POWERED BY

Φόρμα αναζήτησης

«Είμαι 105 χρονών τζαι πάω κόμα»…



«Εγώ πρέπει να ξέρετε πως είμαι που το Τσέρι, πό ‘σ’ει κόσμον φιλόξενο τζ’αι προπαντός οι γέροι». Μας καλωσόρισε με ένα δίστιχο και μετά μας συστήθηκε. Είναι ο Θεοχάρης Μιχαήλ, πιο γνωστός ως ο Θεοχάρης του Μιχαηλουθκιού από το Τσέρι, ένας ζωντανός θρύλος, ένας άνθρωπος που κουβαλά στις πλάτες του σχεδόν 105 χρόνια.

Γεννήθηκε τις 10 Ιανουαρίου του 1915, ήταν 60 χρόνια βοσκός, και όπως μας είπε κάμνει και τον ποιητή. Τον συναντήσαμε στο καφενείο στην πλατεία του Τσερίου και περπατήσαμε μαζί μέχρι το σπίτι της κόρης του Αντρούλλας, όπου πίνοντας τσάι είχαμε μαζί του μια απολαυστική συνομιλία. Μεταφέρουμε τις ιστορίες του ακριβώς όπως μας τις διηγήθηκε, στην κυπριακή διάλεκτο, όπως αυτός την ξέρει και την κουβαλά για πάνω από έναν αιώνα.

Παρά τα 105 του χρόνια προσπαθεί να βγαίνει από το σπίτι. Κάθε πρωί τον βρίσκει κανείς στο καφενείο όπου συναντά τους φίλους του

Ποιο είναι το μυστικό της μακροζωίας κύριε Θεοχάρη;

Μα, μπορεί να ξέρει κανένας το μυστικό; Δόξα σοι ο Θεός, έζησα, εν είδα φτώσεια ούτε στον τζύρην μου ούτε κοντά μου. Ε, δυσκολίες η ζωή έσ’ει, αλλά επερνούσαμεντε. Έζησα άγρια ζωή. Ήμουν βοσκός 60 χρόνια. Εγύριζα τες μάντρες. Επηαίνναμεν, εμαντρίζαμεν ώς τα χωράφκια της Αγιάς Βαρβάρας, του Πέρα Χωρκού, μες στα κατάυρα χωρκά. Εξέρεν με ο κόσμος ούλλος. Από 13 χρονών εγίνηκα βοσκός ώς τα 73. Όταν επούλησα τες κουέλλες (σ.σ. πρόβατα) επήρα ζωή χαρισάμενη. Καφενέν ώς έσσω. Καφενέν ώς έσσω. Επέρασα τη ζωή μου πολλά ήσυχα. Τα γερατεία έν’ που με εκρατήσαν. Επειδή επαραίτησα τη δουλειά πριν αδυνατίσω. Ο πατέρας μου επέθανεν 82 χρονών το ’63. Λαλώ, «μακάρι να πάω τζ’ι εγώ 82 χρονών…». Ενώ τελικά έθελα παράταση. Ο παπα-Φονιάς που τη Λευκωσία εβρεθήκαμεν με τον Νικολάτσο τζ’αι τον Βαλιαντή μια φορά τζ’αι είπα του το. Λαλεί μου, «να σου δώκω παράταση», τζ’αι έωκεν μου παράταση τζ’αι πάω ‘κόμα (γελά με την ψυχή του). Δόξα σοι ο Θεός επέρασα τη ζωή μου λεβεντιά. Είμαι ήσυχος, εν έχω καμιάν αρρώστια. Αλλά εχόρτασα τη ζωή. Εβαρίθηκα την. 105 χρόνια τζαι ακόμα πάω…

Ο παππούς Θεοχάρης Μιχαήλ από το Τσέρι, ηλικίας 105 χρονών, μαζί με την οικογένεια της κόρης του. Τον Σωτήρη, την Ανδρούλλα, τον Μάριο και την Αποστολία Μιχαήλ

