Φόρμα αναζήτησης

1 στα 5 μωρά γεννιέται με εξωσωματική -Θερίζει η υπογονιμότητα

Η υπογονιμότητα αναγνωρίζεται ως σημαντικό πρόβλημα δημόσιας υγείας από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ). Αποτελεί μία πολύπλοκη κατάσταση με σημαντικές ψυχολογικές, κοινωνικές αλλά και οικονομικές προεκτάσεις και γι’ αυτόν τον λόγο πρέπει να αντιμετωπίζεται με ευθύνη. Ο δρ Τάσος Χριστοδούλου, γυναικολόγος-μαιευτήρας με μετεκπαίδευση στην εξωσωματική γονιμοποίηση και γυναικολογική ενδοκρινολογία (Πανεπιστήμιο Βόννης-Γερμανία), εξηγεί στον «Π» σημαντικές πτυχές της υπογονιμότητας, πότε θα πρέπει να ξεκινά η διερεύνηση των αιτίων και σε ποιες εξετάσεις θα πρέπει να υποβάλλεται το ζευγάρι.

Όχι στη στοχοποίηση

«Φταίει ο άντρας μου, ευθύνεται η γυναίκα μου», είναι δύο ατάκες που ακόμα χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν το πρόβλημα ή τη δυσκολία ενός ζευγαριού στο να αποκτήσει παιδί. «Φταίει» και «ευθύνεται», δύο άκομψα και ενοχλητικά ρήματα τα οποία σε πολλές περιπτώσεις στιγματίζουν τις επίπονες θυσίες ενός ζευγαριού, σωματικές, ψυχολογικές και οικονομικές με στόχο την εγκυμοσύνη. Ο δρ Χριστοδούλου επισημαίνει ότι η υπογονιμότητα αποτελεί σήμερα ένα μεγάλο και συχνό πρόβλημα. «Το 20% περίπου των παιδιών σήμερα γεννιούνται μέσω της διαδικασίας της εξωσωματικής», σημείωσε. Παράλληλα, τονίζει ότι η γονιμότητα αποτελεί άθροισμα παραγόντων, που συνδέονται τόσο με τον άντρα όσο και τη γυναίκα, και σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να στοχοποιείται ένας από τους δύο.

Περιθώριο ενός έτους

Υπογονιμότητα, αναφέρει ο δρ Χριστοδούλου, ορίζεται η αδυναμία ενός ζευγαριού να επιτύχει σύλληψη και να αποκτήσει παιδί έπειτα από τουλάχιστον έναν χρόνο τακτικών σεξουαλικών επαφών χωρίς αντισύλληψη. «Για παράδειγμα, σε 100 ζευγάρια στα οποία η γυναίκα είναι κάτω των 36 ετών αφήνεις περιθώριο χάριτος έναν χρόνο. Σε αυτό το διάστημα, το 90% των ζευγαριών θα πετύχουν εγκυμοσύνη. Τα υπόλοιπα 10 ζευγάρια που είχαν συχνές επαφές θα περάσουν μέσα από την ιατρική της αναπαραγωγής. Από αυτά τα δέκα ζευγάρια, τα οποία αντιμετωπίζουν κάποιο πρόβλημα, το 40% οφείλεται στη γυναίκα, το 40% στον άντρα και το 20% και στους δύο. Συνεπώς, αντιμετωπίζεις το συγκεκριμένο θέμα στη βάση του ζευγαριού και όχι μεμονωμένα», εξηγεί ο δρ Χριστοδούλου.

Οι παράγοντες

Παθολογικά προβλήματα και συνήθειες της καθημερινότητας εμπλέκονται στη γονιμότητα, επηρεάζοντας την καλή φυσική κατάσταση του οργανισμού. Απαριθμώντας ο δρ Χριστοδούλου παράγοντες που επιδρούν αρνητικά στη γονιμότητα της γυναίκας και του άντρα αναφέρει την παχυσαρκία, τα ενδοκρινολογικά προβλήματα, το κάπνισμα, το αλκοόλ, την έλλειψη άσκησης, τη χρήση ορισμένων φαρμάκων και ουσιών όπως κοκαΐνη, μαριχουάνα κ.λπ, τις διατροφικές ελλείψεις, τις λοιμώξεις που μεταδίδονται κυρίως με τη σεξουαλική επαφή (π.χ. χλαμύδια), τις σιωπηρές φλεγμονές που συχνά αποτελούν βασικά αίτια καταστροφής των γυναικείων σαλπίγγων, τις επαναλαμβανόμενες διακοπές κυήσεων που μπορεί να επηρεάσουν τη μήτρα, το ενδομήτριο και το στρες, το οποίο μπορεί να προκαλέσει διαταραχές στην ισορροπία του αντρικού και του γυναικείου συστήματος.«Υπάρχουν περιπτώσεις όπου έρχονται στο ιατρείο ζευγάρια και αφού γίνουν κάποιες εξετάσεις, και είναι όλα καλά, φεύγει το άγχος και μετά από δύο-τρεις μήνες έρχεται και η εγκυμοσύνη», εξηγεί ο γιατρός.

