Φόρμα αναζήτησης

Η δικαστική «ανωμαλία» του 1964 επιτείνει το σημερινό αδιέξοδο

Στη δημοκρατία δεν μπορεί να υπάρχουν αδιέξοδα. Όμως, στη δική μας φαίνεται πως ισχύει το αντίθετο: Υπάρχουν!

Το ότι αφέθηκε να πλανάται εδώ και μερικές μέρες μία σοβαρότατη αιχμή περί διαπλοκής δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου, και δη του προέδρου του, την οποία μάλιστα διατύπωσε ο γενικός εισαγγελέας, κορυφαίος θεσμικός αξιωματούχος, δεικνύει το λιγότερο αδυναμία λειτουργίας του ιδίου του κράτους. Σε οποιοδήποτε άλλο ευνομούμενο κράτος θα έπρεπε άμεσα να κινηθεί μηχανισμός διερεύνησης και ο γενικός εισαγγελέας θα έπρεπε να είχε ήδη κληθεί να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του. Εν ολίγοις δεν μπορεί, στην προκειμένη όχι ένας τυχαίος πολίτης του τόπου αλλά ο ίδιος ο γενικός εισαγγελέας, να αμφισβητεί τη θεμελιακή αρχή του δικαίου «σύμφωνα με την οποία η δικαιοσύνη όχι μόνο πρέπει να απονέμεται, αλλά πρωτίστως πρέπει να φαίνεται ότι απονέμεται» (σ.σ. η εντός εισαγωγικών φράση είναι από τη γραπτή δήλωση που εξέδωσε την περασμένη Τετάρτη).

Από πού λοιπόν πηγάζει αυτή η αδυναμία αντιμετώπισης ενός τέτοιου μείζονος σημασίας θέματος που αφήνει βαριά σκιά στο δικαστικό σώμα;

Το πρόβλημα

Δυστυχώς ισχύει και σε αυτή την περίπτωση ότι μας βαραίνουν αμαρτίες του παρελθόντος.
Με βάση το Σύνταγμα του 1960 επρονοείτο η ίδρυση και λειτουργία τόσο ενός Ανώτατου Δικαστηρίου (High Court), όσο και ενός Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου (Supreme Constitutional Court). Στη σύνθεση και των δύο δικαστηρίων συμμετείχαν Ελληνοκύπριοι, Τουρκοκύπριοι και ουδέτεροι δικαστές, οι οποίοι προέρχονταν από τρίτη χώρα, πέραν των εγγυητριών. Οι ουδέτεροι δικαστές προήδρευαν των δύο δικαστηρίων.
Το πρόβλημα, ως γνωστόν, ξεκινά με τις διακοινοτικές ταραχές του Δεκεμβρίου του 1963, όπου λίγο μετά παραιτήθηκαν από τις θέσεις τους οι ουδέτεροι δικαστές και σταδιακά αποχώρησαν από τις θέσεις που κατείχαν στον κρατικό μηχανισμό και οι Τουρκοκύπριοι.
Είναι τότε που θεσπίζεται άρον- άρον από τη Βουλή η περιβόητη νομοθεσία, γνωστή ως «ο περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμος του 1964. Ενδεικτικά στον τίτλο της αυτή η νομοθεσία αναφέρει τα ακόλουθα:«Νόμος αίρων ορισμένας δυσχέρειας αίτινες προέκυψαν συνεπεία προσφάτων γεγονότων και παρεμποδίζουν την απονομή της δικαιοσύνης και προνοών περί έτερων συναφών ζητημάτων». Με βάση αυτή καταργήθηκαν τα προβλεπόμενα από το Σύνταγμα, Ανώτατο και Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, και ιδρύθηκε το Ανώτατο Δικαστήριο, όπως υπάρχει μέχρι σήμερα, με τη συμμετοχή αρχικά των πέντε δικαστών οι οποίοι το απάρτιζαν. Με την πάροδο των χρόνων αυτός ο αριθμός αυξήθηκε διά νόμου σε 7, αργότερα σε 10 και 13, αριθμός ο οποίος ισχύει σήμερα. Σε αυτό (το νέο) Ανώτατο Δικαστήριο ανατέθηκαν οι δικαιοδοσίες, αρμοδιότητες και εξουσίες των δύο προϋπαρχόντων δικαστηρίων.

