Φόρμα αναζήτησης

Αναζητώντας τους ναούς του Μάστρε-Γιακουμή (pics)



Ενώπιον του υπολογιστή του, ο πιλότος επιβατικών αεροπλάνων Παύλος Ατταλίδης μάς «ταξιδεύει», μέσα από φωτογραφίες και γραπτές πηγές, στη νεότερη ιστορία της κυπριακής αρχιτεκτονικής εκκλησιών. Σε μερικές ώρες θα πετάξει για Θεσσαλονίκη, όπου είναι η βάση του, αλλά για τον προπάππο του Ιάκωβο Παύλου ή Μάστρε-Γιακουμή από την Κοντέα, έναν από τους γνωστότερους και σημαντικότερους πρωτομάστορες, ναοδόμους και λιθοξόους στα τέλη του 19ου με αρχές του 20ού αιώνα, έχει ασυζητητί διαθέσιμο χρόνο για να μιλήσει. Μάλιστα δηλώνει στον «Π» ενθουσιασμένος για την τιτάνια έρευνα που έχει ξεκινήσει τους τελευταίους μήνες, μαζί με άλλα δεύτερά ξαδέρφια του, ώστε να αποθησαυρίσουν όσο γίνεται περισσότερες πληροφορίες για το έργο – σε ελάχιστο βαθμό καταγραμμένο μέχρι σήμερα και δυσανάλογα με τη φήμη του – που άφησε πίσω του ο κοινός τους πρόγονος.

 

«Βοήθησε» ο κορωνοϊός

Όπως παραδέχεται ο Παύλος Ατταλίδης, η πανδημία του κορωνοϊού, που έφερε την καθήλωση των αεροπλάνων την περασμένη άνοιξη, τον βοήθησε στο να συγκεντρώσει την πλειοψηφία των πληροφοριών που είχαν μέχρι τότε διάφοροι απόγονοι του Μάστρε-Γιακουμή, και όχι μόνο, με αποτέλεσμα να αρχίσουν σιγά-σιγά να φωτίζονται σημαντικές πτυχές από το βίο και την πολιτεία του. Διαβεβαιώνει ότι γι’ αυτό τον σκοπό εργάστηκε καθημερινά για 12-15 ώρες, μαζί με τα δεύτερα ξαδέρφια του, τα οποία θέλει να αναφέρει, τη Θεανώ Φαφούρτη Βασιλειάδου και τον Γιώργο Χατζηκυριάκο. Επίσης, ο Παύλος Ιακώβου είχε δημιουργήσει μία δημόσια ομάδα στο facebook με την ονομασία «ΜΑΣΤΡΕ ΓΙΑΚΟΥΜΗΣ (ΙΑΚΩΒΟΣ ΠΑΥΛΟΥ)», που έχει βοηθήσει ως «τράπεζα» κατάθεσης πληροφοριών από συγγενείς, και όχι μόνο. Το αξιοσημείωτο της όλης ιστορίας είναι το γεγονός ότι ο Μάστρε-Γιακουμής και η ανάγκη ανασύστασης του παρελθόντος του, στάθηκε ο κινητήριος μοχλός που ώθησε τον Παύλο Ατταλίδη να δημιουργήσει το γενεαλογικό δέντρο της οικογένεάς του, ώστε να βρεθούν συγγενείς – μέχρι τότε άγνωστοι οι πλείστοι μεταξύ τους- που να μπορούσαν να καταθέσουν τις δικές τους πληροφορίες για τον κοινό πρόγονο, κάτι που έγινε.  Ό,τι γνωστό υπάρχει μέχρι σήμερα για τον Μάστρε-Γιακουμή, με πρόσφατες δημοσιεύσεις στις διαδικτυακές εγκυκλοπαίδειες Wikipedia και Polignosi (της Τράπεζας Κύπρου και της εφημερίδας ΠΟΛΙΤΗΣ), οφείλεται στη δουλειά που έκαναν οι απόγονοί του κατά τον εγκλεισμό της πανδημίας του κορωνοϊού. Όμως, η προσπάθειά τους δεν σταματά εδώ. Υπάρχει μεγάλος δρόμος ακόμα να διανύσουν και γι’ αυτό τον λόγο κάνουν έκκληση μέσω του «Π» προς όποιον αναγνώστη μπορεί να βοηθήσει στο να προστεθούν κι άλλα στοιχεία για το έργο του Ιάκωβου Παύλου, να επικοινωνήσει μαζί τους μέσω της προαναφερθείσας δημόσιας ομάδας στο facebook.

