Φόρμα αναζήτησης

«Eάν ο κόσμος ερχόταν μια φορά την εβδομάδα στο κοιμητήριο…»

Το κοιμητήριο Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στη Λευκωσία κουβαλάει βαρύ ιστορικό φορτίο. Μπορούμε να δούμε εδώ το πέρασμα από τους μεγάλους τάφους και τα μαυσωλεία στους απλούς και μικρούς. Επίσης, εμπεριέχεται η Σύγχρονη Ιστορία της Κύπρου, με ορόσημα τις μαύρες μνήμες από το πραξικόπημα και την εισβολή. Φιλοξενούνται διάφορες εθνικότητες από όλα τα μέρη της Κύπρου. Φυσιογνωμίες που καθόρισαν τη σύγχρονη πορεία της Κύπρου, η καθεμία από τον τομέα της. Γνωστοί και άσημοι «συνυπάρχουν» εδώ και «συνδιαλέγονται» κτίζοντας το μωσαϊκό της Νεότερής μας Ιστορίας και του πολιτισμού. Πρόεδροι, δήμαρχοι, ταγοί της εργατιάς, αντάρτες των βουνών, αντιστασιακοί, πεσόντες της εισβολής, μεγάλοι επιχειρηματίες, λόγιοι, επιστήμονες, καλλιτέχνες αλλά και απλός κόσμος.

 

Με δύο «οδηγούς»

Είναι Παρασκευή πρωί και με δύο «οδηγούς», τον υπεύθυνο κοιμητηρίου και τον νεκροθάφτη, χανόμαστε στους διαδρόμους του ιστορικού κοιμητηρίου της Κύπρου – σε όσους στο παρελθόν δεν καταλήφθηκαν εγκληματικά από τάφους, με τη συγκατάθεση του δημαρχείου Λευκωσίας, όταν ο χώρος είχε φτάσει στα όριά του. Το Ψυχοσάββατο της επομένης μέρας μαρτυρεί ο ακροβολισμός των επτά ιερέων του κοιμητηρίου για τις καθιερωμένες ευχές, ανάμεσα στους 8.000 περίπου τάφους του. Πλάι στον καθένα, 2-3 συγγενείς, μεγάλης ηλικίας οι πλείστοι, και με κάτι στο χέρι, λίγα λουλούδια ή λάδι για το καντήλι ή καθαριστικά.

«Εάν ο κόσμος ερχόταν μία φορά την εβδομάδα στο κοιμητήριο και καθόταν λίγο, ίσως να αλλάζαμε πολύ σαν άνθρωποι», μας λέει σε κάποια στιγμή ο νεκροθάφτης Ανδρέας Κεκκουρή, του οποίου είδαν πολλά τα μάτια του μετά από 17 χρόνια στις εργολαβίες του κοιμητηρίου. «Εάν έρχονταν», προσθέτει, «θα συνειδητοποιούσαν ότι δεν είναι τόσο σημαντικά ορισμένα πράγματα που θεωρούμε σημαντικά. Να έβλεπαν μόνο τι συμβαίνει σε ένα κοιμητήριο, τι συμβαίνει».

 

Ο πρώην δήμαρχος Λευκωσίας Θεμιστοκλής Δέρβης, με το γνωστό αναγραφόμενο: «Δυστυχισμένε μου λαέ, φτωχέ και αγαπημένε, πάντα ευκολόπιστε και πάντα απατημένε».

 

 

«Είναι Παρασκευή πρωί και με δύο «οδηγούς», τον υπεύθυνο κοιμητηρίου Ανδρέα Καραγιώργη (αριστερά) και τον νεκροθάφτη Ανδρέα Κεκκουρή (δεξιά), χανόμαστε στους διαδρόμους του ιστορικού κοιμητηρίου της Κύπρου».

 

Μουσειοποίηση

 Ακόμη ένας λόγος, όμως, για τον οποίο θα μπορούσε να επισκεφθεί κανείς ένα κοιμητήριο είναι για το ιστορικό και πολιτιστικό του ενδιαφέρον, ακολουθώντας μία διεθνή τάση των τελευταίων δέκα περίπου χρόνων που αφορά τη μουσειοποίηση τέτοιων χώρων. Αναφέραμε στον υπεύθυνο του κοιμητηρίου Ανδρέα Καραγιώργη την «Πολιτιστική Διαδρομή των Ευρωπαϊκών Κοιμητηρίων», η οποία πιστοποιήθηκε από το Συμβούλιο της Ευρώπης το 2010. Μετέχουν σε αυτήν 179 κοιμητήρια σε 22 χώρες, από την Ιρλανδία μέχρι την Ελλάδα και από την Ιταλία μέχρι τη Νορβηγία, με την Κύπρο να είναι απούσα από αυτήν την ευρωπαϊκή προσπάθεια ώστε να αναδειχθούν τα κοιμητήρια ως σημαντικοί χώροι ιστορικής – πολιτιστικής κληρονομιάς και να συμβάλουν τόσο στην περαιτέρω ανάπτυξη του πολιτιστικού τουρισμού όσο και στην εκπαίδευση μαθητών σχολείων, και όχι μόνο. Ο κ. Καραγιώργης παραδέχθηκε πως είναι σε γνώση του αυτό το ευρωπαϊκό πρόγραμμα ξεναγήσεων σε κοιμητήρια, μάλιστα αναφέροντας ότι πριν από επτά χρόνια η Αρχιεπισκοπή, η οποία τον όρισε υπεύθυνο στον χώρο, και ο Δήμος Λευκωσίας έκαναν σκέψεις για ένταξη των κοιμητηρίων του Αγίου Σπυρίδωνα και Κωνσταντίνου και Ελένης στο εν λόγω πρόγραμμα, όμως το θέμα έμεινε στα συρτάρια.

