Φόρμα αναζήτησης

Αναζητώντας τη συνέχεια του κυπριακού μαχαιριού

Άφησε το όπλο του και έπιασε το μαχαίρι. Ενώ κυνηγούσε από τότε που θυμόταν τον εαυτό του, με μάλιστα στη συνέχεια ενεργό εμπλοκή στην Κυνηγετική και Σκοπευτική Ομοσπονδία της Κύπρου, τελευταίως ένιωσε αποστροφή, κυρίως λόγω της χαλασμένης εικόνας του αθλήματος (παλιά, λέει, δεν συνδεόταν με το οικονομικό συμφέρον, ήταν της καλής παρέας, καθόλου ανταγωνιστικό, απλά για την απόλαυση) και αποφάσισε να αποσυρθεί. Επικεντρώθηκε πλέον στο θέμα μαχαίρι, ως συλλέκτης και μελετητής του μακροβιότερου εργαλείου του ανθρώπινου είδους. Αντιμετωπίζοντάς το, όπως τονίζει στον «Π», ως ένα κράμα υψηλής τεχνικής, απλών ή πολύτιμων υλικών, ιστορίας και πολιτισμού, υποκειμενικών επιλογών και αισθητικής. Κάτι που καθημερινά διαπιστώνει ότι λείπει από την ευρύτερη παιδεία του μέσου Κύπριου.

 

Μελέτη στο εξωτερικό

Αφού μελέτησε μεγάλη γκάμα μαχαιριών που παράγονται στο εξωτερικό, επισκέφτηκε εκθέσεις και εμπλούτισε τη συλλογή του, ο Ευάνθης Λοΐζου από τη Λάρνακα αποφάσισε να στραφεί στο κυπριακό περιβάλλον. Αφορμή υπήρξε η γνωριμία του με τη χειροποίητη μαχαιροποιία στην Ελλάδα, η οποία λόγω κάποιων ατομικών πρωτοβουλιών τα τελευταία χρόνια προοδεύει, με τη δημιουργία Πανελλήνιου Συλλόγου στα μέσα του 2018, την ανταλλαγή γνώσεων μεταξύ μαχαιροποιών προερχόμενων από διάφορα μέρη της χώρας και δειλά-δειλά τη διοργάνωση δύο ετήσιων εκθέσεων, όπου το κοινό που ασχολείται με τη φύση και γενικά όλες τις δραστηριότητες της υπαίθρου, αλλά και οι συλλέκτες, μπόρεσαν να θαυμάσουν πραγματικά αριστουργήματα μεταλλουργικής τέχνης. Το αξιοθαύμαστο, τονίζει ο Ευάνθης Λοΐζου, είναι ότι σε τέτοιες εκθέσεις, όπως η 1η Έκθεση Ελλήνων Μαχαιροποιών (Athens Knife Show) που επισκέφτηκε τον Μάιο του 2018, μια παρέα νέων κυρίως ανθρώπων, παρουσιάζει μεταξύ άλλων, και τη συνέχεια κάποιων παραδόσεων μαχαιροποιίας, όπως η κρητική, η λευκαδίτικη και η σκοπελίτικη.

 

Από την 1η έκθεση Ελλήνων μαχαιροποιών, στην Αθήνα το 2018. Πηγή:  https://www.facebook.com/athensknifeshow

 

Ενόχληση

Μαζί με τον θαυμασμό που του γεννήθηκε στην έκθεση του 2018, συγχρόνως, όπως μας εξομολογείται, ένιωσε ενόχληση για την απουσία από εκεί μιας κυπριακής «παράδοσης», η οποία διεκδικείται με αυτό τον προσδιορισμό από το γνωστό, ειδικά στους παλιούς, αλλά και στους άλλους ελάχιστους που έχουν ασχοληθεί με αυτό, «λαπηθιώτικο μαχαίρι», το οποίο σύμφωνα με λαογράφους και με τον προσφυγικό Δήμο Λαπήθου, στην ακμή του, δηλαδή πριν την τουρκική εισβολή που τα εργαστήρια ήταν γύρω στα 50, είχε εξοβελίσει άλλες ντόπιες «παραδόσεις» και είχε εξαπλωθεί σε ολόκληρη την Κύπρο.

