεσογειακό Ινστιτούτο Μελετών Κοινωνικού Φύλου (MIGS) αλλά και με τη βοήθεια της ανεξάρτητης εμπειρογνώμονα για θέματα που αφορούν τα δικαιώματα των γυναικών, την ισότητα των φύλων, τη μετανάστευση και την εμπορία προσώπων Τζόζης Χριστοδούλου, ανοίγει σήμερα ξανά αυτό το κεφάλαιο αναδεικνύοντας τις τρύπες του υφιστάμενου συστήματος που επιτρέπει την εκμετάλλευση και από τους εργοδότες αλλά ενίοτε και από τις ίδιες τις εργοδοτούμενες.

«Οι δολοφονίες των μεταναστριών ξεσκέπασαν την έλλειψη συνεργασίας και την απουσία συλλογικότητας, τη ρητορική μίσους, την εχθρότητα του κόσμου σε όλα τα επίπεδα, αλλά και την αγωνία της κοινωνίας που νιώθει ανασφάλεια στην Κύπρο. Ο κόσμος έχει κουραστεί. Έστειλαν εξάλλου και το μήνυμά τους με την αποχή στις ευρωεκλογές και στις προηγούμενες εκλογές. Έγιναν λεκτικές επιθέσεις και στην κοινωνία των πολιτών. Τα δικαιώματα των γυναικών (μεταναστριών) βρέθηκαν στον βωμό της πολιτικής», σημειώνει η κ. Χριστοδούλου, η οποία προσθέτει πως «δυστυχώς οι νομοθεσίες και οι πολιτικές πολλές φορές ξεσκεπάζουν επίσης τις νοοτροπίες τόσο της κοινωνίας όσο και του κράτους γενικότερα, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι νομοθεσίες και οι πολιτικές καθορίζουν κανονιστικές επιδράσεις ώστε να αποφεύγονται κρούσματα θεσμικού και κοινωνικού ρατσισμού και σεξισμού».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Έρευνα «Π»: Το σύστημα αλληλοεκμετάλλευσης που προσπερνούμε

Γυναικοκτονίες

Η πρωτοφανής αυτή υπόθεση έφερε στην επιφάνεια και τις γυναικοκτονίες -υπάρχει λόγος που ο θύτης είναι άνδρας και το θύμα γυναίκα- αλλά και τις πολλαπλές διακρίσεις που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες γενικότερα όταν πρόκειται για θύματα βίας. Ταυτόχρονα ανέδειξε τις ελλείψεις από μέρους του κράτους όσον αφορά τις γυναίκες μετανάστριες, εντάσσοντας με αυτό τον τρόπο σε αυτές τις πολλαπλές μορφές διακρίσεων λόγω του φύλου, της οικονομικής τάξης και της εθνοτικής καταγωγής. Σύμφωνα με το MIGS, oι γυναικοκτονίες δεν είναι νέο συμβάν. Αρκεί να υπενθυμίσουμε τις δολοφονίες των γυναικών τη δεκαετία του ’60, τις 30 δολοφονίες γυναικών από τους συντρόφους τους μέσα σε 10 χρόνια (2003-2013), ενώ την ίδια ώρα καθημερινά οι γυναίκες αντιμετωπίζουν ποικίλες μορφές βίας. «Δυστυχώς ούτε οι μαζικές δολοφονίες ή βιασμοί αποτελούν νέας μορφής έγκλημα, ειδικότερα σε περιόδους πολέμου. Στην Κύπρο του σήμερα, οι δολοφονίες γυναικών για κάποιους/ες προκαλούν σοκ διότι ζούμε σε περίοδο ειρήνης, σε ένα ευρωπαϊκό κράτος που έπρεπε να μας δημιουργεί αίσθημα ασφάλειας. Οι γυναίκες όμως οποιουδήποτε υπόβαθρου δεν νιώθουν ασφάλεια όταν περπατούν στον δρόμο. Άκουσα επίσης σχόλια ότι δεν πρέπει να σοκαριζόμαστε διότι αυτά συμβαίνουν. Για μένα ωστόσο μια δολοφονία, ένας βιασμός, μια παρενόχληση συνεχίζουν να σοκάρουν» τονίζει η κ. Χριστοδούλου, η οποία εξηγεί πως «κανένας πολίτης, καμία πολίτισσα δεν πρέπει να μένει πίσω. Δεν υπάρχουν πολίτες που οι ζωές τους στοιχίζουν λιγότερο».

