Φόρμα αναζήτησης

Ακίνδυνος ο «Κρόνος», λέει η ENI

«Χαμηλής σοβαρότητας» κρίνεται η συντριπτική πλειοψηφία των δυνητικών επιπτώσεων στη θάλασσα και την ξηρά, αλλά και στο κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον, από τις εργασίες γεώτρησης της κοινοπραξίας ENI-Total στον στόχο «Κρόνος», στο τεμάχιο 6, αρχές του 2020. Στο καθησυχαστικό αυτό συμπέρασμα καταλήγει η περίληψη της μελέτης αξιολόγησης περιβαλλοντικών και κοινωνικών επιπτώσεων και επιπτώσεων στην υγεία, η οποία πραγματοποιήθηκε από την ENI Cyprus Ltd, που ενεργεί ως διαχειρίστρια του τεμαχίου και κατατέθηκε στις αρμόδιες αρχές. Η περίληψη της μελέτης δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα του Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας. Για την επιλογή του «Κρόνου» έγραψε χθες ο «Φιλελεύθερος».
Στην περίληψη αναφέρεται ότι οι εργασίες της γεώτρησης θα υποστηρίζονται από χερσαία βάση στο λιμάνι Λεμεσού και από το υφιστάμενο τερματικό ελικοπτέρων στη Λάρνακα.
Το τεμάχιο 6 (80 χιλιόμετρα από την ακτή) καλύπτει επιφάνεια περίπου 4.555 τετραγωνικών χιλιομέτρων, με το βάθος του νερού να κυμαίνεται από 2.002 μέτρα μέχρι 2.619 μέτρα.
Από τον μεγάλο αριθμό πηγών δυνητικών επιπτώσεων από την πραγματοποίηση της γεώτρησης αλλά και τις υποστηρικτικές εργασίες στο λιμάνι Λεμεσού και τις σχετικές κινήσεις πλοίων και ελικοπτέρων κρίνονται ως μέτριας σπουδαιότητας μόνο οι επιπτώσεις από τις υποβρύχιες εκπομπές θορύβου και από τη διαταραχή του βυθού της θάλασσας σε μικρή ακτίνα γύρω από τον χώρο της γεώτρησης. Όλες οι υπόλοιπες πηγές επιπτώσεων κρίνονται είτε χαμηλής σπουδαιότητας είτε αμελητέες.

Ο θόρυβος

Οι εκπομπές θορύβου θα προκύψουν από το πλοίο γεωτρύπανο και από τα Vertical Seismic Profiles (VSP), αν πραγματοποιηθούν. Οι επιπτώσεις αυτές κρίνονται από τη μελέτη της εταιρείας ως μέτριες, επειδή, όπως αναφέρεται, οι δραστηριότητες θα είναι προσωρινής διάρκειας και θα επηρεάσουν μικρή έκταση. Σημειώνεται συγκεκριμένα ότι «η επίπτωση είναι εμφανής μόνο στην περιοχή γειτνίασης του πλοίου γεώτρησης και γίνεται αντιληπτή μέχρι και 13 χιλιόμετρα από την πηγή θορύβου. Περίπου το ίδιο ισχύει και για τον θόρυβο από τα VSP». Στην περίληψη της εκτίμησης επιπτώσεων αναφέρεται επίσης ότι «παρά το γεγονός ότι οι εκπομπές θορύβου μπορεί να επηρεάσουν ευαίσθητους αποδέκτες, όπως τα θαλάσσια θηλαστικά και τις θαλάσσιες χελώνες, προκαλώντας επιπτώσεις στη συμπεριφορά αλλά και τραυματικές επιπτώσεις, η εφαρμογή επαρκών πρωτοκόλλων μετριασμού (π.χ. ACCOBAMS) οδηγεί στην εξάλειψη των πιθανών επιπτώσεων λόγω τραυματισμού από τις δραστηριότητες των VSP. (…) Η επίπτωση στα θαλάσσια θηλαστικά και στις θαλάσσιες χελώνες λόγω εκπομπών θορύβου έχει εκτιμηθεί ως χαμηλή».