 

Λαπηθιώτικη τέχνη

Η ενόχλησή του Ευάνθη Λοΐζου ενισχύθηκε όταν προμηθεύτηκε από την έκθεση των μαχαιροποιών και μελέτησε τον πλέον εξειδικευμένο οδηγό μαχαιρογνωσίας στην ελληνόφωνη βιβλιογραφία, το «Μαχαίρια, για συλλέκτες και χρήστες» (Κυνηγετικές εκδόσεις, Αθήνα 2010) του επίσης συλλέκτη Χρήστου Χατζιώτη. Κάπου στις σελίδες του βιβλίου του ο συγγραφέας εκφράζει την αδυναμία του να εντάξει τον κυπριακό, λαπηθιώτικό σουγιά σε «σχολή μαχαιριού»:

«Όλες οι ‘τοπικές σχολές μαχαιριού’ αφορούν μαχαίρια σταθερής λάμας και όχι σουγιάδες. Τουλάχιστον αυτές που κατάφερα μέχρι σήμερα να εντοπίσω. Μοναδικές εξαιρέσεις σ’ αυτή τη διαπίστωση είναι ο κολοκοτρωναίικος σουγιάς και ο κυπριακός, λαπηθιώτικος σουγιάς (…) Όσο για τον λαπηθιώτικο σουγιά, πέρασα αρκετούς μήνες για να εντοπίσω ιστορικά στοιχεία και τυχόν επιζήσαντες κατασκευαστές του. Το αποτέλεσμα ήταν δύο μόνο σελίδες τεχνικών στοιχείων που μου παραχώρησε ένας Ελληνοκύπριος δάσκαλος και λαογράφος, καθώς και δύο τέτοιοι σουγιάδες που ο ίδιος παρήγγειλε για λογαριασμό μου και μου δώρισε. Η τυπολογία τους ελάχιστα παρέπεμπε σε φωτογραφίες παλιών λαπηθιώτικων σουγιάδων που είχα εντοπίσει. Ήταν κατασκευασμένοι από έναν υπέργηρο μαχαιροποιό της Λαπήθου, που είχε σταματήσει πλέον να εργάζεται και ζούσε μετά την εισβολή στο ελεύθερο κομμάτι της Κύπρου. Η τουρκική εισβολή έσβησε πολλά από τα λαογραφικά στοιχεία της κατεχόμενης πλέον Λαπήθου, μείωσε την επισκεψιμότητά της, και οδήγησε κάθε περαιτέρω έρευνά μου για το λαπηθιώτικο σουγιά σε αδιέξοδο».

 

Ο συλλέκτης μαχαιριών Ευάνθης Λοΐζου. Όπως στις αρχές του ’80 κατάφερε μαζί με τον πρόεδρο της Ομοσπονδίας Κυνηγίου να αναδημιουργήσουν όλους τους κυνηγετικούς συλλόγους που διαλύθηκαν με την εισβολή του ’74, ευελπιστεί να γίνει κάτι ανάλογο με τους μαχαιροποιούς. Συγχρόνως ίσως «λάμψει ξανά η λάμα της Λαπήθου».

 

Ερωτήματα

Τώρα μέσω του «Π» ο Ευάνθης Λοΐζου θέτει δημόσια τα εξής ερωτήματα:

-Αποτελεί όντως ξεχωριστή παράδοση, με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά το μαχαίρι της Λαπήθου; Κι αν ναι, μέχρι πού φτάνει αυτή; Επίσης, σε «σχολή μαχαιριού» εντάσσεται μόνο ο σουγιάς της Λαπήθου ή και το μαχαίρι σταθερής λάμας;

-Συνεχίζουν κάποιοι σήμερα αυτή την παράδοση, ή όλα σταμάτησαν στους υπέργηρους μαχαιροποιούς της Λαπήθου;

-Σε ένα άλλο επίπεδο, ποιοι ασχολούνται με τη μαχαιροποιία σήμερα στην Κύπρο, ακολουθώντας οποιαδήποτε «σχολή», ώστε να συνεχίσουν μια τέχνη που άκμασε, σύμφωνα με αρχαιολογικά ευρήματα, για αιώνες εδώ και να τη φτάσουν, αν γίνεται, στα επίπεδα που βρίσκεται στον υπόλοιπο κόσμο; Να ασχοληθούν, για παράδειγμα, με την περίφημη «δαμασκηνή λάμα», να κάνουν σύλλογο, να φέρουν κοντά τους το κοινό, να καλλιεργήσουν «παιδεία μαχαιριού»;

Λαπηθιώτικα μαχαίρια και σουγιάδες. ΦΩΤΟ: Αρχείο Παύλου Νεοφύτου.  