Το δίκαιο της ανάγκης

Η ίδρυση και λειτουργία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως εξακολουθεί να υφίσταται μέχρι σήμερα, κρίθηκε συνταγματική με την επίκληση του δικαίου της ανάγκης. Ως «πιλότος» -αυθεντία κατά τη νομική ορολογία- για τη συνταγματικότητα του «νέου» Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι η γνωστή απόφαση την οποία το ίδιο δικαστήριο εξέδωσε στην υπόθεση Ιμπραχήμ (Attorney general of Republic v. Mustafa Ibrahim and Other 1964). Σε εκείνη τη διαδικασία, η πλευρά του αιτητή υποστήριξε ότι παραβιάστηκε μεταξύ άλλων το άρθρο 159 του Συντάγματος το οποίο καθιέρωνε τον δικοινοτικό χαρακτήρα της απονομής της δικαιοσύνης, ενώ δεν λήφθηκε υπόψη το άρθρο 144 το οποίο προνοεί ότι θέματα συνταγματικότητας παραπέμπονται ενώπιον του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, το οποίο κατά αποκλειστικότητα μπορεί να αποφανθεί επί συναφών (συνταγματικών) ζητημάτων. Υποστηρίχθηκε ακόμη ότι δεν τηρήθηκε η διαδικασία του άρθρου 183 του Συντάγματος η οποία καθόριζε τις προϋποθέσεις και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η χώρα μπορούσε να κηρυχθεί σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Διευκρινιστικά αναφέρεται ότι το επιχείρημα που προβλήθηκε ήταν ότι δεν μπορούσε από μόνη της η ελληνοκυπριακή πλευρά να επιβάλει την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης.
Τέλος, διατυπώθηκε και το επιχείρημα ότι ο νόμος (περί Απονομής της Δικαιοσύνης) έπασχε και τυπικά, αφού η δημοσίευσή του στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας έγινε μόνο στην ελληνική γλώσσα, παραβιάζοντας έτσι και το άρθρο 3 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει τόσο την ελληνική όσο και την τουρκική ως τις δύο επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας.
Ως γνωστόν, το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε τα πιο πάνω επιχειρήματα κρίνοντας ότι οι ρυθμίσεις στην επίμαχη νομοθεσία δεν ήταν αντίθετες με το Σύνταγμα. Αποφάνθηκε σε γενικές γραμμές πως «όταν προκύψει κατάσταση που παρεμποδίζει την εκπλήρωση βασικής λειτουργίας του κράτους, τότε το αρμόδιο όργανο του κράτους, στα πλαίσια της αρμοδιότητάς του, όχι μόνο δικαιούται, αλλά κατ’ ακρίβειαν έχει και καθήκον να λάβει τα αναγκαία μέτρα ώστε να καταστεί δυνατή η εκπλήρωση της συγκεκριμένης κρατικής λειτουργίας».