Μαζί με τη γυναίκα, την κόρη και τα εγγόνια του

Πογιατζής βρακάς

Όπως μας εξιστορεί, όταν ήταν 12 χρονών, αυτό ήταν 100 σχεδόν χρόνια πίσω, το 1927, αποφάσισε ο πατέρας του να τον στείλει στη Λευκωσία. Θα πήγαινε με το γαϊδούρι. Αυτό ήταν το μοναδικό μεταφορικό μέσο, ούτε λεωφορεία ούτε αυτοκίνητα υπήρχαν. Θα πήγαινε λοιπόν στην πόλη για να μάθει τέχνη, «έτσι έκαναν τότε οι χωριάτες», μας λέει.

«Ο αρφός μου ο Γιώρκος ήταν τέσσερα χρόνια μεγαλύτερος μου τζ’αι ήταν εις τον Κύρο τον πιογατζ’ή που εβάφαν βράτζ’ες. Εδούλευκεν πολλά. Ήταν ούλλος ο κόσμος βρακάες την εποχή εκείνην. Είπεν του ο μάστρος του «φέρ’ τον τζ’αι τον αρφό σου». Επήα. Ήμουν έσσω ούλλη μέρα. Η μαστόρισσα μου αγάπαν με πολλά. Μα δεν μου άρεσκεν η δουλειά. Εγώ μαθημένος του χωρκού. Άμαν επεράσαν τρεις ημέρες, λαλώ του αρφού μου, «εννά φύω». «Όι, μείνε», λαλεί μου, «τζαι εννά πιάσουν δούλα τζ’αι εννά είσαι δαμαί στο μαγαζί μιτά μου». «Θκιάολε» λαλώ, «εν καϊλίζει ο αρφός μου. Πρέπει να φύω να πάω στο χωρκό κρυφά». Ε, μα εν έξερα να φκω που τη χώρα να πάω ώς τον Στρόβολο. Εσκέφτηκα πως οι Πίτσιλλοι με τα γαούρκα έρκουνταν στη Λευκωσία να ψουμνίσουν… Άμα πάω ταπισώ τους Πίτσιλλους εννά με πάρουν ώς τζειαμαί που ξέρω τη στράτα! Επήα Τετάρτη, την άλλη Τετάρτη έφυα. Μπροστά οι Πίτσιλλοι ταπισών τους εγιώνι, εκαταλάβαν το. Λαλούν μου, ρε μιτσή μα πού εννά πάεις; Εγιώ τίποτε… Ήρτα στο Τσέρι παρπαητός τζαι εν ήβρα έναν πλάσμα, αφού εν είσιεν αυτοκίνητα». 

Οι άλλοι έφυγαν νωρίς

Ο πατέρας του, ονόματι Μιχαήλ Πιερή, γεννήθηκε το 1881 και πέθανε το 1963. Ήταν γεωργός. Η μητέρα του, Μαριτσού του Κατούμπα, πέθανε τρία χρόνια νωρίτερα. Η μάνα του έκανε εφτά γέννες και έφερε στον κόσμο οκτώ γιους. Ο ίδιος ήταν δίδυμος, αλλά το ταίρι του πέθανε μόλις 40 ημερών. Άλλος ένας αδελφός χάθηκε στα οκτώ του χρόνια και πριν κλείσει τα 19 ο άλλος του αδελφός. «Ο αρφός μου επέθανε στα 19 που μηνιγγίτιδα. Δεν εμπορέσαν να τον γιάνουν οι γιατροί. Εμείναμε πέντε αδέρκια τζαι επαντρευτήκαμε τζ’ι οι πέντε μες στο Τσέρι. Οι άλλοι επεθάνασιν γλήορα. Ο αρφός μου ο Γιώρκος 59 χρόνια έζησε. Ο Χαμπής 74, ο Πιερής 75. Ένας έζησε που ήταν μαζί μου στο κοπάι τζαι τζείνος βοσκός επήεν 95 χρονών».