 

Απαντήσεις

Απαντήσεις στα δύο πρώτα ερωτήματά του, και συγχρόνως συμπληρώσεις των κενών του Χατζιώτη, θα επιχειρηθούν να δοθούν την επόμενη Κυριακή, όταν η σελίδα ΑΛΛΟΙ ΠΟΛΙΤΕΣ θα βρεθεί σε χώρο όπου ακόμη σφυρηλατούνται τα λαπηθιώτικα μαχαίρια, σταθερής και αναδιπλούμενης λάμας (σουγιάδες): ο σφάχτης, το χοιρομάσχαιρο, η τσιάκκα, το τσιακκί και το τσιακκούιν. Έχουν δική τους τυπολογία που ακολουθήθηκε στο πέρασμα των χρόνων, ή κάθε μαχαίρι ήταν και είναι τυχαία κατασκευή του μαχαιροποιού;

Όσον αφορά το τρίτο, βρίσκονται σε εξέλιξη έρευνες του Ευάνθη Λοΐζου, στις οποίες έχει ήδη «μοιραία» εμπλακεί και η στήλη.

Μέχρι την επόμενη Κυριακή, λοιπόν, μπορείτε, όσοι ενδιαφέρεστε, να ανατρέξετε σε ξεχασμένα λαπηθιώτικα μαχαίρια σας και να τα περιεργαστείτε προσεκτικά.

 

Στα ίχνη ανερχόμενων μαχαιροποιών

Ως συλλέκτης μαχαιριών, ο Ευάνθης Λοΐζου επιδίωξε το τελευταίο διάστημα να βρει μαχαιροποιούς στην Κύπρο για να γνωρίσει τη δουλειά τους, να ανταλλάξουν πληροφορίες γύρω από ένα κοινό πάθος, αλλά και να δουν μαζί αν θα μπορούσαν όλοι τους να ενωθούν σε έναν σύλλογο μαχαιροποιών με σκοπό την ανάδειξη της δουλειάς τους, την καλλιέργεια στο κυπριακό κοινό «παιδείας μαχαιριού» και τον συνεχή εμπλουτισμό των γνώσεών τους, ώστε να φτάσουν κάποτε στα επίπεδα που βρίσκεται το χειροποίητο μαχαίρι στον υπόλοιπο κόσμο. Την ίδια ώρα διερωτάτο για το μέγεθος της αξίας του λαπηθιώτικου μαχαιριού κι αν όντως αποτελεί «σχολή», εφάμιλλη άλλων παραδοσιακών σχολών της Ελλάδας, αλλά και άλλων χωρών. Στην αναζήτησή του κατόρθωσε μέχρι στιγμής να επικοινωνήσει με ελάχιστους μαχαιροποιούς – ορισμένοι νέοι ηλικιακά – από διάφορα μέρη της Κύπρου, οι οποίοι είναι μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού. Όπως μας πληροφορεί, εκείνο που διαπίστωσε μέχρι στιγμής είναι ότι ένας Κύπριος μαχαιροποιός κρατά στον ιδιωτικό του χώρο «κρυφή» την ενασχόλησή του με τη μαχαιροποιία, υπό τον φόβο μήπως και μαθευτούν από κάποιον άλλο οι γνώσεις που απεκόμισε μέχρι στιγμής. Ωστόσο, ο Ευάνθης συνεχίζει τις προσπάθειές του ώστε να έρθουν κοντά όλοι μαζί οι μαχαιροποιοί και ακολουθώντας το παράδειγμα του εξωτερικού να οδηγήσουν την κυπριακή μαχαιροποιία σε ανώτερα επίπεδα. Όπως στις αρχές της δεκαετίας του ’80 κατάφερε μαζί με τον πρόεδρο της Ομοσπονδίας Κυνηγίου να αναδημιουργήσουν όλους τους κυνηγετικούς συλλόγους της Κύπρου που διαλύθηκαν με την εισβολή του ’74, ευελπιστεί να κάνει κάτι ανάλογο με τους μαχαιροποιούς, και συγχρόνως ίσως «λάμψει ξανά η λάμα της Λαπήθου».