Η έκτακτη κατάσταση

Με βάση τα πιο πάνω, γίνεται κατανοητό ότι από το 1964, όποτε θεσπίστηκε από τη Βουλή η επίμαχη νομοθεσία και κρίθηκε ακολούθως στην υπόθεση Ιμπραχήμ από το Ανώτατο Δικαστήριο ως συνταγματική με την επίκληση του δικαίου της ανάγκης, η Κυπριακή Δημοκρατία περίπου εξακολουθεί να βρίσκεται στην ίδια κατάσταση. Δηλαδή της κατάστασης έκτακτης ανάγκης!
Η σύνδεση με τα γεγονότα των τελευταίων ημερών και η ανακίνηση του όλου νομικού θέματος αφορά στο ότι το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, οι εξουσίες του οποίου ορίζονται στο άρθρο 157 του Συντάγματος, θα μπορούσε να επιληφθεί των καταγγελιών-ισχυρισμών του γενικού εισαγγελέα εναντίον δικαστών και να τον καλέσει να τους τεκμηριώσει. Συγκεκριμένα, το άρθρο 157 (παρ. 2) ορίζει ότι «εις την αποκλειστικήν αρμοδιότητα του Aνωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου υπάγονται ο διορισμός, η προαγωγή, η μετάθεσις, ο τερματισμός της υπηρεσίας και η απόλυσις των δικαστών, ως και η πειθαρχική εξουσία επί τούτων». Όμως, στην προκειμένη δεν μπορεί οι δικαστές εναντίον των οποίων διατυπώνεται η κατηγορία να κρίνουν τους εαυτούς τους.
Κάτι ανάλογο εγείρει και η περιβόητη GRECO στην τελευταία έκθεση συμμόρφωσης που υπέβαλε, υποδεικνύοντας ότι η σύνθεση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου θα πρέπει να υπόκειται σε μία διαδικασία αντανάκλασης εντός του δικαστικού συστήματος ως μέσο πρόληψης ενδεχόμενων ή αντιληπτών καταστάσεων συγκρούσεως συμφερόντων εντός του Συμβουλίου.

Προωθούνται θεραπείες

Με αφορμή την τελευταία κρίση, είναι σίγουρο ότι θα αναληφθούν και θα επισπευσθούν πρωτοβουλίες για αποκατάσταση της «ανωμαλίας» που μας κατατρέχει από το 1964. Όπως πληροφορείται ο «Π», ο πρόεδρος της Επ. Νομικών, βουλευτής Αμμοχώστου του ΔΗΣΥ Γιώργος Γεωργίου, ζήτησε από τις υπηρεσίες της Βουλής την ετοιμασία πρότασης νόμου για τροποποίηση της νομοθεσίας περί απονομής της δικαιοσύνης, έτσι ώστε η σύνθεση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου να περιλαμβάνει τέσσερις δικαστές του Ανωτάτου, τον γενικό εισαγγελέα, τον «αρχαιότερο» διοικητικό πρόεδρο Επαρχιακού Δικαστηρίου, τον πρόεδρο της Ένωσης Δικαστών και τριών εκλελεγμένων μελών του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου με υπηρεσία πέραν των 25 χρόνων.
Ωστόσο, η καθοριστική δουλειά φαίνεται να έχει ήδη γίνει προς αυτή την κατεύθυνση από το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Εξάλλου, για την αναμόρφωση και τον εκσυγχρονισμό της δικαιοσύνης μίλησε ο κ. Ιωνάς Νικολάου και κατά την παρουσίαση του προϋπολογισμού του υπουργείου του ενώπιον της αρμόδιας επιτροπής της Βουλής. Ο υπ. Δικαιοσύνης, αύριο όπως πληροφορούμαστε, θα έχει συνάντηση με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για τη συζήτηση κάποιων εκκρεμοτήτων, ενώ την ερχόμενη Πέμπτη 24 Ιανουαρίου στο Προεδρικό Μέγαρο θα πραγματοποιηθεί σύσκεψη του Προέδρου Αναστασιάδη, παρουσία του υπουργού Δικαιοσύνης, με τα μέλη του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, η εμπλοκή του Προέδρου της Δημοκρατίας κρίθηκε επιβεβλημένη, αφού κατά τις προηγηθείσες συναντήσεις του υπ. Δικαιοσύνης με το Ανώτατο Δικαστήριο ανεφύησαν διαφωνίες ως προς το περιεχόμενο κάποιων προνοιών των προωθούμενων νομοσχεδίων.