 

Πεσόντες της Εισβολής του ’74.

 

Πεσόντες καταδρομείς και εθνοφρουροί το ’74.

 

 

Ιστορικό φορτίο

Επιχειρώντας οι ίδιοι οι κύριοι Καραγιώργης και Κεκκουρή να μας δώσουν μία γεύση για το πώς θα μπορούσε να ήταν μια τέτοια ξενάγηση, ενταγμένη στο προαναφερόμενο ευρωπαϊκό πρόγραμμα, μας οδήγησαν σε τάφους που αντανακλούν το ιστορικό ενδιαφέρον του κοιμητηρίου τους, το οποίο δημιουργήθηκε το 1930, κατόπιν αποφάσεως της Ιεράς Συνόδου της Αρχιεπισκοπής. Διαπιστώσαμε ότι από αρχιτεκτονικής άποψης ενδιαφέρον έχουν ορισμένοι από τους πρώτους τάφους, όσοι είναι είτε μεγαλοπρεπείς είτε μαυσωλεία. Όπως εξηγεί ο κ. Καραγιώργης, στα πρώτα χρόνια λειτουργίας υπήρχε μεγάλος κενός χώρος στο κοιμητήριο, γεγονός που ευνοούσε τη δημιουργία τάφων αυτού του μεγέθους. «Το κοιμητήριο αυτό επεκτάθηκε τρεις φορές», θυμάται χαρακτηριστικά, «όταν έγιναν το πραξικόπημα και η εισβολή, οι νεκροί μπήκαν στο περιτοίχισμα, δεν υπήρχαν χώροι», προσθέτει. Σύμφωνα με τον υπεύθυνο, από το 2010 δεν επιτρέπεται καμία νέα ταφή στον χώρο του κοιμητηρίου Κωνσταντίνου και Ελένης, εκτός της ταφής προσώπων σε υφιστάμενο οικογενειακό τάφο, με τη σύμφωνο γνώμη του Αρχιεπισκόπου Κύπρου.

 

Ο επιχειρηματίας Γιώργος  Παρασκευαΐδης

 

Πολύκαρπος Γιωρκάτζης

 

 

Σημαντικοί και άσημοι

 Αναμφίβολα ένας τάφος που ξεχωρίζει, τόσο για το μέγεθος όσο και για την προνομιακή θέση του, συγκεκριμένα στην αρχή των μνημάτων και πλάι από τον κοιμητηριακό ναό, είναι αυτός του πρώην δημάρχου Λευκωσίας Θεμιστοκλή Δέρβη, με το γνωστό αναγραφόμενο: «Δυστυχισμένε μου λαέ, φτωχέ και αγαπημένε, πάντα ευκολόπιστε και πάντα απατημένε». Επιβλητικός είναι και ο τάφος-μνημείο των αντιστασιακών, όπως επίσης και των πεσόντων της εισβολής του ’74. Μετά, άλλοι τάφοι, όχι τόσο εντυπωσιακοί ως προς την κατασκευή, αλλά σημαντικοί για τα ονόματα που φιλοξενούν: η οικογένεια Σεβέρη, ο Εζεκίας Παπαϊωάννου, ο βαρύτονος Πιερής Ζαρμάς, ο άρχοντας πρωτοψάλτης Θεόδουλος Καλλίνικος, ο αντάρτης Αντώνης Παπαδόπουλος, ο πρώτος νεκρός από τους Άγγλους Χαράλαμπος Μούσκος, ο δολοφονημένος από Τούρκους πράκτορες Θεόφιλος Γεωργιάδης, η Ουρανία Κοκκίνου, η «Κυρά της Λαπήθου», ο Παρασκευαΐδης, ο Φωτιάδης, ο Γιωρκάτζης, ο Ξιούτας, ο Κληρίδης… «Όλοι μαζί ‘συνυπάρχουν’ εδώ, από άσημους καθημερινούς ανθρώπους μέχρι επιφανείς προσωπικότητες», λέει ο Ανδρέας Καραγιώργης.

Εγκλήματα του παρελθόντος. Διάδρομοι καταλήφθηκαν  από τάφους, με τη συγκατάθεση του δημαρχείου Λευκωσίας, όταν ο χώρος είχε φτάσει στα όριά του. 

