Φόρμα αναζήτησης

Από Ιερά εξέταση ο Χάρης-Άπιστοι Θωμάδες οι βουλευτές για δυσπραγούσα Εκκλησία

Τα στοιχεία που παίρνουν με το σταγονόμετρο οι βουλευτές-μέλη της Επιτροπής Οικονομικών αναφορικά με την αναγκαιότητα της διά νόμου επικαιροποίησης της συμφωνίας κράτους- Εκκλησίας, μιας συμφωνίας που ουσιαστικά διαβουλεύτηκε ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος με τον εαυτό του το 1971 -σε μια άλλη εποχή με άλλα δεδομένα για την Εκκλησία- πολλαπλασιάζουν τις ερωτήσεις που υποβάλλουν πλην, όμως, δεν παίρνουν πειστικές απαντήσεις από τους καλεσμένους τους εδώ και τρεις συνεχόμενες συνεδρίες. Από τη μια, η γενική λογίστρια εξηγεί τα διαδικαστικά της καταβολής της δαπάνης από το κράτος στους επιδοτούμενους ιερείς και τον λόγο που πρέπει να ρυθμιστεί νομικά το θέμα, και από την άλλη ο εκπρόσωπος της Εκκλησίας Γ. Χαριλάου καταθέτει τις δικές της θέσεις. Πλην, όμως, απουσιάζει η πολιτική τοποθέτηση αυτού που διαβουλεύτηκε εκ μέρους της κυβέρνησης την επικαιροποίηση της συμφωνίας. Σφήνα στα πιο πάνω, τα στοιχεία που καταφθάνουν από το Κτηματολόγιο αναφορικά με το δεύτερο σκέλος της συμφωνίας του 1971 που αφορούσε τη μεταβίβαση συγκεκριμένου αριθμού τεμαχίων γης της Εκκλησίας στο κράτος ως αντιπαροχή για την επιχορήγηση της μισθοδοσίας του εφημεριακού κλήρου (με μηνιαίο ποσό που αντιστοιχεί στο ένα δεύτερο της μισθοδοσίας των πρωτοδιόριστων δημοδιδασκάλων).

Διαβάστε επίσης: Στη Βουλή η αρωγή σε ιερείς – Η ανάγκη, το φιλότιμο και ο οβολός εκατομμυρίων

Κράτος σκυφτό, ευλογημένο!

Αυτή η μεταβίβαση άρχισε μετά από την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, μόλις τον περασμένο Ιανουάριο, για να πληροφορηθούν χθες οι βουλευτές ότι η συνολική αγοραία αξία των ακινήτων σε τιμές 1/1/2018 που έχουν ήδη μεταβιβαστεί ή πρόκειται να μεταβιβαστούν στις ελεύθερες περιοχές ανέρχεται σε 34,5 εκατ. ευρώ, ενώ σε τιμές του 2010 ανερχόταν σε 81 εκατ. ευρώ. Σημειώνεται πως το κράτος, από το 1983 που υπάρχουν στοιχεία μέχρι και το τέλος του 2018 δαπάνησε συνολικά 136,7 εκατ. ευρώ για επιχορήγηση των ιερέων. Αν αναλογιστεί κανείς ότι το 1983 η κρατική αρωγή ανήλθε σε 1,35 εκατ. ευρώ, συνάγεται πως το συνολικό ποσό από το 1971 ξεπερνά τα 140 εκατ. ευρώ. «Τα τεμάχια στις ελεύθερες περιοχές δεν καλύπτουν επ’ ουδενί τα περίπου 140 εκατ. που έχουν δοθεί στους ιερείς και τα άλλα 80 εκατ. που υπολογίζεται να δοθούν μέχρι το 2029» δήλωσε ο βουλευτής των Οικολόγων Γ. Περδίκης, για να παρατηρήσει ότι «η συμφωνία έχει αόριστο τέλος» και «δεν έχει πρόνοια πως θα καλύπτονται από εκεί και πέρα και κατά πόσον θα είναι με την παραχώρηση περαιτέρω περιουσίας από την Αρχιεπισκοπή».

