Φόρμα αναζήτησης

«Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος»

«Δεν ξέρω –μην περιμένεις κι από μένα πολλά– τόσα έζησα, τόσα έμαθα τόσα λέω. Κι απ’ όσα διάβασα ένα κρατάω καλά: «Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος». Απόσπασμα από το ποίημα της Κατερίνας Γώγου «Θα ‘ρθει καιρός». Με αυτά τα λόγια χαραγμένα μέσα μου ξεκίνησα το απόγευμα της Πέμπτης τη διαδρομή μου προς το Κέντρο Φιλοξενίας της Κοφίνου. Εκεί όπου ζουν ογδόντα περίπου παιδιά διαφόρων ηλικιών και εθνικοτήτων, τα οποία κατάφεραν να ξεφύγουν μαζί με τις οικογένειές τους από τη δίνη του πολέμου στις χώρες που έμεναν. Κάποια από το Κουρδιστάν, άλλα από το Ιράκ και άλλα από τη Συρία. Όλα τα παιδιά όμως έχουν έναν κοινό παρονομαστή. Δεν ζητάνε τίποτα. Περιμένουν απλώς τη στιγμή που θα ξεχάσουν όσα πέρασαν… Περιμένουν πάντα με ένα πλατύ χαμόγελο που σε κάνει να τα λατρέψεις από την πρώτη στιγμή. Δεν επέλεξαν την Κύπρο. Δεν είχαν αυτή την ευκαιρία οι οικογένειές τους. Είχαν λίγα λεφτά στην τσέπη από τις οικονομίες τους. Αφού άρχισε ο πόλεμος, η «κόλασης» όπως τον αποκαλεί η Χαντισέ, «έπρεπε να βρούμε έναν τρόπο να σώσουμε πρώτα τα παιδιά μας. Ξέρουμε τις δυσκολίες, αλλά ο πόλεμος είναι πόλεμος».

Γιατί να μην χαίρομαι;

«Ρατσισμός είναι να μισείς κάτι που τυχαία δεν είσαι». Είναι μία από τις φράσεις που συχνά λέει η δασκάλα στον δεκατριάχρονο Ανουάρ, όπως μας ανέφερε. «Ξέρεις τι σημαίνει αυτό;» τον ρωτάω. «Σημαίνει ότι μπορεί να γεννήθηκα στο Ιράκ, αλλά θα μπορούσα να γεννηθώ στη Γαλλία. Αλλά αν με βάλεις δίπλα από ένα παιδάκι της ηλικίας μου δεν θα βρεις διαφορές… Ίσως να είμαι πιο μαύρος, αλλά δεν καταλαβαίνω αυτό γιατί πρέπει να είναι άσχημο», μου απαντά με αφοπλιστική ειλικρίνεια και με την αθωότητα να ζωγραφίζεται στο γλυκό του προσωπάκι. «Περνώ καλά εδώ. Έκανα φίλους και εδώ στη γειτονιά (εννοεί το Κέντρο Φιλοξενίας της Κοφίνου) αλλά και στο σχολείο. Έμαθα αρκετά ελληνικά. Η δασκάλα μου είναι πολύ καλή και με βοηθά. Μου αρέσει να διαβάζω». Καθισμένος στο ποδήλατό του, δεν το αφήνει λεπτό από τα χέρια του. Κοιτάζει το κινητό μου και χαμογελά… «Θέλεις να βγάλουμε σέλφι;» ρωτά και μου κλείνει το μάτι. «Ήρθαμε από την Τουρκία εμείς. Φύγαμε από το Ιράκ και ήρθαμε με την ελπίδα να βρούμε σπίτι. Μου αρέσει το σχολείο, αλλά μου αρέσει και όταν έρχεται η ώρα να παίξω με το ποδήλατό μου. Κάποιος συνάδελφός σας με ρώτησε αν χαίρομαι εδώ. Γιατί όχι; Θέλω να βλέπω τη μητέρα και τον πατέρα μου ευτυχισμένους. Αν βρουν δουλειά, θα είναι».

Καθώς μπαίνεις στο κέντρο φιλοξενίας βλέπεις ανθρώπους να περπατάνε, να μιλούν και να θυμούνται πώς ήταν η ζωή τους πριν από τον πόλεμο.

