Φόρμα αναζήτησης

Ανέλεγκτος ο γενικός εισαγγελέας

Δικαστικά ανέλεγκτος αναδεικνύεται για δεύτερη φορά ότι είναι ο γενικός εισαγγελέας αλλά και οι δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αφού τυχόν παραπτώματα που μπορεί να τους καταλογίζονται από πολίτες δεν μπορούν να ελεγχθούν διά της νομικής οδού αλλά μόνο σε ανώτατο πολιτειακό επίπεδο και συγκεκριμένα μόνο από τον ίδιο τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

Και στις δύο περιπτώσεις, ούτε ακόμα και το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο (το οποίο συγκροτούν και οι 13 δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου) έχει δικαιοδοσία να εξετάσει οποιοδήποτε παράπονο πολίτη εναντίον αυτών των θεσμών, αλλά ούτε και άμεση αγωγή μπορεί να κινήσει εναντίον τους. Όπως προκύπτει από το άρθρο 153 του Συντάγματος, «σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να κινηθεί αγωγή κατά του προέδρου ή οιουδήποτε δικαστού του Aνωτάτου Δικαστηρίου διά πάσαν πράξιν γενομένην ή πάσαν γνώμην εκφρασθείσαν κατά την ενάσκησιν των δικαστικών τους καθηκόντων», αντίθετα η όποια αγωγή, βάσει του άρθρου 172 του Συντάγματος, μπορεί να κινηθεί μόνο εναντίον της Δημοκρατίας. Η ίδια πρόνοια ισχύει για όλους τους δικαστές.

Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο κλήθηκε χθες να εξετάσει αίτηση του Γεώργιου Λοή –που είναι κατηγορούμενος και στις δύο γνωστές υποθέσεις της ΣΠΕ Αγίας Φύλας– για απόλυση τόσο του γενικού εισαγγελέα, Κώστα Κληρίδη, όσο και του προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Μύρωνα Νικολάτου, οι οποίοι θεωρεί ότι επέδειξαν ανάρμοστη συμπεριφορά. Στην έκθεση γεγονότων που ετοίμασε ο συνήγορος του αιτητή, Παύλος Αγγελίδης, εξηγείται ότι η ανάρμοστη συμπεριφορά συνίσταται σε προηγούμενη αίτηση του κ. Λοή με την οποία αξιώνει αποζημιώσεις 12 εκατ. ευρώ από τη Δημοκρατία λόγω παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του.

Η παραβίαση αυτή, όπως ο αιτητής την θέτει, αφορά το γεγονός ότι η ακρόαση των υποθέσεων της ΣΠΕ Αγίας Φύλας δεν έχει ακόμα αρχίσει παρόλο που έχουν περάσει 3 χρόνια από τις πρώτες εμφανίσεις επειδή συνεχώς η Νομική Υπηρεσία αλλάζει το κατηγορητήριο, ενώ προέκυψε και η αλλαγή (ανά 2 χρόνια) στις συνθέσεις των δικαστηρίων, με αποτέλεσμα όλο αυτό το διάστημα να είναι δεσμευμένα τα ταξιδιωτικά του έγγραφα αλλά και το ποσό των 250.000 ευρώ, σε συνάρτηση με το άγχος που του προκαλεί η αναμονή και η επαγγελματική καθήλωση.
Η εξέταση της αίτησης για αποζημιώσεις καταχωρίστηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο τον περσινό Αύγουστο, αλλά το Πρωτοκολλητείο την παρέπεμψε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, το οποίο την όρισε για τις 16 Σεπτεμβρίου 2016. Τελικά όμως το επαρχιακό έκρινε πως δεν είχε δικαιοδοσία να την εκδικάσει και έδωσε οδηγίες να επανακαταχωριστεί στο Ανώτατο. Αυτή είναι η πτυχή επί της οποίας καταχωρίστηκε η παρούσα αίτηση με την οποία ζητείται η παύση του γ.ε. και του προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

