Φόρμα αναζήτησης

Δηκτικός ο έφορος Κρατικών Ενισχύσεων προς αρμόδιες αρχές, για ενισχύσεις και καταχρήσεις

Τις δυσχέρειες που επηρεάζουν την ορθολογικότητα και την αποτελεσματικότητα της πολιτικής χορήγησης των κρατικών ενισχύσεων στην Κύπρο, με την προσδοκία να αλλάξει η φιλοσοφία που ακολουθείται στη χώρα μας, υπογραμμίζει στην τελευταία έκθεση που επέδωσε πρόσφατα στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ο έφορος Ελέγχου Κρατικών Ενισχύσεων Θεοφάνης Θεοφάνους. Μιλώντας στον «Π», ο κ. Θεοφάνους, ο οποίος αυτό το διάστημα έχει συναντήσεις με πολιτικούς αρχηγούς σε μια προσπάθεια να ενημερώσει για τις δραστηριότητες του γραφείου του -και γενικά για το ενωσιακό δίκαιο και τους όρους και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες τα κράτη μέλη δύνανται να ενισχύσουν οικονομικά κλάδους επιχειρήσεων χωρίς να προκύπτει αθέμιτος ανταγωνισμός-, στέκεται ιδιαίτερα στην κατάχρηση των ενισχύσεων de minimis από τις αρμόδιες αρχές. Θέμα που θέτει βεβαίως από το 2015 όταν διορίστηκε στη θέση του εφόρου. Μάλιστα, από τις πρώτες του παρουσίες στη Βουλή και δη στην Επιτροπή Οικονομικών τον Οκτώβριο του 2016 στάθηκε ιδιαίτερα στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας οι οποίες, όπως ανέφερε, χρησιμοποιούνται μέχρι και για ρουσφέτια, τα γνωστά τσιεκκούθκια που δίνουν οι υπουργοί. Ο κ. Θεοφάνους έκανε λόγο τότε για κακές ενισχύσεις που πρέπει να αποφεύγονται καλώντας τα υπουργεία να μελετούν τους κανονισμούς και να μην καταφεύγουν στις de minimis ως εύκολη λύση.

Δέον πάντως να τονιστεί πως το Υπουργικό Συμβούλιο έτεινε τελικά ευήκοον ους στην έκκληση του εφόρου και με πρόσφατη απόφασή του για νέα πολιτική επί των κρατικών ενισχύσεων εξουσιοδότησε την Κυπριακή Ακαδημία Δημόσιας Διοίκησης να προχωρήσει σε περαιτέρω εκπαίδευση του προσωπικού της δημόσιας υπηρεσίας όσον αφορά τα σχέδια ενισχύσεων που ετοιμάζουν έτσι ώστε να είναι στηριγμένα στους απαλλακτικούς κανονισμούς. Σημειώνεται πως ήδη το γραφείο του εφόρου προβαίνει σε σεμινάρια αλλά, όπως αποδεικνύεται, χρειάζονται πρόσθετα. Στο σημείο αυτό υπενθυμίζεται πως με επιστολή του στη Βουλή πέρσι ο κ. Θεοφάνους κληθείς να απαντήσει στον βουλευτή Γ. Περδίκη για το κατά πόσο οι αρμόδιες αρχές έχουν επαρκή γνώση για τις δυνατότητες παραχώρησης κρατικών ενισχύσεων, δη στον τομέα του Περιβάλλοντος – Γεωργίας, είχε από τότε δηλώσει πως «η γνώση του ενωσιακού κεκτημένου των κρατικών ενισχύσεων αποτελεί υποχρέωση των αρμόδιων αρχών. Εντούτοις, οι αρμόδιες αρχές δεν είναι πλήρως εξοικειωμένες με το δίκαιο των κρατικών ενισχύσεων». Έχοντας δε ως γνώμονα τα μέτρα ενισχύσεων που υποβάλλονται στο γραφείο του για αξιολόγηση και τις επαφές των λειτουργών του με τους λειτουργούς των Υπουργείων Γεωργίας και Ενέργειας, ο κ. Θεοφάνους ανέφερε πως η γνώση του δικαίου των κρατικών ενισχύσεων, που αφορά το περιβάλλον, υστερεί εκείνης των λοιπών τομέων. «Αυτό οφείλεται στον αισθητά μικρότερο αριθμό μέτρων για το περιβάλλον που καταρτίζονται στην Κύπρο σε σύγκριση με εκείνο των άλλων τομέων», τόνισε τότε για να προβληματίσει τους βουλευτές.