Μάντρες και σπήλαια

Μαζί με τον αδελφό του Ανδρέα – του Μιχαηλουθκιού και τα ζώα τους. Ο Θεοχάρης αριστερά 15 χρονών και ο αδελφός του 13. Ήταν σύντροφοι στη δουλειά

Εκτιμάς ότι η ζωή στη φύση σας βοήθησε να ζήσετε περισσότερα χρόνια;

Η βοσιηκή οφέλαν με. Μα επαρπάτουν πολλά! Έκοφκα μίλια! Η μάντρα μου ήταν στην Κοκκινοκαφκάλλα. (σ.σ. στον δρόμο πηγαίνοντας προς τις Πιστακιές εξηγεί η κόρη του Αντρούλα). Στην αρχή δεν είχαμε μάντρα δική μας τζαι εγυρίζαμε τις μάντρες τες ξένες. Ύστερα εκάμαμε δική μας, η ασιερόμουττη, τζαι επέφταμεν μες τους σπήλιους στες μάντρες. Νύχταν επήαινα, νύχταν επέστρεφα έσσω. Έτσι ήταν η ζωή. Άρεσκεν μου πολλά η βοσιηκή. 

Έπαιζες τζαι πιθκιάβλι;

Όχι, εν μου άρεσκε το πιθκιάβλι.

 Τι έκαμνες ούλλη μέρα. Τι σκεφτόσουν;

Δεν σκέφτεσαι. Προσέχεις τα πρόβατα τα ξένα, να μην πάσιν σε ξένο χωράφι.

Είναι μια επίπονη δουλειά, μας εξηγεί. Τρέχεις όλη μέρα πίσω από τα πρόβατα. Δεν έχεις χρόνο να καθίσεις μήτε να σκεφτείς.

Όταν ήταν νέος, 18 χρονών, έκανε για δύο σεζόν τον ηθοποιό στα έργα που ανέβαζε η κοινότητα μέσα στον καφενέ. Έπαιξε μεταξύ άλλων τον Κίτσιο τον εραστή της νεαρής βοσκοπούλας Γκόλφως. Η δε Γκόλφω μας λέει ήταν «άδρωπος, εν εδέχουνταν οι κοπέλλες να παίξουνε έργο μιτά μας»

Με τα αδέλφια του, ο ίδιος μες τη μέση

Λεφτά υπήρχαν

Αλλά όπως μας λέει, «Ο βοσκός την εποχή εκείνη, ήταν η καλύττερη δουλειά. Έρκουνταν οι κασάπιες έσσω μας τζαι εζητούσαν μας τ’ αρνιά. Ο γαλατάρης εζήταν μας το γάλα. Κάθε μέρα γάλα, ολόχρονα, εκτός λίγους μήνες το καλοκαίρι. Τα μαλλιά, είχε εμπόρους εγοράζαν τα. Τωρά εν τα θέλουν καθόλου. Το κόπρι εγοράζαν το με το αυτοκίνητο οι περβολάρηδες. Είχαμε ευκαιρίες. Όσον τζαιρό ήμουν βοσκός εζηθκιέτουν και πέρασα πολλά καλά».

Για να μας το παραστήσει ακόμη καλύτερα, ότι δηλαδή ο βοσκός ήταν μια εργασία μεν σκληρή, αλλά που είχε ευκαιρίες, μας αφηγείται την εξής ιστορία:

