Φόρμα αναζήτησης

Δεν μπορούσαν να ελέγξουν τηλεπικοινωνιακά δεδομένα

Από τη στιγμή που το φρεάτιο στο Μιτσερό «ξέβρασε» το πρώτο πτώμα και αποδείχθηκε ότι επρόκειτο για γυναίκα που είχε δηλωθεί ως ελλείπουσα, το βλέμμα όλων στράφηκε στην Αστυνομία με επικρίσεις για την παράλειψή της να εξετάσει τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα της εξαφανισθείσας και εγκαίρως να φτάσει στον «Ορέστη». Ιδιαιτέρως επικριτικοί υπήρξαν βουλευτές και κόμματα με ανακοινώσεις, αποδίδοντας απροθυμία, αναλγησία, αδιαφορία, ακόμα και ρατσισμό σε μέλη της Αστυνομίας που δεν βρήκαν άκρη από το πρώτο διάστημα. Το αν υπήρξε ολιγωρία, θα τον δείξει η έρευνα που διατάχθηκε.
Ωστόσο, τα κόμματα και οι βουλευτές, θα έπρεπε να γνώριζαν ότι το 2007 με το νόμο 183 περί διατήρησης τηλεπικοινωνιακών δεδομένων με σκοπό τη διερεύνηση σοβαρών ποινικών αδικημάτων, είχαν αποκλείσει τις περιπτώσεις εξαφανίσεων, από τη δυνατότητα της Αστυνομίας να ζητήσει την αξιοποίησή τους. Οι εξαφανίσεις είχαν εξαιρεθεί και το 2008, όταν τροποποιήθηκε ο νόμος για να συμπεριληφθούν και οι υποθέσεις απαγωγής.
Το 2015 με τη νομοθεσία που ψηφίστηκε για άρση του απορρήτου στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες με γραπτή μορφή (όχι ήχο), οι εξαφανίσεις και πάλι δεν περιλαμβάνονταν στο πεδίο εφαρμογής της νομοθεσίας. Ως εκ τούτου, ο ίδιος ο νόμος απαγόρευε και απαγορεύει τον έλεγχο των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων, ατόμων που δηλώνονται ως εξαφανισθέντα.
Όταν το 2007 τέθηκε για πρώτη φορά το θέμα για δυνατότητα της Αστυνομίας να εξετάζει και τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα ανθρώπων των οποίων έχει δηλωθεί η εξαφάνιση, η Βουλή θεώρησε πως αποτελούσε υπερβολή και κατόπιν διαβούλευσης υπήρξε συμβιβασμός έτσι ώστε στο πεδίο εφαρμογής του νόμου να εμπίπτουν τα αδικήματα τα οποία τιμωρούνται με ποινές φυλάκισης σε περίπτωση καταδίκης, άνω των 5 ετών.
Είχε υποστηριχθεί ότι κάποιοι άνθρωποι ενδεχομένως να μην ήθελαν να διατηρήσουν επαφές με το περιβάλλον τους και γι’ αυτό τον λόγο θα ήταν υπερβολικό να ελέγχονται τα προσωπικά τους δεδομένα χωρίς να έχουν δώσει συγκατάθεση. Μετά τις τελευταίες εξελίξεις είναι πολύ πιθανόν να υπάρξει τροποποίηση της υφιστάμενης νομοθεσίας.