 

Από έσχατη, πρώτη επιλογή

Σύμφωνα με τον κ. Θεοφάνους, πέραν των Απαλλακτικών Κανονισμών, το άλλο βασικό πλαίσιο κανόνων που επιτρέπει την εφαρμογή ενισχύσεων χωρίς την έγκριση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι το πλαίσιο για τις Ενισχύσεις Ήσσονος Σημασίας (de minimis). Ως «Ήσσονος Σημασίας» ορίζονται οι ενισχύσεις που δεν υπερβαίνουν ένα καθορισμένο ανώτατο όριο ποσού, κάτω από το οποίο θεωρείται ότι δεν εφαρμόζεται το Άρθρο 107 (1) της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) επειδή, λόγω του ύψους τους, θεωρείται ότι δεν έχουν αισθητές επιπτώσεις στις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών. «Συνεπώς, ως προς τις ενισχύσεις αυτές δεν εφαρμόζονται οι κανόνες συμβατότητας των κρατικών ενισχύσεων και μπορούν να χορηγούνται για οποιονδήποτε σκοπό εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, όπως οι εξαγωγικές ενισχύσεις», σημειώνει. Την ίδια ώρα, ωστόσο, ο έφορος τονίζει πως η δυνατότητα αυτή αξιοποιείται από πολλά κράτη μέλη της ΕΕ ως διέξοδος, ήτοι ως έσχατη επιλογή, όπου δηλαδή το κράτος προτίθεται να χορηγήσει ενισχύσεις οι οποίες δεν δύναται να υπαχθούν στις συμβιβάσιμες κρατικές ενισχύσεις. «Για την τήρηση των ως άνω ορίων, η Κυπριακή Δημοκρατία εφαρμόζει, σύμφωνα με τους περί Ελέγχου των Κρατικών Ενισχύσεων (Ενισχύσεις Ήσσονος Σημασίας) Κανονισμούς του 2009 και 2012, την υποχρεωτική υποβολή γραπτής δήλωσης από τις δικαιούχους επιχειρήσεις, στην οποία αναγράφονται όλες οι ενισχύσεις που αυτές λαμβάνουν ανά κυλιόμενη τριετία. Η εν λόγω μέθοδος ελέγχου έχει αποδειχθεί στην πράξη αναποτελεσματική καθώς η τήρηση της νομιμότητας επαφίεται καθαρά στις ίδιες τις επιχειρήσεις και όχι στις αρμόδιες αρχές, οι οποίες, λόγω της απουσίας κεντρικού μητρώου ενισχύσεων ή ενός συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ τους, δεν είναι σε θέση να ελέγξουν την ακρίβεια των στοιχείων που υποβάλλονται από τις επιχειρήσεις».

Ο κ. Θεοφάνους εξηγεί περαιτέρω πως «παρόλο που είναι αδύνατον να υπάρξουν συγκεκριμένα στοιχεία, είναι προφανές ότι υπάρχουν πολλά φαινόμενα λήψης ενισχύσεων de minimis από επιχειρήσεις καθ’ υπέρβαση των προβλεπόμενων ορίων. Η υπέρβαση του ορίου καθιστά αυτόματα παράνομες τις ενισχύσεις αυτές, οι οποίες θα πρέπει υπό κανονικές συνθήκες να ανακτώνται. Στην Κύπρο, οι ενισχύσεις de minimis έχουν καταστεί το κατ’ εξοχήν εργαλείο άσκησης πολιτικής κρατικών ενισχύσεων ανεξαρτήτως του εάν οι ενισχύσεις αυτές θα μπορούσαν να χορηγηθούν ως κρατικές ενισχύσεις συμβατές με τους λοιπούς κανόνες κατόπιν έγκρισής τους είτε από τον έφορο είτε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή». Όπως διαπιστώνει ο έφορος, οι αρμόδιες αρχές προτιμούν τον κανόνα de minimis ως μέσο για την ελάττωση του διοικητικού φόρτου στη διεκπεραίωση αιτημάτων ενίσχυσης, «παρότι, κατά τη γνώμη μου, κάτι τέτοιο θα πρέπει να είναι εκτός των στόχων των ενισχύσεων de minimis. Οι ενισχύσεις de minimis, λόγω του σωρευτικού ορίου, θα πρέπει να αποτελούν την έσχατη επιλογή, ήτοι κάλυψη επείγουσας φύσης αναγκών χρηματοδότησης επιχειρήσεων με κρατικούς πόρους».