 

Η εκκλησία της Παναγίας της Λύσης (1888-1901), έργο μοναδικό στην Κύπρο, αφού είναι το μόνο που παρουσιάζει νεογοτθικά στοιχεία. Πηγή έμπνευσης του Μάστρε-Γιακουμή ο καθεδρικός ναός του Αγίου Νικολάου στην Αμμόχωστο.  

 

Φωτογραφία από τα τελευταία στάδια κατασκευής της εκκλησίας, γύρω στο 1900. Η πρωτότυπη φωτογραφία βρίσκεται σε οικογενειακό αρχείο και υπάρχει προφορική επιβεβαίωση ότι στο κέντρο είναι ο ιερέας της Λύσης με τον Μάστρε-Γιακουμή στα δεξιά του, με τη βράκα. Δεν έχει επιβεβαιωθεί η ταυτότητα του τρίτου καλοντυμένου ατόμου στα αριστερά. Ίσως να ήταν κάποιος αξιωματούχος της τότε Αγγλικής Διοίκησης ή λιγότερο πιθανό κάποιο μέλος από το γειτονικό τσιφλίκι Λαπιέρ στην Κοντέα.

 

Παναγία Ευαγγελίστρια στο Δάλι (1909).

 

 

Μία φωτογραφία του 1909 – Σαν μέλη ορχήστρας

Με τον Παύλο Ατταλίδη στεκόμαστε σε μία σημαντική φωτογραφία του 1909, όπου βλέπουμε τον πρωτομάστορα με το συνεργείο του, το «συνάφι», όπως τα αποκαλούσαν τότε, να βγάζουν αναμνηστική φωτογραφία στο προαύλιο της εκκλησίας του Τιμίου Σταυρού́ στα Πάνω Λεύκαρα, όπου μεταξύ άλλων κατασκεύασε τους «ηλιακούς», το σημερινό προαύλιο και την είσοδο στη νότια πλευρά. Όπως τα μέλη μίας συμφωνικής ορχήστρας, παρουσιάζονται όλοι τους να κρατούν επιδεικτικά από ένα εργαλείο, ώστε αναπόφευκτα να σταματάμε σε κάθε πρόσωπο για να αντλήσουμε πληροφόρηση. Βλέπουμε τον πρωτομάστορα Γιακουμή Παύλου να κάθεται στο κέντρο της πρώτης σειράς κρατώντας ως πρωτομάστορας – αρχιτέκτονας τον διαβήτη («σχεδίαζαν τότε πάνω στους τοίχους και με κάρβουνο», ανοίγει εδώ μία παρένθεση ο Παύλος Ατταλίδης), δεξιά και αριστερά του οι επίτροποι της εκκλησίας και πίσω το συνεργείο, ένα κράμα από συγγενείς του, μόνιμους υπαλλήλους, αλλά και ντόπιων κατοίκων από τα Πάνω Λεύκαρα. Κάθε ηλικίας – πολλά είναι παιδιά.

Ο Μάστρε-Γιακουμής με το «συνάφι» του στο προαύλιο της εκκλησίας του Τιμίου Σταυρού́ στα Πάνω Λεύκαρα (1909). Παρουσιάζονται όλοι τους να κρατάνε επιδεικτικά ένα εργαλείο. Ο πρωτομάστορας – αρχιτέκτονας στη μέση με μεταλλικό διαβήτη στο χέρι.

 

Επιγραφή του Μάστρε-Γιακουμή μετά την επέκταση και επισκευή που πραγματοποίησε με το συνεργείο του στην εκκλησία Τιμίου Σταυρού στα Πάνω Λεύκαρα.