Έτσι ναυάγησε μια πρωτοβουλία του Αλέκου Μαρκίδη 

Κατά καιρούς έγκριτοι νομικοί αναγνώριζαν το κενό που υπήρχε, αλλά και την ανάγκη αποκατάστασης αυτής της «δικαστικής ανωμαλίας».

Για την ιστορία αναφέρουμε ότι ο Αλέκος Μαρκίδης το 1994, όταν ήταν στη Βουλή και ήταν μέλος της Επιτροπής Νομικών, ανέλαβε μία πρωτοβουλία σε συνεννόηση ασφαλώς και με τον τότε νεοκλεγέντα Πρόεδρο της Δημοκρατίας Γλαύκο Κληρίδη για να βρεθεί η φόρμουλα επανασύστασης του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου. Η προσέγγιση έγινε στον μ. Γιαννάκη Αγαπίου, βουλευτή του ΑΚΕΛ και μέλος επίσης της Επιτροπής Νομικών, και υπήρξε, όπως έχουμε πληροφορηθεί, μία άτυπη παρασκηνιακή συζήτηση. Ο Γιαννάκης Αγαπίου μετέφερε στην τότε ηγεσία του ΑΚΕΛ την πρόταση και η Εζεκία Παπαϊωάννου ζήτησε να γνωρίζει ποιους (από τα 13 μέλη που συνέθεταν εκείνη την περίοδο το Ανώτατο) θα διόριζε στο Συνταγματικό Δικαστήριο ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας μ. Γλαύκος Κληρίδης. Όταν ο Αλέκος Μαρκίδης ενημέρωσε τον Γλαύκο Κληρίδη για το πώς είχαν τα πράγματα και το ότι θα ήθελε το ΑΚΕΛ να ξέρει εκ των προτέρων ονόματα, ο τελευταίος επικαλέστηκε το συνταγματικό του προνόμιο και αρνήθηκε να δεσμευτεί σε κάτι τέτοιο. Κάπως έτσι ναυάγησε εκείνη η πρώτη πρωτοβουλία.
Όταν πλέον ο Αλέκος Μαρκίδης ήταν στη θέση του γενικού εισαγγελέα, ανέλαβε μία άλλη παρασκηνιακή πρωτοβουλία, η οποία στόχευε στην τροποποίηση των άρθρων 15 (προστασία της ιδιωτικής ζωής) και 17 (προστασία της επικοινωνίας) του Συντάγματος. Γύρω στο 1999 κάλεσε σε γεύμα σε εστιατόριο γνωστού ξενοδοχείου της πρωτεύουσας δύο πρωτοκλασάτα στελέχη και βουλευτές, τότε, του ΑΚΕΛ. Τους εξήγησε την ανάγκη τροποποίησης των δύο άρθρων επικαλούμενος τόσο την ανάγκη προώθησης των υποθέσεων του Χρηματιστηρίου, όσο και άλλων σοβαρών ποινικών υποθέσεων προκειμένου να διευκολυνθεί η εξιχνίασή τους.
Και τα δύο τότε στελέχη του ΑΚΕΛ επιφυλάχθηκαν να τοποθετηθούν για την ανάγκη της τροποποίησης, αφού πρώτα ενημέρωναν τον Πρόεδρο του ΔΗΚΟ και εν δυνάμει υποψήφιο για τις προεδρικές εκλογές του 2003 (σ.σ. ως γνωστόν είχε από πολύ νωρίς «κλείσει» η συμφωνία ΑΚΕΛ –ΔΗΚΟ για συνεργασία), μ. Τάσσο Παπαδόπουλο. Ένας εκ των δύο πρώην βουλευτών του ΑΚΕΛ ενημέρωσε τον κ. Αλέκο Μαρκίδη ότι ο Τάσσος Παπαδόπουλος διαφωνούσε με κάτι τέτοιο και ότι ο ίδιος θα ήταν έτοιμος να προωθήσει διά νομοθεσίας τη ρύθμιση του όλου θέματος.