Ηλικία γυναίκας

Η γονιμότητα, αναφέρει ο δρ Χριστοδούλου, μειώνεται σημαντικά με τον χρόνο και την ηλικία της υποψήφιας μητέρας. «Η πιθανότητα φυσικής σύλληψης ανά κύκλο προσπάθειας από 25% που είναι στις γυναίκες μέχρι 30 ετών, πέφτει στο 18% στην ηλικία των 35 ετών και κοντά στο 12% στην ηλικία των 38 χρόνων, ενώ μετά από την ηλικία αυτή πέφτει σε μονοψήφια νούμερα», αναφέρει. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα ωάρια έχουν την ίδια βιολογική ηλικία με τη γυναίκα. «Το έμβρυο, από τεσσάρων μηνών, αν είναι θήλυ, φέρει τον αριθμό των ωαρίων που θα έχει η γυναίκα για μια ζωή. Ένας μεγάλος αριθμός ο οποίος σιγά-σιγά μειώνεται. Με τη γέννηση είναι περίπου 100 χιλ. ωάρια», εξηγεί, και διασαφηνίζει ότι ο μέσος όρος ηλικίας για την εμμηνόπαυση στην Κύπρο είναι τα 51,8 χρόνια.

Έλεγχος ορμόνης AMH

Η ορμόνη ΑΜΗ (Anti-Mullerian hormone) είναι ενδεικτική για τα αποθέματα των ωοθηκών σε ωάρια, δηλαδή πόσα ωάρια «απομένουν» στις ωοθήκες. Η τιμή της μεταβάλλεται όσο μεγαλώνει μια γυναίκα. Αυτό συμβαίνει γιατί με τον χρόνο μειώνεται ο αριθμός των ωοθυλακίων στις ωοθήκες της γυναίκας, άρα μειώνεται και η γονιμότητά της.

Είναι σημαντικό, τονίζει ο δρ Χριστοδούλου, μια γυναίκα της οποίας η μητέρα ή η αδελφή σταμάτησε η περίοδός της πιο νωρίς να είναι υποψιασμένη και προληπτικά να κάνει τη συγκεκριμένη εξέταση. «Σημαντικό δεδομένο επίσης είναι ότι 1-2% των γυναικών έχουν πρόωρη εμμηνόπαυση, δηλαδή πριν από τα 40. Σε 100 γυναίκες των 40 ετών οι δύο με τρεις θα μπουν σε πρόωρη εμμηνόπαυση», επισημαίνει. Γι’ αυτόν τον λόγο είναι σημαντικά η μέτρηση της ορμόνης ΑΜΗ καθώς και ο έλεγχος της εμμηνόπαυσης σε γυναίκες που πλησιάζουν τα 40. Επίσης, είναι πολύ σημαντικό το ΠΑΠ Τεστ το οποίο θα καταδείξει τις φλεγμονές.

Αντρικός παράγοντας

Σύμφωνα με τον δρα Χριστοδούλου και διεθνή στατιστικά, η ποιότητα του σπέρματος τα τελευταία χρόνια καταγράφει μια πτωτική τάση. «Οι προδιαγραφές του ΠΟΥ για την ποιότητα του σπέρματος ήταν 20 εκατ. ανά 1 ml, ενώ τα τελευταία χρόνια αυτός ο δείκτης έχει κατέβει στα 15 εκατ. ανά 1 ml». Με ένα απλό σπερμοδιάγραμμα, προσθέτει, μπορεί να γίνει έλεγχος της ποιότητας, της ποσότητας, της κινητικότητας και των μορφών του σπέρματος. Ανάμεσα στους παράγοντες που επηρεάζουν την ποιότητα του σπέρματος είναι και τα διάφορα στεροειδή, μεταξύ των οποίων και οιστρογόνα, που χρησιμοποιούνται στις καλλιέργειες και ακολούθως καταλήγουν στα υπόγεια ύδατα και περνούν μέσα στο νερό που πίνουμε. Επιπρόσθετα, άντρες οι οποίοι ασκούνται και λαμβάνουν συμπληρώματα διατροφής αμφιβόλου ποιότητας μπορεί να έχουν δυσμενείς επιπτώσεις. Το να πάρεις αυξημένη ποσότητα τεστοστερόνης είναι το ίδιο με το να πάρεις οιστρογόνα. Οτιδήποτε φεύγει από το μέτρο δημιουργεί πρόβλημα. Άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες είναι η κιρσοκήλη και η βουβωνοκήλη.