 

 

 

«Παρέλαση» εργαλείων

Το εκπληκτικό είναι που ο καθένας από αυτούς κρατά επιδεικτικά και ένα εργαλείο: μαρτέλλιν, κουσπίν, σμιλάριν κ.ά. Στη δεύτερη σειρά και στην άκρη δεξιά, ο Παύλος Ατταλίδης έχει να πει για τον Κουμή  Ραουνά από τα Πάνω Λέυκαρα, του οποίου εντόπισε μέσα από έρευνα το προσωπικό ημερολόγιο, με πληροφορίες για τις εργασίες του 1909 στην εκκλησία. Επίσης δείχνει κοντά στον πρωτομάστορα, τον αδερφότεκνό του Μάστρε-Παυλή Ζαοπόα και τον Ιάκωβο Ιακώβου, που σε κατοπινό στάδιο θα γίνει κι αυτός «Μάστρος» και σύζυγος της πρωτότοκης κόρης του. Για αυτή την  ομάδα, η  πλειοψηφία της οποίας ήρθε από τη βάση της, την Αμμόχωστο, μπορούμε να φανταστούμε, όπως τονίζει ο Παύλος Ατταλίδης, ότι απολάμβανε τότε της μέγιστης εκτίμησης από τους ντόπιους, αφού αναλάμβανε εργασίες στον ναό τους. Σύμφωνα με στοιχεία που βρήκε, τέτοιες ομάδες δούλευαν σε διάφορα μέρη της Κύπρου, μετακινούμενες από τόπο σε τόπο, ανάλογα της ζήτησης. Ξεκινούσαν κατά ομάδες και κατευθύνονταν προς όλες τις περιοχές της Κύπρου, όπου ήταν δυνατό να βρουν δουλειά, και ζούσαν στον τόπο εργασίας μέχρι να τελειώσουν το έργο. Μέχρι σήμερα μία σκαλιστή επιγραφή στο μαρμάρινο ανώφλι της νότιας πλευράς του ναού του Τιμίου Σταυρού μαρτυρά το πέρασμα του Μάστρε-Γιακουμή το 1910 από τα Πάνω Λεύκαρα.

 

Ο πιλότος Παύλος Ατταλίδης, ο οποίος είναι δισέγγονος του Μάστρε-Γιακουμή. Όπως δηλώνει στον «Π», η πανδημία του κορωνοϊού, που έφερε την καθήλωση των αεροπλάνων την περασμένη άνοιξη, τον βοήθησε, με τη συνδρομή κάποιων συγγενών, να συγκεντρωθεί για πρώτη φορά όγκος πληροφοριών για τον κοινό τους πρόγονο. Μέσω του «Π», η οικογένεια του Μάστρε-Γιακουμή καλεί όποιον αναγνώστη μπορεί να βοηθήσει στο να προστεθούν κι άλλα στοιχεία για το έργο του να επικοινωνήσει μαζί της.

 

Εκκλησία Αγίου Γεωργίου στο Πραστειό Αμμοχώστου.

 

Επιγραφή του Μάστρε-Γιακουμή από την ίδια εκκλησία.

 