Στο σημείο αυτό καίριο και καυστικό είναι το ερώτημα που θέτει η Ευρωπαία συντονίστρια κατά της εμπορίας προσώπων Μύρια Βασιλειάδου: Όποιο άτομο είναι ευάλωτο πρέπει να το εκμεταλλευόμαστε; «Όχι», είναι η απάντηση. Ζούμε όμως σε μια περίοδο που η εκμετάλλευση θεωρείται δεδομένη και είναι εδώ που απαιτείται η πολιτεία να λάβει ουσιαστική δράση.

Ορατές-αόρατες

Παγκοσμίως οι μετανάστριες οικιακές εργαζόμενες είναι μια από τις πιο ευάλωτες ομάδες του μεταναστευτικού πληθυσμού, δεδομένου ότι ο χώρος εργασίας τους περιορίζεται στην ιδιωτικότητα της οικίας του εργοδότη τους και αυτό τις καθιστά «αόρατες». Σύμφωνα με την κ. Χριστοδούλου, «παρότι ορατές στην καθημερινότητά μας επειδή τις βλέπουμε στους δρόμους και στα πάρκα, ειδικά τις Κυριακές όταν έχουν την ημέρα ανάπαυσής τους, όταν πρόκειται για την προστασία τους στην απασχόληση και την πρόσβαση σε άλλες υπηρεσίες, οι οικιακές εργαζόμενες είναι αόρατες ακριβώς επειδή η εργασία σε οικία προστατεύεται από το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή. Αυτή η αορατότητα, η ιδιωτικότητα του σπιτιού, περιορίζει τις αρχές και τονίζει την πλήρη έλλειψη μηχανισμών ελέγχου για να διασφαλιστούν η εφαρμογή και ο σεβασμός της απασχόλησης και των συνθηκών διαβίωσης μιας οικιακής εργαζομένης. Αυτή η κατάσταση τις καθιστά εξαιρετικά ευάλωτες στην εκμετάλλευση».

Σημειώνεται πως στη συντριπτική τους πλειονότητα οι οικιακές εργαζόμενες διαμένουν στο σπίτι του εργοδότη τους και η εξάρτησή τους από αυτόν είναι εξαιρετικά υψηλή. Για όσες εργάζονται σε άτυπη βάση, το ζήτημα της αορατότητας είναι ακόμα πιο βαθύ. Στο σημείο αυτό η κ. Χριστοδούλου τονίζει πως «πολλές φορές το υφιστάμενο σύστημα οδηγεί και μερίδα μεταναστριών στο να το εκμεταλλεύεται ώστε να φύγουν από την οικία, με πολλές καταγγελίες για εκμετάλλευση να μην είναι βάσιμες αφού η πρόθεση είναι να κερδίζουν περισσότερα χρήματα ενώ ταυτόχρονα γίνονται περισσότερο ευάλωτες ως μετανάστριες χωρίς χαρτιά. Είναι σημαντικό να σημειώσω επίσης ότι με βάση έρευνα του MIGS ο όρος εκμετάλλευση έχει διαφορετική έννοια μεταξύ των αρμόδιων αρχών αλλά και μεταξύ των οικιακών εργαζομένων». Στο μεταξύ, παρότι η Κυπριακή Δημοκρατία έχει συγγράψει εθνικά σχέδια δράσης για την ένταξη των μεταναστών/τριών, παρατηρείται απουσία δράσεων που να αφορούν τους/τις οικιακούς/ές εργαζόμενους/ες, παρόλο που αποτελούν τη μεγαλύτερη ομάδα μεταναστών/τριών. «Αυτό ίσως να προκύπτει λόγω του περιορισμού τους στον χώρο εργασίας της οικίας με αποτέλεσμα να μην μπορούν να σχεδιαστούν δράσεις οι οποίες να τις αφορούν λόγω αυτού του περιορισμού», εξηγεί επί τούτου η κ. Χριστοδούλου.