Οι θεραπευτικές επιλογές του ζευγαριού

Σπερματέγχυση:Όπως εξηγεί ο δρ Χριστοδούλου, αν ο γυναικολογικός παράγοντας (μήτρα, ωοθήκες, σάλπιγγες) ελεγχθεί και όλα είναι καλά, και κρίνουμε ότι είναι θέμα χρόνου, τότε προσφέρουμε τη λεγόμενη σπερματέγχυση. Ενδομητριακή σπερματέγχυση είναι η πιο απλή διαδικασία της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, κατά την οποία τοποθετείται το επεξεργασμένο σπέρμα του συζύγου/συντρόφου στην κοιλότητα της μήτρας της συζύγου/συντρόφου με τη βοήθεια ενός εύκαμπτου καθετήρα.

Εξωσωματική:H εξωσωματική γονιμοποίηση, διευκρινίζει ο δρ Χριστοδούλου, δεν είναι πάντα η πρώτη μέθοδος υποβοηθούμενης αναπαραγωγής που ακολουθεί ένα ζευγάρι. Μπορεί να προηγηθούν άλλες τεχνικές, λιγότερο επεμβατικές, ανάλογα με το αίτιο της υπογονιμότητας. «Στην εξωσωματική παίρνουμε το ωάριο από τη γυναίκα αφού πάρει μια θεραπεία κάποιων ημερών μέσα στον ίδιο τον κύκλο, όχι όπως παλαιότερα που χρειαζόταν μια προετοιμασία δύο-τριών κύκλων. Με το που αρχίζει η περίοδος της γυναίκας, αρχίζει η θεραπεία, λήψη ωαρίων στη βάση κάποιων κριτηρίων και σπέρματος. Ακολούθως, πραγματοποιείται η γονιμοποίηση, η οποία γίνεται εκτός του σώματος, και έπειτα μεταφέρεται το έμβρυο στη μήτρα. Στην περίπτωση που έχουμε περισσότερα έμβρυα γίνεται η διαδικασία παγώματος και μπορούν να αποψυχθούν σε μελλοντική ημερομηνία και να μεταφερθούν στη μήτρα, δίνοντας την ευκαιρία στο ζευγάρι για δεύτερη εγκυμοσύνη», ανέφερε, περιγράφοντας συγκεκριμένη διαδικασία. Στην Κύπρο, συμπλήρωσε, μία γυναίκα μπορεί να κάνει εξωσωματική μέχρι τα 50 της χρόνια με δικά της ωάρια ή με δότρια ωαρίων.

Μέθοδος ICSI: Η μικρογονιμοποίηση (ICSI) είναι μια μέθοδος εξωσωματικής γονιμοποίησης κατά την οποία εισάγεται ένα μόνο σπερματοζωάριο απευθείας στο ωάριο προκειμένου να γονιμοποιηθεί. Κατάλληλη μέθοδος κυρίως για τις περιπτώσεις ανδρικής υπογονιμότητας. Εφαρμόζεται επίσης σε περιπτώσεις αζωοσπερμίας – απουσία σπερματοζωαρίων από το σπέρμα. Σε αυτήν την περίπτωση μπορεί να γίνει έκχυση ενός μόνου σπερματοζωαρίου. Υπάρχει η δυνατότητα ανεύρεσης λίγων σπερματοζωαρίων σε κάποιες περιοχές του όρχεως.

Συνοψίζοντας, ο δρ Χριστοδούλου υπογραμμίζει τη σημασία της πρόληψης μέσα από σωστή και έγκυρη ενημέρωση, καθώς και τις βασικές εξετάσεις τις οποίες δεν πρέπει να αμελεί το ζευγάρι. Σε προληπτικό επίπεδο μια απλή εξέταση σπέρματος ή μια εξέταση γυναικολογική μπορεί να δείξουν πολλά.