Κενό καταγραφής

Στην πραγματικότητα, η προσπάθειά τους, που όπως τονίζει ο Παύλος Ατταλίδης κυρίως στοχεύει στο να μαζευτεί και να γίνει διαχείριση ενός όγκου υλικού χρήσιμου, όχι τόσο για τους ίδιους αλλά για όλο τον κόσμο, αφορά ένα θέμα από τη νεότερη ιστορία της κυπριακής Αρχιτεκτονικής, για το οποίο λίγα έχουν δημοσιευτεί μέχρι σήμερα. Αυτό το τονίζει στο βιβλίο του «Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΤΩΝ ΚΥΠΡΙΩΝ ΕΠΙ ΑΓΓΛΟΚΡΑΤΙΑΣ 1878-1960» (εκδόσεις Εν Τύποις 2018) ο καθηγητής Αρχιτεκτονικής και Αστικού Σχεδιασμού στο Πανεπιστήμιο Woolverhampton της Αγγλίας Κώστας Γεωργίου, κάνοντας λόγο για τα έργα των Κυπρίων «πρακτικών/εμπειρικών αρχιτεκτόνων», που συνέχιζαν μία παράδοση από τη Βυζαντινή περίοδο και τη Φραγκοκρατία, και μέχρι τα πρώτα χρόνια της Αγγλοκρατίας ήταν οι μόνοι κυρίαρχοι για τον σχεδιασμό μεγάλων έργων, προτού εμφανισθούν οι ακαδημαϊκώς μορφωμένοι αρχιτέκτονες. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο καθηγητής Γεωργίου αρχίζει την εξιστόρηση με την περίπτωση του Μάστρε-Γιακουμή. Πρώτα επιλέγοντας ως εισαγωγική φωτογραφία της πρώτης περιόδου (1878 – Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος) εκείνη του 1909 στο προαύλιο της εκκλησίας του Τιμίου Σταυρού́ στα Πάνω Λεύκαρα. Ακολούθως περιγράφει το νεανικό αλλά και μνημειώδες έργο του Ιάκωβου Παύλου, την εκκλησία της Παναγίας της Λύσης (1888-1901), έργο μοναδικό στην Κύπρο, αφού είναι το μόνο που παρουσιάζει νεογοτθικά στοιχεία. Σύμφωνα με τον καθηγητή Γεωργίου, πηγή έμπνευσης του Μάστρε-Γιακουμή για αυτή την περίτεχνη εκκλησία στάθηκε ο καθεδρικός ναός του Αγίου Νικολάου στην Αμμόχωστο. Μάλιστα παραθέτει αναφορά του δισέγγονού του, Παύλου Ιακώβου, σύμφωνα με την οποία ο Μάστρε-Γιακουμής πήγαινε στην Αμμόχωστο με το άλογό του και μελετούσε τον καθεδρικό ναό του Αγίου Νικολάου, που τον είχε πρότυπό του για τα γοτθικά στοιχεία, και στη συνέχεια τα εφάρμοζε με τη δική του τεχνική.

 

Εκκλησία Χρυσοσώτηρος – Ακανθού. Στην εξέλιξη της σταδιοδρομίας του σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε και η στενή συνεργασία του με τον πρώτο σπουδασμένο αρχιτέκτονα της Κύπρου, τον περίφημο Θεόδωρο Φωτιάδη. Μαζί συνεργάστηκαν σε αρκετά σπουδαία αρχιτεκτονήματα, ανάμεσα στα οποία και η αριστουργηματική εκκλησία του Χρυσοσώτηρος στην Ακανθού.

 

Εκκλησία Αγίας Τριάδος – Ριζοκάρπασο.

 

 

 

Λείπουν στοιχεία

Σύμφωνα με στοιχεία της οικογένειάς του, ο Μάστρε-Γιακουμής γεννήθηκε γύρω στα 1865-67 στο χωριό Κοντέα της επαρχίας Αμμοχώστου και πέθανε το 1928 στην Αμμόχωστο. Ο πατέρας του ήταν ο Παύλος Ιακώβου και αδέλφια του ήταν ο Σωτήρης και η Μαρίτσα. Γύρω στα τέλη της δεκαετίας του 1880 νυμφεύτηκε τη Σοφία από την Έγκωμη, με την οποία απόκτησε εννέα παιδιά. Δεν έχουν καταγραφεί στοιχεία για τη ζωή του στα πρώτα της στάδια, ούτε και για την πρώιμη περίοδο της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας, κατά την οποία θα πρέπει να είχε μαθητεύσει κοντά στον σπουδαίο πρωτομάστορα-αρχιτέκτονα Χριστόδουλο Μιχαήλ Γρούτα από το Δάλι, ο οποίος μετέδωσε στον τότε νεαρό Γιακουμή τις πρώτες γνώσεις και τεχνικές, τις οποίες στη συνέχεια ανέπτυξε και τελειοποίησε. Εικάζεται ότι γνώριζε και χρησιμοποιούσε τεχνικές που ήταν ευρέως διαδεδομένες στη Μικρά Ασία και στην Ελλάδα, όπως τη χρήση μεταλλικών τενόντων για ενίσχυση των σταυροθολίων και μείωση των ωθήσεων στις κολόνες και στους εξωτερικούς τοίχους. Όπως τονίζει ο Παύλος Ατταλίδης, εκείνη την εποχή, για να ακολουθήσει κάποιος το επάγγελμα του εργολάβου-αρχιτέκτονα, έπρεπε να μαθητεύσει για μια τουλάχιστον επταετία δίπλα σε έναν αναγνωρισμένης αξίας μάστορα ως «τσιράκι».

