Φόρμα αναζήτησης

Εκτάκτως ο Αβέρωφ στις Βρυξέλλες

Το κομβικής σημασίας ζήτημα του απευθείας εμπορίου μεταξύ ΕΕ – κατεχομένων επανήλθε για μια ακόμα φορά στο προσκήνιο, λόγω της σχετικής συζήτησης που αναμένεται να διεξαχθεί στις 10 Οκτωβρίου 2019, στο πλαίσιο της συνόδου των πολιτικών αρχηγών του Ευρωκοινοβουλίου. Πηγές εντός του Ευρωκοινοβουλίου κάνουν λόγο για μια συνηθισμένη διαδικασία κατά την οποία οι αρχηγοί συζητούν τα εκκρεμούντα ζητήματα στις επιτροπές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, τα οποία δεν συζητήθηκαν κατά τις προηγούμενες θητείες, με στόχο να αποφασίσουν ποιο θα είναι το μέλλον των ζητημάτων αυτών. Ο κανονισμός του απευθείας εμπορίου αποτελεί ένα από αυτά τα ζητήματα, καθώς η υιοθέτηση ή απόσυρσή του από τα όργανα της ΕΕ εκκρεμεί από τον Ιούλιο του 2004 όταν ολοκληρώθηκε η συγγραφή του.

Μέχρι τώρα το Ευρωκοινοβούλιο κρατούσε παγωμένο το εν λόγω ζήτημα, παρά τις κατά καιρούς συζητήσεις και απόπειρες να επανέλθει στο προσκήνιο. Αυτή τη φορά οι πολιτικές ομάδες προσεγγίζουν το θέμα με διαφορετικές θέσεις η κάθε μια. Το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα αποφάσισε να προωθήσει τη διά παντός απόσυρση του κανονισμού έτσι ώστε να μην επανέλθει ξανά προς συζήτηση. Βασικό επιχείρημα ήταν ότι ο κανονισμός έχει λανθασμένη νομική βάση σύμφωνα με γνωμάτευση της Νομικής Υπηρεσίας του Ευρωκοινοβουλίου αλλά και του Συμβουλίου και κατ’ επέκταση δεν μπορεί να γίνει συζήτηση γι’ αυτόν.

Μέσω e-mail οι Σοσιαλιστές και οι Δημοκράτες ενημέρωσαν πως θα αμφισβητήσουν το αίτημα του ΕΛΚ για απόσυρση του συγκεκριμένου κανονισμού, ενώ προωθούν ουσιαστική συζήτηση και κατάληξη επί του θέματος. Βασικός λόγος διαφωνίας για τους S&D είναι το γεγονός πως θεωρούν ότι η απόσυρση του κανονισμού θα ήταν αντίθετη με τους στόχους που έθεσε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στα συμπεράσματα της 26ης Απριλίου του 2004, για ενδυνάμωση της προσπάθειας προς επανένωση της Κύπρου. Όπως επισημαίνουν, ο κανονισμός ήρθε ως αποτέλεσμα της πρόσκλησης του Συμβουλίου για λήψη μέτρων προς άρση της απομόνωσης των Τουρκοκυπρίων και προς την προώθηση για επανένωση μέσω της υποβοήθησης της οικονομικής ανάπτυξης των Τ/Κ. Θεωρούν μάλιστα πως η απόσυρση θα στείλει λανθασμένα πολιτικά μηνύματα για την προσπάθεια επανένωσης του νησιού. Η λογική αυτή βρίσκει στήριξη και στην ομάδα των Πρασίνων.

Η πολιτική ομάδα της Αριστεράς θεωρεί πως το θέμα πρέπει να παραμείνει παγωμένο χωρίς καμία διαφοροποίηση, ούτε απόσυρση, καθώς ένα τέτοιο εγχείρημα ελλοχεύει κινδύνους στο τέλος να συζητηθεί στην ουσία και η διαδικασία για το εν λόγω ζήτημα, με απρόβλεπτη κατάληξη. Επιρρίπτουν μάλιστα ευθύνες στο ΕΛΚ πως με τη θέση για πλήρη απόσυρση ανοίγει τον ασκό του Αιόλου, κάτι που θα μπορούσε να αποφευχθεί.

Την ερχόμενη εβδομάδα θα βρεθεί στις Βρυξέλλες ο πρόεδρος του ΔΗΣΥ Αβέρωφ Νεοφύτου, σε μια προσπάθεια να διασφαλίσει πως οι χειρισμοί που θα γίνουν από πλευράς ΕΛΚ για το θέμα θα οδηγήσουν, αν όχι στην απόσυρση, τότε σε μια συμφωνία για να παραμείνει παγωμένο το απευθείας εμπόριο με τα κατεχόμενα, μέχρι νεωτέρας.

