Φόρμα αναζήτησης

Εκτεταμένα δικαιώματα στους λομπίστες στο ν/σ γα διαφάνεια

Με σκεπτικισμό υποδέχθηκαν χθες στην κοινοβουλευτική Επιτροπή Θεσμών, το νομοσχέδιο για τη διαφάνεια στις διαδικασίες λήψης δημόσιων αποφάσεων, το οποίο υποχρεώνει 44 ομάδες αξιωματούχων, προεξάρχοντος του Προέδρου της Δημοκρατίας, να δέχονται να συναντηθούν με εγγεγραμμένα πρόσωπα στο μητρώο «αντιπροσώπων ομάδας ειδικού ενδιαφέροντος». Το μητρώο συστήνεται με το νομοσχέδιο και θα παρακολουθείται από την Ανεξάρτητη Αρχή κατά της Διαφθοράς, η οποία συστήνεται με τη σειρά της με έτερο νομοσχέδιο που κατατέθηκε στην Επιτροπή Νομικών. Στόχος των δύο επιτροπών, σύμφωνα με τον πρόεδρο της Επιτροπής Θεσμών Ζαχαρία Ζαχαρίου είναι να οδηγηθούν μαζί τα δύο νομοσχέδια προς ψήφιση στην ολομέλεια. Από πλευράς Νομικής Υπηρεσίας ζητήθηκε όπως η ψήφιση γίνει πριν το τέλος του 2019, οπότε η Κύπρος θα ενημερώσει την επιτροπή GRECO του Συμβουλίου της Ευρώπης για τον τέταρτο γύρο αξιολόγησης της χώρας σε θέματα πάταξης της διαφθοράς.

Ο ίδιος ο πρόεδρος της Βουλής Δημήτρης Συλλούρης παρέστη πάντως χθες στην έναρξη της συζήτησης του νομοσχεδίου, προκειμένου όπως φάνηκε να καταγράψει τον προβληματισμό του ότι με το νομοσχέδιο παραβιάζονται θέσεις αρχής του Σώματος. «Γιατί όχι απαγόρευση» του lobbying, διερωτήθηκε ο κ. Συλλούρης για να απαντήσει από πλευράς του Υπουργείου Δικαιοσύνης ο γενικός διευθυντής Ανδρέας Ασσιώτης ότι «το νομοσχέδιο αποτελεί απάντηση της κυβέρνησης στον τρόπο αντιμετώπισης του φαινομένου της διαφθοράς. Η διαφάνεια,» υποστήριξε ο κ. Ασσιώτης, «υποβοηθεί στην πάταξη» και «αυτή είναι η βασική αρχή του νομοσχεδίου». Στο νομοσχέδιο η διαφάνεια επιτυγχάνεται μέσω της δημόσιας ανάρτησης του μητρώου αντιπροσώπων ομάδας ειδικού ενδιαφέροντος, οι οποίοι θα είναι υποχρεωμένοι να εγγραφούν στο μητρώο, όποτε προκύπτει συζήτηση (επανα)ρύθμισης του τομέα στον οποίο έχουν συμφέρον ή δραστηριοποιούνται. Σύμφωνα τόσο με τον κ. Ασσίωτη όσο και με την εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας στη χθεσινή συνεδρίαση, το νομοσχέδιο αντιγράφει το αντίστοιχο της Σλοβενίας, το οποίο θεωρείται από διεθνείς οργανισμούς ως το καλύτερο πρότυπο για τη ρύθμιση του φαινομένου συμμετοχής ομάδων ενδιαφέροντος στη λήψη δημόσιων αποφάσεων.

Παρά τη στήριξη από πλευράς Νομικής Υπηρεσίας στο νομοσχέδιο, με την εκπρόσωπο του γενικού εισαγγελέα να τονίζει ότι με τη ρύθμιση μπαίνουν σε τάξη «και άλλα πράγματα» όπως η σύγκρουση συμφέροντος, η προστασία πληροφοριοδοτών και η εργοδότηση πρώην αξιωματούχων, οι βουλευτές τουλάχιστον της αντιπολίτευσης τοποθετήθηκαν έντονα κατά της κυβερνητικής πρότασης. Ο Άριστος Δαμιανού του ΑΚΕΛ ρώτησε ευθέως τη Νομική Υπηρεσία αν ελέγχθηκε το νομοσχέδιο για θέματα συνταγματικότητας χωρίς να λάβει απάντηση. «Γκριζάρει η γραμμή μεταξύ ενός εργάτη που καταγγέλλει τις συνθήκες εργασίας του και μιας πολυεθνικής που επιδιώκει ευνοϊκές ρυθμίσεις για την ίδια» ανέφερε κατά τη συνεδρίαση ο κ. Δαμιανού, ενώ ο Γιώργος Περδίκης των Οικολόγων κατέγραψε επίσης την αστοχία του νομοσχεδίου να μην διακρίνει μεταξύ μη κυβερνητικών οργανώσεων και εταιρειών. Την ίδια ώρα, ο γενικός ελεγκτής χαρακτήρισε σημαντικότερη την ψήφιση της πρότασης νόμου για την προστασία των πληροφοριοδοτών παρά του νομοσχεδίου για το lobbying.