«Επουλιέτουν ένα χωράφι του παππού μου που είχε και ελιές μέσα. Πέντε σκάλες. Στη δημοπρασία (σ.σ. τα κληρονομικά δεν τα ήθελαν οι Εγγλέζοι αποικιοκράτες και επειδή δεν μπορούσαν να τα χωρίσουν διότι έριζαν πολλοί τα έβγαιναν σε δημοπρασία μας εξηγεί η κ. Αντρούλα). Ένας αντίπαλος συγγενής κληρονόμος τζαι τζείνος ενδιαφέρτηκε. Εγώ είχα έναν συγγενή της γυναίκας μου μαζί μου, ελάλεν μου βάλε πάνω, βάλε πάνω, επήαμεν στες 81 λίρες. Ε, άηστο λαλεί ο αντίπαλος. Έπιατο εγιώνι. Τωρά λαλεί ο μουχτάρης θέλω 25 λίρες. Δεν εκράτουν. Ο σύντροφος μου ο Χαμπής ο Τσουραπής λαλεί μου να σου δώκω εγιώ τες 25 λίρες τζαι πον να κουέψεις τις κουέλλες -ήταν Οκτώβρης, τον Μάρτη εκουρέφκαμε- να μου δώκεις τα μαλλιά. Με χαρτί με τίποτε, εμπιστοσύνη. Και έμεινε μου εμένα το χωράφι. Ο γιος μου ο Σταύρος (σ.σ. είναι ο δήμαρχος Τσερίου) κατοικά μέσα τωρά, έν’ οικόπεδα. Θέλουμε ριάλια τωρά να παν να τα βουλλώσουμε. Έπρεπε να πκιερώσω τζαι τα υπόλοιπα. Είχα 27 κουέλλες να γεννήσουν. Λαλώ να πουλήσω τες εφτά… Είπα του συντρόφου του Τσιουραπή έβρε μου κανέναν να τα πουλήσω να πιερώσω. Έπεψεν μου έναν που τη Μια Μηλιά. Έθελεν να θκιαλέξει τες καλλύττερες. Εσυμφωνήσαμε 12 λίρες παρκάτου έξι σελίνια αλλά λαλώ του, ετράβησες τες κουέλλες δεν δικαιούσαι να χαμνήσεις ποτούτες τζαι να πάεις να πιάσεις άλλες. Ήταν βακλιθκιές οι κουέλλες μου, έτσι βάκλες (σ.σ. και μας δείχνει με τα χέρια του».

Παλιά, μας εξηγεί η κ. Αντρούλα, το λίπος των προβάτων μαζευόταν στη βάκλα, δηλαδή στην ουρά. Τώρα πια είναι λιπαρό σε όλο του το σώμα, και το εξηγεί με νέες φυλές προβάτων που εισήχθησαν στην Κύπρο.

Αγρέλια και λαψάνες

Και τι τρώγατε όλη μέρα στους αγρούς και τα χωράφια;

Εβάλλαμεν κάθε πρωί μες τη βούρκα μισό ψουμί – μισή οκκάν – ένα μαλαχούρι ελιές μαύρες τζαι έτρωα τες ούλλη μέρα. Τη νύχτα πκιον να φάμε φαΐ, ό,τι εβρίσκαμε μες τον κόσμο που εζιούσαμε. Χόρτα, λαψάνες, αγρέλια -εσύναα πολλά τα αγρέλια- εγέμωνα κάθε νύχτα τη βούρκα αγρέλια, τζαι που ‘μουν νέος στη μάνα μου τζαι που παντρεύτηκα τζαι ύστερα.

Κρέας ετρώετε;

Είχαμε όρνιθες πολλές. Τζαι εσφάζαμεν ριφούθκια, αρνούθκια… Τζαι ετρώαμεν. Όρνιθες κάθε Κυριακή. Κρέας αρνί όποτε ελάχαινε.

Άλλαξε ο κόσμος

Έχουν περάσει 90 χρόνια από τότε που ξεκίνησες τη δουλειά του βοσκού. Τι άλλαξε πλέον στη διατροφή σου;

Έχει τωρά που τα 80 μου, πρωί σηκώνουμε η ώρα 6 να μου κάμει το γάλα μου με τα κόφλεϊ μου να φάω μια καντήλα γεμάτη. Η ώρα 9 να μου φέρει μια κούπα σούπα να φάω. Το μεσομέρι φαΐ, 2-3 λογιών φαΐ, με μια καντήλα σέβεν απ -χωνευτικό απαραίτητο κάθε μέρα- και γιαούρτι. Τη νύχτα πίνω τσάι. Δεν τρώω τη νύχτα. Που τα 80 μου τζαι δα θέλω να έν’ όφκαιρο το στομάχι μου τη νύχτα.