Τι προνοεί ο κανονισμός 

Το απευθείας εμπόριο με τα κατεχόμενα αποτελεί μια εξέλιξη η οποία αν υιοθετηθεί μπορεί να αλλάξει για τα καλά τα δεδομένα στην Κύπρο, στοιχείο το οποίο επεσήμανε σε δηλώσεις του πρόσφατα και ο πρώην ηγέτης των Τ/Κ Μεχμέτ Αλί Ταλάτ. Ο κανονισμός για το απευθείας εμπόριο προέκυψε μετά την απόρριψη του σχεδίου Ανάν το 2004, καθώς το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο υιοθέτησε την ελπίδα του Κόφι Ανάν «πως τα κράτη θα συνεργαστούν για να εξαλείψουν τους περιττούς περιορισμούς και φραγμούς που οδηγούν στην απομόνωση των Τ/Κ και εμποδίζουν την ανάπτυξή τους», οι οποίοι να υπενθυμίσουμε πως υπερψήφισαν το σχέδιο Ανάν. Στις 26 Απριλίου 2004 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο δήλωνε αποφασισμένο να θέσει τέρμα στην απομόνωση των Τ/Κ και να ενθαρρύνει την οικονομική τους ανάπτυξη. Στόχος του κανονισμού είναι η διευκόλυνση του εμπορίου μεταξύ του βόρειου τμήματος της Κύπρου, όπως αναφέρει το λεκτικό, και του τελωνειακού εδάφους της ΕΕ. Ο κανονισμός προβλέπει ένα προτιµησιακό καθεστώς για εμπορεύµατα που εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της ΕΕ. Δίνει την αρμοδιότητα στο Τουρκοκυπριακό Εμπορικό Επιμελητήριο ή άλλο φορέα που θα συμφωνηθεί την αρμοδιότητα πιστοποίησης της καταγωγής των εμπορευμάτων, ενώ περιέχει κανόνες για φυτοϋγειονομικούς ελέγχους και την ασφάλεια των τροφίμων – προϊόντων. Δεν καλύπτει θέματα όπως οι μεταφορές καθώς επικεντρώνεται μόνο στο εμπόριο. Η λογική των συναλλαγών θα γινόταν με τη μορφή εμπορικών συναλλαγών με τρίτη χώρα και όχι με χώρα μέλος της ΕΕ. Ο κανονισμός προτάσσει τις περιοχές Θέουτα, Μελίγια και Γιβραλτάρ ως αντίστοιχα παραδείγματα συνεργασίας.

Στερείται νομικής βάσης

Η Κομισιόν εξαρχής οικοδόμησε τον κανονισμό αυτό σε λανθασμένη νομική βάση, κάτι που τεκμηριώθηκε ακολούθως και από τις Νομικές Υπηρεσίες του Συμβουλίου και του Ευρωκοινοβουλίου. Οι γνωματεύσεις αυτές αποτελούν και τον κυρίαρχο λόγο που επικαλούνται επίσημα οι φορείς για να δικαιολογήσουν το ότι δεν προχώρησε μέχρι σήμερα το ζήτημα αυτό. Η πραγματικότητα φυσικά είναι πως κάθε φορά που προκύπτει το ζήτημα από το 2004 μέχρι και σήμερα η ε/κ πλευρά είτε σε επίπεδο ΥΠΕΞ, είτε σε επίπεδο Προέδρου, είτε σε επίπεδο ευρωβουλευτών δίνει μάχη να πείσει τόσο για τις εν εξελίξει διεργασίες για λύση του Κυπριακού όσο και για την ανάγκη να μην διαταραχθούν οι ισορροπίες στο νησί και να σταλούν λανθασμένα μηνύματα νομιμοποίησης των κατεχομένων. Στις 19 Οκτωβρίου 2010 η Επιτροπή Νομικών του Ευρωκοινοβουλίου, με 18 ψήφους υπέρ, 5 κατά και μία αποχή, ενέκρινε τη γνωμάτευση της Νομικής Υπηρεσίας, στην οποία αναφέρεται ότι «το άρθρο 207 της Συνθήκης της Λισαβόνας δεν είναι η κατάλληλη νομική βάση» για τον εν εξελίξει κοινοτικό κανονισμό για την έναρξη απευθείας εμπορίου με τα κατεχόμενα. Στη γνωμάτευση αναφέρεται ακόμα πως μια τέτοια κίνηση θα υπονόμευε τα κυριαρχικά δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Καλεί μάλιστα τους φορείς να αναζητήσουν ορθή νομική βάση η οποία ενδεχομένως να εδράζεται υπό προϋποθέσεις στο Πρωτόκολλο 10 της Συνθήκης Προσχώρησης της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Ζήτησε απόσυρση και ο Χριστόφιας

Στις 21 Οκτωβρίου 2010, δύο μόλις μέρες μετά την υιοθέτηση της γνωμάτευσης της Νομικής Υπηρεσίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου από την Επιτροπή Νομικών, ο τότε Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Δημήτρης Χριστόφιας ζήτησε με επιστολή του προς τον τότε πρόεδρο της Κομισιόν να αποσυρθεί ο κανονισμός σχετικά με το απευθείας εμπόριο με τα κατεχόμενα. Στην επιστολή επισημαίνεται πως ο προτεινόμενος κανονισμός θέτει σε κίνδυνο την προοπτική της επίτευξης συνολικής λύσης στο Κυπριακό σύντομα, ενώ η απόσυρση θα επιτρέψει στις δύο πλευρές να συνεχίσουν απερίσπαστα τις προσπάθειες στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Αναφέρει ακόμη ότι η απόσυρση της πρότασης θα επιτρέψει στις δύο πλευρές απερίσπαστα να συνεχίσουν τις προσπάθειές τους στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων για επίτευξη λύσης.