Γραφειοκρατία

Εγγραφή στο μητρώο

Ένας άλλος προβληματισμός που τέθηκε στη χθεσινή έναρξη της συζήτησης του νομοσχεδίου για το lobbying (αυτή τη φορά από τον πρόεδρο της Επιτροπής Θεσμών του κυβερνώντος κόμματος) αφορά τον κίνδυνο η παρακολούθηση του lobbying στην Κύπρο να έχει υψηλό γραφειοκρατικό κόστος. Συγκεκριμένη διαδικασία εγγραφής στο μητρώο αντιπροσώπων ομάδων ειδικού ενδιαφέροντος ζήτησε εξάλλου ο εκπρόσωπος της ΜΚΟ Διαφάνεια Τώρα, η οποία στηρίζει τη διαφάνεια στο lobbying. Σύμφωνα με το νομοσχέδιο, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που προτίθεται να εμπλακεί σε διαδικασίες λήψης δημόσιων αποφάσεων υποχρεούται προηγουμένως να εγγραφεί στο σχετικό μητρώο. Από την εγγραφή στο μητρώο απορρέουν δικαιώματα, όπως οι συναντήσεις με αξιωματούχους, αλλά και υποχρεώσεις όπως η υποβολή ετήσιας έκθεσης στην Αρχή κατά της Διαφθοράς.
Σε δηλώσεις του μετά τη συνεδρίαση της επιτροπής, ο πρόεδρός της Ζαχαρίας Ζαχαρίου είπε πως χρειάζεται μεγαλύτερος χρόνος για διάλογο. «Ο τρόπος με τον οποίο γράφτηκε το νομοσχέδιο έχει προβληματίσει ιδιαίτερα την Επιτροπή Θεσμών καθώς δημιουργεί γραφειοκρατία, αναγκάζει όσους έρχονται σε επαφή με αξιωματούχους να εγγράφονται σε ειδικό μητρώο. Επίσης, όπως είναι γραμμένο απαγορεύει σε όποιον δεν είναι γραμμένος στο μητρώο να δει οποιονδήποτε αξιωματούχο, δημιουργεί επαγγελματίες του κλάδου καθώς κάποιοι θα εκπροσωπούν τα συμφέροντα οργανωμένων φορέων, ενώ υπάρχει μια σύγχυση των οικονομικών συμφερόντων που θα εκπροσωπούνται μέσω επαγγελματιών λόμπι και των απλών πολιτών που θέλουν να εκφράσουν μια θέση σε έναν βουλευτή ή έναν πολιτικό» ανέφερε ο κ. Ζαχαρίου.

Πολλά τα δικαιώματα στους λομπίστες 

Σχολιάζοντας το νομοσχέδιο, ο γενικός ελεγκτής συμφώνησε με την αρχή που το διέπει για διαφάνεια στο lobbying, όμως υπέδειξε ότι παράλληλα «αποσκοπεί στο να δώσει δικαιώματα» στους λομπίστες. Παραπέμποντας στο άρθρο 12 του νομοσχεδίου, ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης διερωτήθηκε για το δικαίωμα που παραχωρείται σε εγγεγραμμένο στο μητρώο πρόσωπο «να ζητεί και να έχει συνάντηση με αξιωματούχο» καθώς και για το δικαίωμα «να λαμβάνει (…) πληροφορίες που αφορούν διαδικασία λήψης κρατικής απόφασης». Όπως ανέφερε ενδεικτικά ο κ. Μιχαηλίδης υπάρχει διαδικασία βάσει άλλου νόμου για την πρόσβαση σε δημόσιες πληροφορίες.
Μικρότερης έντασης, αλλά ενδεικτικής για τη σύγχυση στους σκοπούς του νομοσχεδίου μεταξύ παρακολούθησης των επαφών αξιωματούχων και ελέγχου όσων είναι σε θέση να επηρεάσουν τη διαδικασία λήψης μιας δημόσιας απόφασης, είναι η παρατήρηση της εφόρου Εσωτερικού Ελέγχου Άννας Ζαβού ότι το άρθρο 14 του νομοσχεδίου επιβάλλει σε αξιωματούχους (των βουλευτών περιλαμβανομένων) «να τηρούν πρακτικό για κάθε επικοινωνία που είχε μαζί τους οποιοδήποτε εγγεγραμμένο ή μη εγγεγραμμένο πρόσωπο με αντικείμενο διαδικασίες λήψης δημόσιων αποφάσεων». Η κ. Ζάβου τόνισε το γεγονός της ρύθμισης και επαφών προσώπων εκτός του μητρώου, κάτι που σημαίνει υποχρέωση των βουλευτών, αλλά και των κοινοβουλευτικών συνεργατών να καταγράφουν κάθε επαφή τους με τους πολίτες, καθ’ όσον αυτές αφορούν προφανώς και διαδικασίες λήψης δημόσιων αποφάσεων.