 

 

Παρεξηγημένο εργαλείο

Εξομολογείται ότι ώρες-ώρες νιώθει μοναξιά, διότι δύσκολα βρίσκει στην καθημερινότητά του κάποιον να συζητήσουν για τα μαχαίρια. Στον τόπο μας, λέει, επικρατεί ένα φοβικό σύνδρομο για το μαχαίρι, με τον κόσμο να θεωρεί όπλο το αντικείμενο-μαχαίρι και όχι τη χρήση του, γεγονός που την ίδια ώρα καθιστά την επαγγελματική ασχολία κάποιου με την κατασκευή μαχαιριών μια ασύμφορη επένδυση. Κι όμως, ένα μαχαίρι μπορεί να είναι ένα έργο τέχνης, τονίζει (είναι σχεδιαστικό και κατασκευαστικό πάθος πολλών καλλιτεχνών στο εξωτερικό), ενώ σε άλλες περιπτώσεις μπορεί να είναι χρησιμότατο εργαλείο στις καθημερινές δραστηριότητες: υπάρχει σουγιάς με εργαλείο για να θρυμματίζει γιατρός τα χάπια, μαχαίρι μανιταροσυλλέκτη, ψαρέματος, κυνηγίου, κατασκήνωσης κ.λΠ. Εξάλλου, τονίζει, για τους παλιούς Κύπριους – και για τον ίδιο σήμερα – ήταν αδιανόητο να μην κουβαλούν ένα μαχαίρι στην τσέπη για καθημερινή χρήση.

 

Δαμασκηνή λάμα. Είναι η επίτευξη ενός πολύ ελαστικού μετάλλου, μοναδικών και ανυπέρβλητων αντοχών, με το συνδυασμό δύο διαφορετικών (κάποτε τριών ή τεσσάρων) μετάλλων.

 

Δαμασκηνή λάμα και σταυροφόροι

Μπορεί να μιλά με τις ώρες για διάφορα είδη μαχαιριών, από τις διάσημες φίρμες της Ευρώπης, της Ασίας και της Αμερικής. Θαυμάζει ιδιαίτερα τις δαμασκηνές λάμες, μοναδικών και ανυπέρβλητων αντοχών. Πατρίδα του δαμασκηνού ατσαλιού θεωρείται η Ινδία, εξηγεί. Είναι η επίτευξη ενός πολύ ελαστικού μετάλλου, με το συνδυασμό δύο διαφορετικών (κάποτε τριών ή τεσσάρων) μετάλλων. Ως επινόηση οι δαμασκηνές λάμες σφυρηλατούνται με κριτήριο τη μέγιστη δυνατή ελαστικότητα, με στόχο την καλύτερη κόψη και τη μεγαλύτερη αντοχή στις κρούσεις. Σύμφωνα με τον Ευάνθη Λοΐζου, κατά τις Σταυροφορίες του Μεσαίωνα οι Ευρωπαίοι βρέθηκαν σε πολύ δυσάρεστη θέση από πλευράς εξοπλισμού. Στην αρχή απορούσαν πώς γινόταν τα σπαθιά τους, βάρους τουλάχιστον 5 κιλών, και μία βαριά σιδερένια πανοπλία που φοριόταν πάνω από εσωτερικό επενδυτή ψιλού πλέγματος, σιδερένιων κρίκων, συνολικού βάρους 20 μέχρι 30 κιλών, να σπάνε από τις θαυμαστές ιδιότητες των όπλων των Αράβων. Ήταν, εξηγεί, οι δαμασκηνές λάμες, που έκοβαν σαν ξυράφι, ενώ επέφεραν καίρια και γρήγορα χτυπήματα, χωρίς να χρειάζονται τακτικό ακόνισμα.

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.