Άλλαξε ο κόσμος…

Άλλαξε. Άλλαξε η ζωή πολλά. Έσιει μηχανήματα τζαι δουλεύκει ο κόσμος τωρά, έσιει εφκολίες, ομπρίττερα ο γεωργός με το φασούλι. Μα να θερίσεις, να αλωνέψεις, να κουβαλίσεις. Πρώτα ο γεωργός ήταν μια δύσκολη δουλειά. Είχα και χωράφκια, ελιές. Το Τσέρι ήταν ακουστό για τις ελιές του. Ένα μίλι έξω του χωρκού ήταν ελιοχώρκα. Ο τζύρης μου είσιε 10 σκάλες ελιές. 100 δέντρα. Έδωκεν μου θκιο σκάλες εμένα, τζαι άμαν τζαι επαντρεύτηκα είχα τζαι ελιές. Τζαι είχαμε εισόδημα που τες ελιές. Το λάδι επουλούσαμεν το, επουλούσαμε τζαι ελιές μαύρες.

Τα πρώτα αεροπλάνα

Θυμάται ήταν το 1931. Τότε που οι Κύπριοι έκαψαν το Κυβερνείο κατά την εξέγερση των Οκτωβριανών. «Εγώ ήμουν 16 χρονών. Ήμουν βοσκός. Ο αρφός μου ο Γιώρκος ήταν στη Λευκωσία μες τον κόσμο τζείνο, τζαι επαίξαν έναν ελέγετουν Ονούφριος (σ.σ. Ονούφριος Κληρίδης ο οποίος έπεσε νεκρός από τα πυρά των Άγγλων), 17 χρονών παιδί, επέθανε. Γυρις΄η μέρα ήρτασιν τρία αεροπλάνα έξω που τη Λευκωσία (σ.σ. ίσως μετέφεραν κάποιους αποικιοκράτες, ίσως για καλύτερο έλεγχο της έκρυθμης κατάσταση). Εγώ ήμουν έξω στο κοπάι. Ήταν η ώρα 9 το πρωί. Πετούσαν χαμηλά. Ήταν τα πρώτα αερόπλανα που εία. Αντάν τζαι ακούσαν το οι κουέλλες μου ισιώσαν του βούρου. Εβούρησα τζαι έφτασα τες. Εν το ξιάννω».

Τα πρώτα αυτοκίνητα

«Το ’40 αγκονιστήκαμεν αυτοκίνητα εμείς οι Τσερκώτες… Αλλά το 1930 ήμουν βοσκός τζιαμέ που έν’ η Κάρλσπερκ τωρά. Τζαι με έναν ανιψιόν μου 15 χρονών καθούμαστεν πας τον δρόμο της Λεμεσού τζαι εθωρούσαμε να έρτει κανένα αυτοκίνητο να δούμε. Έν’ μαυρούι, έν’ ασπρούι; Που το ’40 τζαι ύστερα ήρταν τα αυτοκίνητα στο Τσέρι. Επαντρεύτηκα τζαι ύστερα να έρτουν τα αυτοκίνητα».

Που πήρεν τους Ασσιώτες

Θυμάται πως παλαιότερα έβρεχε περισσότερο τον χειμώνα. «Έκαμνεν πολλές βροσιές. Έβριεσιε παραπάνω ομπρίττερα, ήταν σιημώνας. Το 1949 νομίζω, που πήρεν τους Ασσιώτες έβρεσιε τέσσερα μερόνυχτα. Είχαμε ένα σπιτούι στη μάντρα που εμινίσκαμε, δεν έσταξε ποττέ. Τζιείνη τη νύχτα ο Αρμυρός μας (σ.σ. ποταμός) εμπόδιζεν μας να ‘ρτουμε χωρκό. Εμινίσκαμεν τζεικάτω με τον αρφό μου τον Αντρέα. Μαζί μας τζαι ο Μαυρόκωστας με τους γιούες του, τον Σταύρο τζαι τον Τοουλή που τους έκοψεν τζαι τζιείνους ο ποταμός τζαι ήρταν τζει κας τη μάντρα μας να πέσουμε. Είχαμε τάβλα, τρεις που τη μια τζαι δκυο που την άλλη επέσαμεν πέντε άτομα μέσα σε ένα κρεβάτι. Επεράσαμε τη νύχτα. Δεν το ξυχάννω».