Είναι για αυτό που χθες με έντονο ύφος και οργισμένοι γιατί δεν παίρνουν τις δέουσες απαντήσεις, οι βουλευτές του ΑΚΕΛ, μέλη της επιτροπής, Σ. Στεφάνου, Αρ. Δαμιανού και Α. Καυκαλιάς ζήτησαν επιτακτικά στην επόμενη συνεδρία να παραστεί ο υπουργός Οικονομικών. Κάνοντας λόγο για δεδομένη διαπλοκή κράτους με Εκκλησία, ο κ. Δαμιανού σημείωσε ότι ρόλος και μέλημα της Βουλής είναι να υπάρξει διαφάνεια και να αποτραπεί η διασπάθιση δημοσίου χρήματος. Με τη σειρά του ο κ. Στεφάνου, που προανήγγειλε τροπολογίες επί του νομοσχεδίου στην ολομέλεια, διερωτήθηκε τι υπάρχει πίσω από το νομοσχέδιο «που έχει έρθει ως αποτέλεσμα συμφωνίας του κράτους με την Εκκλησία και τι ενδεχομένως έχει συμφωνηθεί μεταξύ κράτους και εκκλησίας».

Των πιο πάνω λεχθέντων, η ολομέλεια θα αποφανθεί για την τύχη του νομοσχεδίου, με τον ΔΗΣΥ και το ΔΗΚΟ να μην εκφράζουν έντονες θέσεις ή να μην επιβάλλουν ερωτήματα επί του παρόντος…

Δυσπραγεί σήμερα η Εκκλησία;

Oι λόγοι σύναψης συμφωνίας μεταξύ κράτους- Εκκλησίας, η οποία παραμένει μέχρι σήμερα από τους μεγαλύτερους ιδιοκτήτες γης, αν όχι ο μεγαλύτερος, αποκαλύπτει η πρόταση ημερ. 11/2/1971 προς το Υπουργικό Συμβούλιο, η οποία κατατέθηκε στη Βουλή. Όπως εξηγούσε ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, «παρά τις προσπάθειες για αξιοποίηση της (σημαντικής) εκκλησιαστικής περιουσίας -οι προσπάθειες αυτές από πολλούς παρεξηγούνται και προβάλλονται ως αντίθετες προς την πνευματική ιδιότητα και αποστολή της Εκκλησίας- δεν νομίζουμε ότι, στο εγγύς μέλλον τουλάχιστον, θα μπορέσει η Εκκλησία να λύσει ικανοποιητικώς το πρόβλημα της μισθοδοσίας του εφημεριακού της κλήρου. Για αυτό και εισηγούμαστε την κρατική αρωγή». Από τα πιο πάνω προκύπτει πως παρ’ ότι ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί επιχειρηματικά ή για κέρδος την εκκλησιαστική περιουσία, δεν το έπραττε για να μην πάει ενάντια -τότε- στην αποστολή της Εκκλησίας. Αυτό που μένει να απαντηθεί είναι ποια η ανάγκη σήμερα συνέχισης της εν λόγω συμφωνίας και μάλιστα της νομοθετικής ρύθμισής της; Δέον να τονιστεί ότι για το θέμα είχε προβεί σε συστάσεις η Ελεγκτική Υπηρεσία στις ετήσιες εκθέσεις της το 2007 και το 2008. Η τότε γενική ελέγκτρια έγραφε πως «επειδή τα δεδομένα που λήφθηκαν υπόψη για την πιο πάνω απόφαση έχουν διαφοροποιηθεί αισθητά από τότε (π.χ. διαφοροποίηση των αγροτικών σε αστικές περιοχές, απώλεια διαθέσιμης γης λόγω εισβολής, αύξηση των εσόδων της Εκκλησίας κ.λπ.), εισηγήθηκα όπως, λαμβάνοντας υπόψη και τα σημερινά οικονομικά δεδομένα της Εκκλησίας, το θέμα επανεξεταστεί και επαναξιολογηθεί».

Περαιτέρω ο ΥΠΟΙΚ θα κληθεί να απαντήσει:

  • Γιατί αποσύρθηκε νομοσχέδιο που αυτή η κυβέρνηση κατέθεσε το 2015 και προέβλεπε κλείδωμα των επιδοτούμενων ιερέων σε 700 μέχρι το 2025, για να καταθέσει το νέο που προβλέπει αύξησή τους (και άρα και της επιχορήγησης) σε 850 μέχρι το 2025;
  • Σήμερα, ο κάθε ιερέας πληρώνεται σε προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό κάθε μήνα ένα κατ΄ αποκοπή ποσό από τη Δημοκρατία. Με το νομοσχέδιο προνοείται η διενέργεια μίας μόνο συνολικής πληρωμής σε ταμείο της Εκκλησίας, η οποία θα αναλαμβάνει εξολοκλήρου τη μισθοδοσία τους. Υπάρχει τέτοιο προηγούμενο και πώς θα ελέγχεται ότι εξυπηρετείται ο σκοπός;
  • Το 1971 ύπαιθρος εθεωρείτο η εκτός των τειχών περιοχή της Λευκωσίας, σήμερα;