 

Προτελευταία χώρα της ΕΕ στη χρήση του η Κύπρος – στα αζήτητα ο κυριότερος απαλλακτικός Κανονισμός

Είναι χαρακτηριστικό ότι η Κύπρος είναι η προτελευταία χώρα της ΕΕ στη χρήση του κυριότερου «Απαλλακτικού Κανονισμού», ήτοι του Κανονισμού (ΕΕ) αρ. 651/2014 που καθορίζει τις κατηγορίες των συμβατών κρατικών ενισχύσεων που απαλλάσσονται από την εκ των προτέρων κοινοποίησή τους στην Επιτροπή και μπορούν να εφαρμοσθούν αμέσως από τα κράτη. Συγκεκριμένα, ο μέσος όρος χρήσης του εν λόγω Απαλλακτικού Κανονισμού στην ΕΕ είναι γύρω στο 96% των μέτρων ενισχύσεων με συνεχή αυξητική τάση, ενώ στην Κύπρο κυμαίνεται γύρω στο 45%. Ο στόχος της ΕΕ είναι η ολοένα μεγαλύτερη χρήση των Απαλλακτικών Κανονισμών. Ο Απαλλακτικός Κανονισμός (ΕΕ) αρ. 651/2014 έχει ως κύριο χαρακτηριστικό τη διεύρυνση των κατηγοριών ενισχύσεων που μπορούν να εγκρίνονται σε επίπεδο κράτους μέλους. Η Επιτροπή στήριξε τη ρύθμιση αυτή στην εμπειρία που αποκτήθηκε από τα κράτη μέλη στην εφαρμογή των κανόνων των κρατικών ενισχύσεων καθώς και στην ταχύτερη εφαρμογή των μέτρων ενισχύσεων που θα συνεπάγεται η έγκρισή τους σε εθνικό επίπεδο. Στόχος της Επιτροπής είναι η εφεξής επικέντρωσή της στην αξιολόγηση των ενισχύσεων που θα έχουν τον μεγαλύτερο αντίκτυπο στις ενδοκοινοτικές συναλλαγές. «Η αυτόματη χρήση, συνεπώς, των Απαλλακτικών Κανονισμών εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, αφού εξασφαλίζει την αποτελεσματικότητα των μέτρων ενισχύσεων και συντελεί στην καταπολέμηση της κρατικής σπατάλης. Ως εκ τούτου, φρονώ ότι οι αρμόδιες αρχές κατά τη χάραξη της πολιτικής τους θα πρέπει να εξαντλούν τα περιθώρια εφαρμογής μέτρων ενισχύσεων που προσφέρουν οι Απαλλακτικοί Κανονισμοί και να χρησιμοποιούν τις ενισχύσεις de minimis μόνο σε περιπτώσεις ενισχύσεων που από τη φύση τους δεν μπορούν να κηρυχτούν συμβατές με την εσωτερική αγορά», τονίζει ο έφορος.

 

Αποτελεσματικός έλεγχος

Όπως πληροφορεί πάντως το γραφείο του εφόρου, έχουν ήδη γίνει όλες οι προπαρασκευαστικές εργασίες για την εισαγωγή του ηλεκτρονικού Κεντρικού Συστήματος Μητρώων Κρατικών Ενισχύσεων και Ενισχύσεων Ήσσονος Σημασίας μέσω του οποίου θα ασκείται αποτελεσματικός έλεγχος της χορήγησης κρατικών ενισχύσεων. Το γραφείο του εφόρου σε συνεργασία με το Τμήμα Υπηρεσιών Πληροφορικής αφού πρώτα ενημέρωσε όλες τις αρμόδιες αρχές για την ανάγκη εισαγωγής του εν λόγω συστήματος και τον γενικό σχεδιασμό του, ακολούθως πραγματοποίησε σειρά κατ’ ιδίαν συναντήσεων με κάθε αρχή χωριστά προκειμένου να έχει τις παρατηρήσεις της, οι οποίες λήφθηκαν υπόψη κατά την ετοιμασία των εγγράφων του διαγωνισμού του έργου. Το έργο προκηρύχθηκε την 1/2/2019 και αναμένεται να τεθεί σε εφαρμογή εντός του 2020.