 

1907 – Γάμος της δευτερότοκης κόρης του Μάστρε-Γιακουμή, Μαρίας, με τον Μιχάλη Χατζηκυριάκου στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου Εξορινού, στην εντός των τειχών πόλη της Αμμοχώστου. 

 

Σημαντικά έργα

Ο Μάστρε-Γιακουμής διακρινόταν για την επιμέλεια, την ευφυΐα, την επιδεξιότητα, την εφευρετικότητα και την καλλιτεχνία του, αναφέρει εξάλλου ο δισέγγονός του. Εκτός από την εκκλησία της Παναγίας της Λύσης (1888-1901), όπου σε νεαρή ηλικία κατέδειξε το ταλέντο και τις ικανότητές του – συγκεκριμένα κλήθηκε να αναλάβει τη συνέχιση, τον τελικό σχεδιασμό και την αποπεράτωσή της – ακολούθησαν στη συνέχεια – σύμφωνα με ό,τι κατάφερε να μάθει μέχρι σήμερα οι οικογένειά του – οι εκκλησίες: Παναγία Ευαγγελίστρια στο Δάλι (1909), η εκκλησία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στο χωριό Πατρίκι της Αμμοχώστου (1911), η εκκλησία Αγίου Μηνά στο Γέρι (1916),  η εκκλησία Προφήτη Ηλία στους Στύλλους Αμμοχώστου (1915),  ο ναός του Χρυσοσώτηρος στην Ακανθού (1915) και τέλος ο ναός των Αγίων Πέτρου και Παύλου στο χωριό Αυγόρου (1926).

 

Μεγάλη φήμη

Ο Μάστρε-Γιακουμής κυρίως ήταν ναοδόμος και το όνομά του έχει συνδεθεί με τις πλείστες εκκλησίες και μονές της εποχής εκείνης, κυρίως στην επαρχία Αμμοχώστου, αλλά και σε άλλες επαρχίες. Σύμφωνα με τον δισέγγονό του, αυτή η φήμη του τον έκανε περιζήτητο και μόνιμα απασχολημένο, γι’ αυτό και διατηρούσε μικρά συνεργεία τα οποία εργάζονταν ταυτόχρονα σε διαφορετικές τοποθεσίες. Μπορούμε να τον φανταστούμε, λέει, να πηγαίνει με το άλογό του από συνεργείο σε συνεργείο και να τα επιβλέπει. Σύμφωνα με μαρτυρίες, από τα δικά του συνεργεία και μαθητές του προέκυψαν μετέπειτα σπουδαίοι μάστορες, όπως ο Αντώνης Κοντεάτης, ο Γιάγκος (Ιωάννης) Παπακυριακού, ο Μωυσής Γεωργίου, ο Συμεών ο Καμηλάρης, ο Καράκωστας, και λιθοξόοι, όπως ο Παύλος Σωτηρίου (Ζαοπόας).

 

Άγιος Γεώργιος – Παραλίμνι (παλιά εκκλησία).

 

 

Προσθήκες-επισκευές

Ταυτόχρονα όμως ο Μάστρε-Γιακουμής αναλάμβανε επεκτάσεις, προσθήκες, αλλά και επισκευές σε προϋπάρχοντες ναούς, που είτε λόγω φυσικής φθοράς είτε και λόγω φυσικών καταστροφών (σεισμών κυρίως) έχρηζαν επιδιόρθωσης. Εντυπωσιακή επέκταση και επισκευή πραγματοποίησε, όπως είδαμε πιο πάνω, στην εκκλησία Τιμίου Σταυρού στα Λεύκαρα (1910), Ανακαίνισε, δηλαδή «εσοβάτισε και εμαρμάρωσε», επί Κυρίλλου Β’ και την Ιερά Μονή του Αποστόλου Βαρνάβα στην επαρχία Αμμοχώστου (1915), εκκλησία στον Δαυλό (κατά πάσα πιθανότητα την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου), επισκεύασε την εκκλησία του Αγίου Ανδρονίκου και της Αγίας Αθανασίας στο χωριό Ξυλοτύμπου της επαρχίας Λάρνακας (1918) και αργότερα κατασκεύασε τον νάρθηκα της δυτικής εισόδου στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στο Πραστειό Αμμοχώστου (1922). Σύμφωνα με μαρτυρία ενός από τους μαθητές του, εργασίες ανοικοδόμησης διεξήγαγε επίσης στο Μετόχι Κύκκου (1922)  και στη βυζαντινή μονή της Παναγίας του Τοχνιού στις Μάνδρες Αμμοχώστου (c1919).