Συγκεκριμένα, όπως σημειώνεται στη σχετική έκθεση, κατά την εξέταση της αίτησης στο Ανώτατο που αφορά τις αποζημιώσεις, ο γενικός εισαγγελέας είχε μεν καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης, τελικά όμως παρέλειψε να παρουσιαστεί και εκπροσωπήθηκε από τον πρόεδρο του Ανωτάτου «ο οποίος θα έπρεπε να είχε εξαιρεθεί λόγω στενής προσωπικής σχέσης με τον γ.ε.». Η εξαίρεση του κ. Νικολάτου, σύμφωνα πάντα με τις θέσεις του συνηγόρου Παύλου Αγγελίδη, έγινε 7 μήνες μετά την καταχώριση της υπόθεσης και κατόπιν υπόδειξης του αιτητή, «ενώ θα έπρεπε να είχε εξαιρεθεί από την έναρξη της διαδικασίας χωρίς καμιά υπόδειξη».

Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο που συνήλθε χθες με 10μελή σύνθεση αντί με 13 δικαστές αφού, εκτός του κ. Νικολάτου, αυτοεξαιρέθηκαν και οι δικαστές Παμπαλλής και Σταματίου λόγω συγγενικής σχέσης με τον γ.ε., απεφάνθη πως ό,τι κρίθηκε στην περίπτωση Α. Τρύφωνος βρίσκει εφαρμογή και στην αίτηση Λοή. Δηλαδή, όπως ανέφερε ο προεδρεύων του συμβουλίου Στέλιος Ναθαναήλ, κανένας πολίτης δεν νομιμοποιείται να κινείται νομικά εναντίον του γ.ε., καθώς αυτός μπορεί να ελεγχθεί μόνο σε ανώτατο πολιτειακό επίπεδο.

Ορόσημο η υπόθεση Τρύφωνος εναντίον γ.ε.

Με την αίτησή του ο Α. Τρύφωνος, την οποία το Ανώτατο είχε χαρακτηρίσει ως πρωτοφανή, αξίωνε παύση του γ.ε. «επειδή δεν δίωξε δικηγορικό γραφείο για ψευδορκία σε υπόθεση δανείου του που συνήψε με τράπεζα και για το οποίο προέκυψε διαφορά». Ομόφωνα οι δικαστές (11μελής σύνθεση) απέρριψαν την εξέταση της αίτησης βάσει των λόγων που επανέφεραν στην υπόθεση Λοή, όμως έχει ενδιαφέρον το ότι εκδόθηκαν τρεις ξεχωριστές και όχι μία αποφάσεις, η μια μάλιστα εκ των οποίων κατέληγε στο εύρημα ότι οι δύο πλευρές, δηλαδή ο ιδιώτης και ο γ.ε., θα έπρεπε να ακουστούν πριν την κατάληξη σε οποιαδήποτε απόφαση. Συγκεκριμένα, οι τρεις εκ των δικαστών παρατήρησαν ότι «στην Κύπρο το νομοθετικό σώμα δεν έχει ρυθμίσει μέχρι σήμερα διά νόμου το θέμα αυτό και συνεπώς διαπιστώνεται «lacuna» (κενό) αναφορικά με τη δίωξη του γ.ε. εφόσον ο ίδιος δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα διώκτης και διωκόμενος», ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε και το σκεπτικό του Α. Λιάτσου, ο οποίος είχε επισημάνει τα εξής: «Το δημόσιο συμφέρον δεν εξυπηρετείται με τον άνευ συνταγματικού ερείσματος περιορισμό των προσώπων τα οποία νομιμοποιούνται να προσφύγουν ενώπιον του συμβουλίου για παύση αξιωματούχων, αλλά με τη διαφάνεια και τη διασφάλιση του δικαιώματος του κάθε πολίτη να προβάλει τεκμηριωμένη αίτηση προς επίκληση ανάρμοστης συμπεριφοράς. Κατ’ ακολουθία είναι η κατάληξή μου ότι η αξίωση για απόρριψη της κυρίως αίτησης λόγω έλλειψης νομιμοποίησης καταχώρησής της δεν μπορεί να αποφασισθεί εκ προοιμίου και αποσπασματικά. Είναι η αποτίμηση από το συμβούλιο των γεγονότων που περιβάλλουν την κυρίως αίτηση που θα οδηγούσε στην τελική κρίση περί ύπαρξης ή μη νομιμοποίησης καταχώρησής της».