Ο βυθός

Σε ό,τι αφορά τη διαταραχή του θαλάσσιου βυθού από τις εργασίες της γεώτρησης και τις εργασίες τσιμεντοποίησης της γεώτρησης σημειώνεται ότι η διαταραχή του βυθού θα είναι μακροχρόνια σε διάρκεια αλλά τοπικού χαρακτήρα και σε μεγάλο βάθος, συνεπώς η επίπτωση χαρακτηρίζεται μέτρια από τη μελέτη.
Όσον αφορά τις κοινωνικοοικονομικές παραμέτρους και την υγεία, οι επιπτώσεις προβλέπονται χαμηλής σοβαρότητας και σε κάποιες περιπτώσεις ανύπαρκτες. Μέτριας σοβαρότητας κρίνεται η πιθανή επίπτωση από τις εγκαταστάσεις αποβλήτων, ωστόσο σημειώνεται πως προτείνονται συγκεκριμένα μέτρα με τα οποία η επίπτωση μειώνεται. Ωστόσο, στη σελίδα 12 της περίληψης αναφέρεται πως «το EBS (περιβαλλοντική μελέτη) ανίχνευσε την παρουσία θαλάσσιων αρχαιολογικών ευρημάτων στο τεμάχιο 6, που μπορεί να επηρεαστούν αισθητά από τις δραστηριότητες του έργου».

Πετρελαιοκηλίδες

Σε άλλο σημείο της μελέτης γίνεται αναφορά σε πιθανές επιπτώσεις από μη προγραμματισμένα συμβάντα που δυνατό να σχετίζονται με τη διαρροή/απελευθέρωση υδρογονανθράκων (πετρελαιοκηλίδες) αλλά και με πιθανές διαρροές χημικών ουσιών (κηλίδες από χημικές ουσίες) και ενδεχόμενη αστοχία δοχείων απορριμμάτων (containers) ή ατυχημάτων από τη μεταφορά αποβλήτων από το λιμάνι Λεμεσού στη μονάδα διαχείρισης αποβλήτων. Η μελέτη της ENI εκτιμά ότι «δεν προβλέπεται σημαντική πετρελαιοκηλίδα σε περίπτωση έκρηξης, καθώς οι δραστηριότητες γεωτρήσεων εξερεύνησης αφορούν δεξαμενή ξηρού αερίου (δεν αναμένεται πετρέλαιο/συμπύκνωμα)».
Προστίθεται ότι η προσομοίωση έδειξε ότι στο χειρότερο σενάριο πετρελαιοκηλίδας, λόγω πλήρους απώλειας αποθέματος καυσίμων από το γεωτρύπανο στο σημείο της γεώτρησης, υπάρχουν 25% πιθανότητες το πετρέλαιο να φθάσει έως και 60 χιλιόμετρα ανατολικά του σημείου αποδέσμευσης του πετρελαίου, με πιθανότητα μικρότερη του 5% το πετρέλαιο να φθάσει σε παράκτιες περιοχές. Σύμφωνα με την περίληψη της μελέτης, σε υποθετική σύγκρουση στο λιμάνι Λεμεσού ενός υποστηρικτικού πλοίου μεταφοράς καυσίμων στο γεωτρύπανο (PSV – platform supply vessel) είναι δυνατό να προκληθεί διαρροή καυσίμων, με πιθανότητες 5-25% να εκταθεί η ρύπανση στη χερσόνησο Ακρωτηρίου. Σε περίπτωση πετρελαιοκηλίδας, αρνητικές επιπτώσεις μπορεί να προκύψουν ιδιαίτερα στα ψάρια, τα θαλάσσια θηλαστικά, τις χελώνες και τα αλιευτικά καταφύγια.
Τέλος, «σε περίπτωση οδικού ατυχήματος με φορτηγά που περιέχουν θρύμματα γεωτρήσεων, δεν προβλέπονται επιπτώσεις λόγω του χαμηλού κινδύνου που σχετίζονται με τις ιδιότητές τους».