 

Τεχνίτης της πέτρας

Επιπλέον, κοσμούσε με απαράμιλλη τέχνη και επιδεξιότητα τις εκκλησίες που έκτιζε, ως λιθοξόος και εξαίρετος τεχνίτης της πέτρας, και σκάλιζε λίθινα/μαρμάρινα αριστουργήματα. Εξαιρετικής τέχνης και μοναδική στο είδος της θεωρείται η πυραμιδοειδής Αγία Τράπεζα στην εκκλησία της Παναγίας της Λύσης, η Αγία Τράπεζα στην εκκλησία της Παναγίας στη Δερύνεια Αμμοχώστου, ενώ η αντίστοιχη Αγία Τράπεζα στην εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπους στην Κοντέα -δυστυχώς- δεν υφίσταται πλέον. Κατασκεύασε επίσης το άνω εικονοστάσι στην εκκλησία της Αγίας Τριάδος στο Ριζοκάρπασο (1908) και το καμπαναριό στην Παναγία της Λύσης το 1920.

 

Αγία Τράπεζα – Δερύνεια.

 

Μέτα από έρευνα της οικογένειάς του, βρέθηκε σε παλιό εκκλησιαστικό βιβλίο της εκκλησίας της Παναγίας στη Δερύνεια η αναφορά στην κατασκευή της Αγίας Τράπεζας από τον Μάστρε-Γιακουμή.

 

Άλλες κατασκευές

Παράλληλα, όμως, ασχολήθηκε και με ποικιλία άλλων κατασκευών. Ανάλαβε την ανοικοδόμηση της Οθωμανικής Σχολής στην Παλαιά Αμμόχωστο το 1925, όπως καταμαρτυρείται από σχετικό έγγραφο, και οι αστικές κατοικίες που ανέγειρε, όπως είναι η Οικία Κούτρα στο Αυγόρου (1923), η οποία σήμερα λειτουργεί ως Εθνογραφικό Μουσείο. Ο Μάστρε-Γιακουμής είχε αναμειχθεί και στην κατασκευή του στρατοπέδου του Καράολου, όταν οι Άγγλοι το 1916 εγκατέστησαν οθωμανούς αιχμαλώτους από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο στην Κύπρο. Να σημειωθεί ότι έζησε το στάδιο διαδοχής των «πρακτικών/εμπειρικών αρχιτεκτόνων», όπως ο ίδιος, από τους πρώτους ακαδημαϊκώς μορφωμένους αρχιτέκτονες. Σύμφωνα με τον Παύλο Ατταλίδη, στην εξέλιξη της σταδιοδρομίας του σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε και η στενή συνεργασία του με τον πρώτο σπουδασμένο αρχιτέκτονα της Κύπρου, τον περίφημο Θεόδωρο Φωτιάδη. Μαζί συνεργάστηκαν σε αρκετά σπουδαία αρχιτεκτονήματα, ανάμεσα στα οποία και η αριστουργηματική εκκλησία του Χρυσοσώτηρος στην Ακανθού.

 

Ανέλαβε την ανοικοδόμηση της Οθωμανικής Σχολής στην Παλαιά Αμμόχωστο το 1925, όπως καταμαρτυρείται από σχετικό έγγραφο.

 

 

Η οικία Κούτρα – Αυγόρου (1923), η οποία σήμερα λειτουργεί ως Εθνογραφικό Μουσείο.  

 

 

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.