Όμοιος ομοίω  

Τον ρωτάμε για τις αξίες που έπρεπε να έχει η γυναίκα εκείνη την εποχή. Όπως μας λέει η γυναίκα του, η Αποστολού του Δάμαλου, «ήταν πολλά γλύορη γεναίκα, εργατική. Όμοιος με τον όμοιο πρέπει να κάμνει ταίρι, όι ο μαυρογέρακος με τ’ άσπρο περιστέρι. Ήταν δύσκολη η ζωή για τους νέους. Δεν ημπόριες να μιλήσεις με την κοπελλούα. Εν εγίνετουν. Η γεναίκα μου, ελάλεν η μάνα μου, έσιει μια κόρη, ο Δάμαλος κάμνει για τον Θεοχάρη. Αν ήσιες λίη περιουσία, έπασκες να ‘βρεις γεναίκα με λιη περιουσία. Είχε και η γεναίκα μου κτήματα, ήταν βοσκός ο τζύρης της. Επαντρεύτηκα το ’43, έπιαα 30 κτηνά που τον τζύρη μου τζαι 15 που τον πεθερό μου, επαντρεύτηκα με 45 πρόβατα, έκαμα τα 116 το ’79. Ώς τζιαμέ επήα. Διότι πάνω που 80 έθελες δκυο βοσκούς. Ο Εγγλέζος έτσι νόμο είσιε»…

Οι γάμοι θυμάται κρατούσαν τρία μερόνυχτα. Από Σάββατο έως Δευτέρα. «Σάββατο εχωρέφκαν το κρεβάτι στη νύφη, Κυριακή ήτουν τα στεφανώματα, αλλά τη νύχτα εκαλιούσαν το χωρκό ούλλο να διασκεδάσει. Την τρίτη του γάμου (σ.σ. τη Δευτέρα) ήτουν να πάρουν τη μαΐρισσα τους με το κρέας οι συγγενείς, να κάτσει η οικογένεια να φάει. Τωρά επαραιτήσαν τα τούτα».

Δευτερούθκια ποίησης

Όπως μας αφηγείται ο Θεοχάρης Μιχαήλ, το 1921 όταν πήγε στο σχολείο έπρεπε να μάθει πόσους κατοίκους είχε το Τσέρι. Ήταν 600 τότε. Σήμερα έχουν φτάσει μαζί με τους πρόσφυγες τις 10 χιλιάδες…

Αυτή ήταν προφανώς η διασκέδαση του κόσμου εκείνη την εποχή και ο Θεοχάρης ήταν πρώτος με τα τσιατιστά και τα τραγούδια του. «Ε άμαν τζαι εγίνηκα 15-16 χρονών έφτασα τον Παλαίση τον μεγάλο ποιητή της Κύπρου (σ.σ. Χριστόφρος Παλαίσης, λαϊκός ποιητής από το Αυγόρου, γεννηθέντας το 1872) και ο Παττούρας και πουλούσαν δεφτερούθκια τραούθκια ερωτικά, τσιατιστά τζαι εγόραζα τα. Έμαθα πολλά τραούθκια εγιώνι. Όπου ήσιε διασκέδαση ήμουν μέσα… Επηαίναμε στους γάμους να τραουδήσουμε, να χωρέψουμε, να φάμε, να πιούμε. Εγώ ήμουν πανταχού παρών. Εχόρευκα τζιόλις. Το γελεκάκι που φορείς, το τραούδι τζείνο πριν το ’40, εγιώ το ήξερα μόνο και μου έλεγαν πε μας το γελεκάκι σου». Στους γάμους βοηθούσε όλο το χωριό για το μαγείρεμα και τη Δευτέρα η νύφη, μας αφηγείται ο Θεοχάρης, γύριζε τον δίσκο και όσοι πήγαιναν έδιναν το δώρο τους, 1-2 σελίνια, και πέντε ακόμα, όσα μπορούσε ο καθένας.

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.