Τα όνειρά τους

«Μπορείς να βοηθήσεις την οικογένειά μου να βρει σπίτι;». Με τα αθώα του ματάκια ο Αρουάντ από το Ιράκ προσπαθεί να με πείσει με τον τρόπο του ότι δεν θέλει τίποτα άλλο παρά ένα σπίτι για εκείνον και την οικογένειά του. Έφυγαν από το Ιράκ όταν βομβαρδίστηκε η περιοχή που έμεναν. «Εγώ όταν μεγαλώσω, κυρία, θέλω να γίνω σεφ, έτσι θα δίνω φαγητό και σοκολάτες σε παιδιά που δεν έχουν φαγητό», μου εκμυστηρεύεται ο Σιχάντ από τη Συρία. «Εγώ θέλω να μάθω να κτίζω σπίτια. Κάποτε θα πάμε πίσω στη Συρία και θα φτιάξω όλα τα σπίτια από την αρχή», μου λέει ο Σαρχάντ, μόλις δέκα ετών. Βιάζονται να μου πούνε τα πάντα. Θέλουν να παίξουμε, τους αρέσει να μιλάνε και πολύ. Θέλουν να προλάβουν να σου πουν για το κάθε τους όνειρο, την κάθε τους επιθυμία. Μου δείχνουν τα σπίτια τους. Λυόμενα σπίτια, αλλά απ’ έξω σαν καταυλισμοί. «Διαβάζουμε, είμαστε καλοί μαθητές», αναφωνούν και οι τρεις τους όταν τους ρωτάω για το σχολείο. Ο μικρός Αρουάντ δεν με αφήνει από τα μάτια του. Παντού μαζί μου… «Κυρία, δεν μου απάντησες… Έχεις φίλους να βοηθήσουν τον πατέρα μου να βρει δουλειά στη Λάρνακα;»… Από τις λίγες φορές που η γράφουσα δεν μπορεί να πει τίποτα. Πραγματικά αναρωτιέμαι αν μπορεί να μείνει κανείς ασυγκίνητος μπροστά σε αυτά τα αθώα ματάκια. «Κυρία, έλα να σου γνωρίσω τη μητέρα μου». Η Αμπτούλ ευχαριστεί τον Θεό, τον δικό τους Θεό, όποιος κι αν είναι αυτός, που κατάφεραν να γλυτώσουν. «Πριν από χρόνια ήμασταν σαν εσάς. Είχαμε τη δουλειά και το σπίτι μας, μέσα σε λίγο καιρό βρεθήκαμε στη θάλασσα να πολεμάμε με τα κύματα για να βρούμε μια καλύτερη ζωή για τα παιδιά μας», διηγείται. «Μας είπαν κάποιοι Σύροι ότι πριν από τον πόλεμο στη Συρία είχαν γνωρίσει πολλούς από τη χώρα σας (εννοώντας την Κύπρο)». Άρα, συνεχίζει, «ξέρετε πώς ήταν πριν τον πόλεμο. Δεν ζητάμε ελεημοσύνη. Περάσαμε πολλά και απλώς θέλουμε μια καλύτερη ζωή, όχι τόσο για εμάς, όσο για τα παιδιά μας».

Στους τοίχους ζωγραφιές… Πολλές ζωγραφιές. Σε έναν από αυτούς βλέπεις και τις χώρες από όπου έφυγαν αυτοί οι άνθρωποι για να γλυτώσουν από τη δεινή του πολέμου.

Ο αφανής ήρωας

Με το που φτάνει κανείς στην Κοφίνου αντικρίζει ένα τεράστιο κάγκελο. Χρειάζεται ειδική άδεια για να εισέλθει κανείς μέσα. «Υπάρχουν ανάγκες πολλές, κυρίως σε ρούχα και παιχνίδια» αναφέρει στον «Π» ο Αντρέας Βαρνάβα, υπεύθυνος του Κέντρου Φιλοξενίας της Κοφίνου. «Προσπαθούμε να τους παρέχουμε ό,τι χρειάζονται. Δεν είναι ζώα. Είναι άνθρωποι. Ειδικά τον χειμώνα κάνει κρύο, ο φωτισμός είναι λίγος. Όπως έχεις δει, τα λυόμενα σπίτια τους έχουν κλιματιστικό και κουζίνα ώστε να μαγειρεύουν». «Είναι πολλά όμως τα προβλήματα», του λέω. «Από την ώρα που μπαίνω στο κέντρο μέχρι την ώρα που θα φτάσω στο τελευταίο σπίτι χρειάζομαι τρεις ώρες, χωρίς καμία υπερβολή» αναφέρει ο κ. Βαρνάβα. «Όλοι θέλουν κάτι, όλοι περιμένουν κάτι. Εδώ δεν είναι Κοκκινοτριμιθιά που θα μείνουν τρεις μέρες. Εδώ έρχονται και μπορεί να μείνουν από έξι μήνες μέχρι και έναν χρόνο». Καθώς περπατάμε, το βλέμμα συχνά φεύγει και παρατηρεί τα πάντα, σαν μια φωτογραφική μηχανή που θέλει να απαθανατίσει τα πάντα. Σούρουπο πια… Γύρω στις 17:00 πιάνει και ένα ψιλόβροχο και πρέπει να φύγουμε προτού νυχτώσει. «Κυρία, κυρία, θα έρθεις ξανά να παίξουμε; Κυρία, υποσχέσου πως θα έρθεις ξανά», μου λέει στο αφτί ψιθυριστά ο Σιχάντ. Μπαίνοντας στο αυτοκίνητο, οι σκέψεις πολλές. Αληθινά χαμογέλα, αθώα βλέμματα, αγκαλιές και λόγια που σου δίνουν μαθήματα ζωής κι ας μην έζησες την κόλαση ενός πολέμου όπως αυτά τα παιδιά. Πολλά τα όνειρα των παιδιών αυτών… Όπως εκείνα που είχε ραμμένα στην τσέπη του σακακιού μαζί με τον έλεγχό του ο δεκατετράχρονος που έφυγε από το Μάλι πριν από λίγες μέρες. Όνειρα που ελπίζουν κάποτε να γίνουν πραγματικότητα. Στη διαδρομή της επιστροφής σκέφτομαι τη φράση του «Μικρού Πρίγκιπα»: «Μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια»… Την επόμενη φορά που θα λυπηθούμε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για τον Αϊλάν ή για κάποιο άλλο παιδί, ας θυμόμαστε αυτό…

 

Απολαμβάνουν πολύ τη βόλτα τους μετά το σχολείο. Με τα ποδήλατά τους, γελούν δυνατά και ελπίζουν σε ένα καλύτερο αύριο. (Η φωτογραφία έχει ληφθεί με τη συγκατάθεση των γονέων των ανηλίκων, καθώς και με τη συγκατάθεση των ενηλίκων).

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