 

Κοινωνία του νεκροταφείου

 Ένα κοιμητήριο -ειδικά όταν έχει την έκταση αυτού των Κωνσταντίνου και Ελένης, με τους 8.000 περίπου τάφους- έχει τη δική του μικρή κοινωνία, αποτελούμενη από όσους μπαινοβγαίνουν σε αυτό. «Μία κοινωνία ξεχωριστή, που δεν διαφέρει όμως πολύ από την έξω», τονίζει ο νεκροθάφτης. «Δηλαδή με τα ίδια προβλήματα, με την ίδια καλοσύνη ή κακία του κόσμου», προσθέτει. Εδώ στέκεται στις ανθρώπινες στιγμές με τις οποίες έρχεται καθημερινά αντιμέτωπος. Αναφέρει ότι υπάρχει αναπόφευκτα κυρίαρχος ο πόνος των συγγενών για τον χαμό των δικών τους ανθρώπων, ένας πόνος που ο καθένας τον βιώνει με τον δικό του προσωπικό τρόπο. Μας μιλά επίσης για ένα πολύ δύσκολο επάγγελμα, περιγράφοντας τις συνθήκες άσκησής του, εκτεθειμένος ο ίδιος και οι εργάτες όχι μόνο στον πόνο, αλλά και στις καιρικές συνθήκες, και στον αδύνατο -για ευνόητους λόγους – υπολογισμό εκ των προτέρων αριθμό κηδειών σε μία μέρα. Σε ερώτηση εάν μετά από 17 χρόνια νιώθει πλέον απάθεια απέναντι στον θάνατο, ομολογεί ότι όταν χάνονται νέοι άνθρωποι και βλέπει γονιούς να κλαίνε, τότε ακόμη κι αυτός «σπάει». «Και μέσα από αυτό το επάγγελμα στην πορεία άλλαξε καθόλου ο τρόπος που βλέπεις τη ζωή;», «σίγουρα», απαντά αμέσως, «κάποια πράγματα στους γύρω μου ανθρώπους που παλιά ίσως να με στενοχωρούσαν ή να με εκνεύριζαν, τώρα τα βλέπω πολύ διαφορετικά: γελώ!».

 

Ένα κοιμητήριο έχει τη δική του μικρή κοινωνία. «Μία κοινωνία ξεχωριστή που δεν διαφέρει πολύ όμως από την έξω», τονίζει ο νεκροθάφτης.

 

 

Συγκρούσεις πάνω από τάφους

 Υπάρχουν περιπτώσεις που και οι δύο έχουν να αντιμετωπίσουν δυσάρεστες συμπεριφορές του κόσμου, όταν για παράδειγμα μία γυναίκα δεν μπορεί να θαφτεί δίπλα στον οικογενειακό τάφο του συζύγου της, γιατί η οικογένεια του πρώτου διαφωνεί «ή όταν μία νύφη έρχεται να αφήσει λίγα λουλούδια στον τάφο της πεθεράς της, και τότε εκνευρισμένη η κόρη της θανούσας αρπάζει τα λουλούδια και τα πετά, διότι ποτέ η νύφη δεν επισκέφθηκε την πεθερά της όσο ακόμη ζούσε», προσθέτει ο κ. Καραγιώργης. «Επειδή ο άλλος είναι πονεμένος, χρειάζεται ιδιαίτερη μεταχείριση», τονίζει εδώ, «και να εξηγείς προσεκτικά και υπομονετικά».

 

 

Κάθε Σάββατο πίνει καφέ με τον νεκρό άνδρα της

Ο Ανδρέας Κεκκουρή απομονώνει από τις πολλές ιστορίες, μία σπάνια και ασυνήθιστη περίπτωση, όπου τα τελευταία χρόνια μία γυναίκα έρχεται κάθε Σάββατο στο κοιμητήριο, πάντα στις δέκα το πρωί, για να πιει καφέ με τον νεκρό άνδρα της. Ομολογεί ότι στην αρχή έμεινε να την κοιτά παραξενεμένος, όμως όταν πλησίασε και τη γνώρισε, κατάλαβε ότι έχει τα λογικά της και ότι απλώς έχει τη συγκεκριμένη ανάγκη. «Μάλιστα, κάθομαι και πίνω κι εγώ καφέ», προσθέτει χαμογελώντας ο κ. Κεκκουρή. Μία άλλη κυρία αφήνει κατοικίδια στον τάφο της κόρης της, ξέροντας πόσο πολύ τα αγαπούσε, ενώ σε άλλη περίπτωση ένα κλουβί καναρινιού, άδειο σήμερα, παραπέμπει σε κάτι ανάλογο. «Πολλοί τάφοι έχουν να ‘διηγηθούν’ ιστορίες», επιβεβαιώνει ο νεκροθάφτης.

 

 

Οικογενειακός τάφος Προέδρου Γλαύκου Κληρίδη.