Φόρμα αναζήτησης

Θείος και θεία έδειραν τον γαμπρό

Θείος και η σύζυγος του κατηγορήθηκαν για επίθεση και πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης στον παραπονούμενο μετά την κατάρρευση του δεσμού που είχε με την αδελφότεκνη του πρώτου. Κατά τη διάρκεια της δίκης ο θείος απεβίωσε και η υπόθεση προχώρησε μόνο για τη σύζυγο, η οποία κρίθηκε ένοχη πρωτόδικα και καταδικάστηκε σε πρόστιμο.

Η θεία προσέβαλε την πρωτόδικη απόφαση στο Εφετείο, αλλά η έφεση της απορρίφθηκε. Σύμφωνα με τα γεγονότα η κατάσταση των δύο δεσμευμένων ήταν τόσο τεταμένη που η αδελφότεκνη εξασφάλισε απαγορευτικό διάταγμα εναντίον του παραπονούμενου. Από τα ευρήματα δε του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η σύγκρουση μεταξύ του πρώην ζεύγους και είχε ρόλο και η εφεσείουσα ως θεία, η οποία δεν ενέκρινε τη σχέση και προέτρεψε την κοπέλα να τη διακόψει.

Το επίδικο συμβάν έλαβε χώρα όταν ένα βράδυ ο θείος και η θεία αντιλήφθηκαν το όχημα του παραπονούμενου να βρίσκεται σταθμευμένο  σε ανοιχτό χώρο απέναντι από την πολυκατοικία όπου βρισκόταν το διαμέρισμα της αδελφότεκνης. Τότε θεώρησαν καλό να μπλοκάρουν την έξοδο του ανοιχτού χώρου με το αυτοκίνητο τους και να εξέλθουν του οχήματος.

Ήταν η εκδοχή του παραπονούμενου ότι τους πλησίασε για να τους ζητήσει να το μετακινήσουν, οπότε κατάλαβε ποιοι ήταν. Εκείνοι τον έβρισαν και του επιτέθηκαν, τον τράβηξαν από το παλτό, αυτός προσπάθησε να απελευθερωθεί, προχώρησε με κάποια βήματα προς παρακείμενο περίπτερο για να καλέσει την αστυνομία, τον χτύπησαν και οι δύο με τα χέρια στην πλάτη και τους ώμους, έχασε την ισορροπία του, με αποτέλεσμα  να πέσει στο πεζοδρόμιο και να κτυπήσει. Άρχισε να φωνάζει ζητώντας βοήθεια και παράλληλα, μπόρεσε και τηλεφώνησε σε φίλο του, περίοικο, με τον οποίο είχε σκοπό να συναντηθεί εκείνο το βράδυ και τον ενημέρωσε ζητώντας του να κατεβεί αμέσως κάτω. Πέραν μικροτραυματισμών, υπέστη κάταγμα του ισχίου, εξ ου και η κατηγορία για βαρεία σωματική βλάβη.

Η εκδοχή της εφεσείουσας ήταν ότι ναι μεν στάθμευσαν το όχημα τους με τρόπο που να μην μπορούσε ο παραπονούμενος να εξέλθει του χώρου, αλλά ουδέν πέραν τούτου. Ο παραπονούμενος πήγαινε μπροστά πίσω σαν συγχυσμένος και συγχυσμένος συνέχισε να δείχνει όταν του ανέφεραν ότι του έκλεισαν το δρόμο γιατί είχαν ειδοποιήσει την αστυνομία και ανέμεναν  την άφιξη της. Σε κάποια φάση εκείνος με γοργό βήμα κατευθύνθηκε προς το περίπτερο και αφού έχασε το βηματισμό του έπεσε στο έδαφος και άρχισε να φωνάζει «βοήθεια, βοήθεια δέρνουν με». Η εφεσείουσα και ο σύζυγος ούτε καν τον πλησίασαν αλλά  βρίσκονταν σε απόσταση 5-6 μέτρων. Το δικαστήριο είχε την ευκαιρία εκτός από τον παραπονούμενο να ακούσει και τον φίλο του που πήγε αμέσως στη σκηνή μετά την έκκληση του παραπονούμενου. Ο μάρτυρας επιβεβαίωσε την εκδοχή του τελευταίου ότι είχαν κανονίσει να συναντηθούν εκείνο το βράδυ στο σπίτι του.

Ο μάρτυρας εξάλλου κατάθεσε πως όταν έφθασε στη σκηνή είδε τον φίλο του πεσμένο στο έδαφος και του είπε στην παρουσία των κατηγορουμένων πως τον κτύπησαν η εφεσείουσα και ο σύζυγος της. Ο ισχυρισμός αυτός δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση.

Όταν τους ρώτησε γιατί τον χτύπησαν η εφεσείουσα απάντησε «εν τζαι λλία που του εκάμαμε».

Απορρίπτοντας ομόφωνα την έφεση οι τρεις Δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου Αντώνης Λιάτσος, Τεύκρος Οικονόμου και Ανδρούλα Πούγιουρου τόνισαν και τα ακόλουθα σχολιάζοντας την ποινή του προστίμου που επιβλήθηκε στην εφεσείουσα: «Κρίνουμε αναγκαίο να υποδείξουμε, υπό μορφή γενικότερης παρατήρησης, ότι τα αδικήματα αυτής της φύσης, τα οποία διαπράττονται με απαράδεκτα μεγάλη συχνότητα και τα οποία ενέχουν το στοιχείο της αυθαιρεσίας, της αυτοδικίας και της βίαιης επιθετικότητας έναντι συνανθρώπου, η οποία συνιστά παράλληλα βάναυση προσβολή της προσωπικότητας του, θα πρέπει να τιμωρούνται αυστηρά και αποτρεπτικά, ιδιαίτερα όταν δεν ακολουθεί έμπρακτη μεταμέλεια».