 

Οι λόγοι ζήτησης εργασίας σε οικία και το σύστημα «guest workers»

Η μεταναστευτική πολιτική, σύμφωνα με δηλώσεις πρώην υπουργών Εσωτερικών, στην Κύπρο άλλαξε κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’90 έτσι ώστε οι μετανάστες να μπορέσουν να εργαστούν προσωρινά στη χώρα μας για να αντιμετωπιστεί η έλλειψη εργατικού δυναμικού. Συνεπεία τούτου στην Κύπρο ακολουθείται το λεγόμενο σύστημα «guest workers», πολιτική που στόχευε στη δημιουργία καθεστώτος βραχυπρόθεσμων συμβάσεων για τους μετανάστες, το οποίο περιοριζόταν σε συγκεκριμένους τομείς της οικονομίας, με αποτέλεσμα η οικιακή εργασία να βρίσκεται κάπου στη μέση: εργάζονται στον χώρο της οικίας (χώρος που δεν αναγνωρίζεται ως εργασιακός), αλλά μέσα από συμβόλαια επί πληρωμή.

Η ζήτηση για την εργασία σε οικία οφείλεται σύμφωνα με έρευνα του MIGS στους εξής λόγους:

 

  • Οι Κύπριες γυναίκες είναι ενεργές στην αγορά εργασίας και οι οικιακές εργαζόμενες αντικατέστησαν τις Κύπριες γυναίκες στο σπίτι (με ελάχιστο μισθό, επειδή η οικιακή εργασία δεν θεωρήθηκε ποτέ επίσημη εργασία). «Ωστόσο, αυτό δεν έχει αλλάξει τους συμβατικούς ρόλους των φύλων, αλλά μάλλον έχει βοηθήσει στη διαιώνιση και την ενίσχυσή τους (γυναικεία εργασία το σπίτι)», συμπληρώνει η κ. Χριστοδούλου.
  • Η έλλειψη ενός περιεκτικού συστήματος κοινωνικής πρόνοιας για τους ηλικιωμένους, τα παιδιά και τα άτομα με αναπηρίες καθιστά απαραίτητο για πολλά νοικοκυριά το να απασχολούν μια οικιακή εργαζόμενη σε πλήρη απασχόληση. Οι οικιακές εργαζόμενες αντικατέστησαν ουσιαστικά το κράτος πρόνοιας και δρουν ως οι συμφιλιωτές/τριες της επαγγελματικής και της ιδιωτικής ζωής των Κυπρίων. «Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι το κράτος ενεργεί επίσης ως εργοδότης των οικιακών εργαζομένων σε ορισμένες περιπτώσεις. Για παράδειγμα, όταν πρόκειται για ηλικιωμένους ή άτομα με ειδικές ανάγκες που εξαρτώνται από το εισόδημα της κοινωνικής πρόνοιας, ο μισθός των οικιακών εργαζομένων περιλαμβάνεται στα εισοδήματα που λαμβάνει ένα πρόσωπο από το κράτος, καθιστώντας το κράτος έμμεσο εργοδότη πολλών οικιακών εργαζομένων» εξηγεί η κ. Χριστοδούλου.
  • Η απασχόληση μια οικιακής εργαζόμενης στην Κύπρο έχει γίνει είδος «συμβολικού κεφαλαίου» και ένας τρόπος εκθέσεως της οικονομικής υπεροχής του νοικοκυριού.