Η προϊστορία

Μετά την αρχική συζήτηση που είχε γίνει το 2004 και τη μη υιοθέτηση του κανονισμού, το ζήτημα επανήλθε τον Απρίλιο του 2005 με τον τότε επίτροπο αρμόδιο για τη διεύρυνση της ΕΕ Όλι Ρεν να επισημαίνει πως η Κομισιόν είναι έτοιμη να συζητήσει το ζήτημα της ορθής νομικής βάσης για τον κανονισμό του απευθείας εμπορίου. Η Κομισιόν τότε επέμενε πως η νομική βάση ήταν ορθή, ωστόσο επειδή είχαν ακουστεί αντίθετες απόψεις είχε την πρόθεση να το συζητήσει. Τότε η Κομισιόν υποστήριζε πως ο κανονισμός για την οικονομική βοήθεια και ο κανονισμός για εμπορικές συναλλαγές ήταν πακέτο, κάτι που στην πορεία άλλαξε. Η συνέχεια δόθηκε στο Συμβούλιο Γενικών Υποθέσεων του Συμβουλίου το 2006, με τον τότε υπουργό Εξωτερικών Γιώργο Λιλλήκα να δέχεται αφόρητες πιέσεις για να υποκύψει στο ζήτημα της συμπερίληψης του απευθείας εμπορίου στα σχετικά συμπεράσματα. Η κυβέρνηση τότε τόνιζε πως αυτό που αποδέχθηκε δεν ήταν δέσμευση για απευθείας εμπόριο αλλά για διεύρυνση του Κανονισμού για την Πράσινη Γραμμή. Δημοσιεύματα εκείνων των ημερών έκαναν λόγο ακόμα και για απειλές από υπουργούς Εξωτερικών κρατών μελών πως θα έκαναν απευθείας πτήσεις από το παράνομο αεροδρόμιο της Τύμπου, κάτι που ανέφεραν ως μοχλό πίεσης. Τότε αχνοφαινόταν και η θέση της Κομισιόν πως το εμπόριο θα μπορούσε να γίνει από το λιμάνι της Αμμοχώστου.

Σοσιαλιστική ομάδα 2010

Τον Απρίλιο του 2010 το θέμα επανήλθε, αυτή τη φορά ενώπιον του Ευρωκοινοβουλίου, με τον ηγέτη της σοσιαλιστικής ομάδας Μάρτιν Σουλτς να δηλώνει πως η ομάδα του επρόκειτο να πει «ναι» στην έγκριση του κανονισμού για το απευθείας εμπόριο. Μια δήλωση που προκάλεσε έντονη αντιπαράθεση τότε και οδήγησε τον Σουλτς στο να εκδώσει επεξηγηματική δήλωση, λέγοντας πως επιθυμεί υλοποίηση του κανονισμού παράλληλα με την εφαρμογή του Πρωτοκόλλου της Άγκυρας από την Τουρκία.

Πρόταση Αναστασιάδη

Τον Μάιο του 2013 ο Πρόεδρος Αναστασιάδης κατέθεσε πρόταση για επιστροφή της περίκλειστης πόλης της Αμμοχώστου στους νόμιμους κατοίκους της. Ως αντάλλαγμα θα μπορούσε να ανοίξει το λιμάνι της Αμμοχώστου υπό την εποπτεία της ΕΕ και να διεξάγεται εμπόριο από εκεί. Συνέδεσε με απλά λόγια το απευθείας εμπόριο με την επιστροφή των Βαρωσίων. Η πρόταση δεν έγινε αποδεκτή από τον Έρογλου, ο οποίος ήταν κατηγορηματικός πως δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα. Η πρόταση υιοθετήθηκε ωστόσο και από τον επίτροπο Διεύρυνσης Στέφαν Φούλε, ο οποίος τότε ξεκαθάριζε πως δεν τίθεται θέμα απευθείας εμπορίου και πως μόνο μέσα από την πρόταση Αναστασιάδη θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο. Θέση την οποία διατήρησε και κατά τα έτη 2015 και 2016 η κυβέρνηση, παρά την απόρριψη από πλευράς Έρογλου.

Η βαρύτητα και η σημασία που έχει ο συγκεκριμένος κανονισμός, όπως επίσης και η πολυπλοκότητα της υιοθέτησης και της εφαρμογής του, φαίνονται στα 15 χρόνια παγώματος και διαφωνιών. Διπλωματικές πηγές αναφέρουν πως είναι πολύ σημαντικό, ιδιαίτερα σε αυτή τη χρονική συγκυρία, το ζήτημα να παραμείνει παγωμένο, καθώς συζήτηση και διάλογος έστω και για εξεύρεση ορθής νομικής βάσης ή διαφοροποιήσεων μπορεί να εγκυμονούν σημαντικούς κινδύνους και να μεταφέρουν λανθασμένα μηνύματα.