«Προσωπικά θεωρώ ότι η Κυπριακή Δημοκρατία έκανε άλματα εκσυγχρονισμού τα τελευταία χρόνια, γενικότερα όσον αφορά τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ωστόσο, υπάρχουν κενά τόσο σε επίπεδο νομοθετικό όσο και σε επίπεδο υλοποίησης και εφαρμογής, που δυστυχώς μεταφράζονται σε οπισθοδρομικές πρακτικές οι οποίες αποδίδονται σε στερεότυπα και προκαταλήψεις που σχετίζονται με το φύλο, την εθνοτική καταγωγή και την οικονομική τάξη. Είναι γεγονός ότι μέσα από τα χρόνια ο τομέας που αφορά την εργοδότηση των οικιακών εργαζομένων ίσως είναι ο μόνος που δεν έχει εκσυγχρονιστεί», καταλήγει η ανεξάρτητη εμπειρογνώμονας Τζόζη Χριστοδούλου.

Αστυνομία και πρωτόκολλα

Τα κρούσματα σεξισμού και ρατσισμού στις τάξεις της Αστυνομίας θα πρέπει να εκλείψουν και να επιδειχθεί η μηδενική ανοχή που επανέλαβε ο νέος αρχηγός Αστυνομίας. Είναι συνεπώς ανάγκη να επαναξιολογηθούν τα πρωτοκόλλα που αφορούν τις καταγγελίες μεταναστών γενικότερα και μεταναστριών θυμάτων βίας, χωρίς διάκριση με βάση την εθνοτική καταγωγή τους ή το καθεστώς νομιμότητάς τους. Το εξαγγελθέν Σπίτι της Γυναίκας, στο οποίο θα πρέπει να παρέχονται υπηρεσίες μεταφραστή, μπορεί να συμβάλει σε αυτό. Με βάση το τελευταίο, το Υπουργείο Εσωτερικών θα μπορούσε να επαναξιολογήσει την άρση επιφύλαξης του άρθρου 59 της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης που αφορά τη βία κατά των γυναικών. Ταυτόχρονα πρέπει να εξεταστούν τρόποι με τους οποίους σε περίπτωση άρσης της επιφύλαξης να μην υπάρξει εκμετάλλευση του συστήματος από τις μετανάστριες, αφού ήταν και ο αρχικός λόγος της επιφύλαξης. Καταληκτικά, είναι θέση των αρμόδιων ΜΚΟ πως θα πρέπει να ακολουθούνται τα πρωτόκολλα που αφορούν τις καταγγελίες μεταναστριών. Να τοποθετηθούν μηχανισμοί ελέγχου καταγγελιών σε κάθε αστυνομικό σταθμό. Να υπάρχει ένα κεντρικό σημείο το οποίο θα λαμβάνει όλες τις καταγγελίες, τηλεφωνικές και άλλες, καθημερινά ώστε να παρακολουθείται εάν ο κάθε αστυνομικός σταθμός ενήργησε βάσει των πρωτοκόλλων.

«Παρότι ορατές στην καθημερινότητά μας επειδή τις βλέπουμε στους δρόμους και στα πάρκα, όταν πρόκειται για την προστασία τους στην απασχόληση και την πρόσβαση σε άλλες υπηρεσίες, οι οικιακές εργαζόμενες είναι αόρατες ακριβώς επειδή η εργασία σε οικία προστατεύεται από το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή. Αυτή η αορατότητα, η ιδιωτικότητα του σπιτιού, περιορίζει τις αρχές και τονίζει την πλήρη έλλειψη μηχανισμών ελέγχου για να διασφαλιστούν η εφαρμογή και ο σεβασμός της απασχόλησης και των συνθηκών διαβίωσης μιας οικιακής εργαζομένης. Αυτή η κατάσταση τις καθιστά εξαιρετικά ευάλωτες στην εκμετάλλευση».

«Προσωπικά θεωρώ ότι η Κυπριακή Δημοκρατία έκανε άλματα εκσυγχρονισμού τα τελευταία χρόνια, γενικότερα όσον αφορά τα ανθρώπινα δικαιώματα. Είναι ωστόσο γεγονός ότι μέσα από τα χρόνια ο τομέας που αφορά την εργοδότηση των οικιακών εργαζομένων ίσως είναι ο μόνος που δεν έχει εκσυγχρονιστεί», τονίζει η ανεξάρτητη εμπειρογνώμονας Τζόζη Χριστοδούλου.