Φόρμα αναζήτησης

«Α»πωλήθηκα!

ΓΡΑΦΕΙ: ΜΙΚΑΕΛΑ ΚΟΥΜΟΥΛΛΗ

Θα τα πω όλα έξω από τα δόντια. Έχω υπάρξει στελεχάρα. Με γραφειάρα, με αυτοκινητάρα, με γραμματεάρα. Ανήκω στη φωτεινή γενιά των στελεχών που για τουλάχιστον μια δεκαπενταετία αναρριχήθηκαν στη σκάλα της καριέρας με φοβερές δεξιότητες και ταχύτητα, δηλαδή άλλαζαν δουλειά κάθε 3-4 χρόνια και τριπλασίαζαν τον μισθό και τις απολαβές τους σε μια νύχτα. Ήταν πολύ ωραία εποχή, όχι μόνο διότι βγάζαμε λεφτά και είχαμε εταιρικά αυτοκίνητα αλλά και διότι κάναμε φίλους. Πολλούς φίλους. Ως προϊόν της αναρρίχησης, στα 36 μου χρόνια ανέλαβα (όταν λέμε «ανέλαβα» σωστό είναι να πω ότι δεν ήμουν και μόνη μου, ασχολήθηκαν εκατοντάδες στελέχη, αλλά εγώ είχα την υπογραφή και μεγάλο μέρος της ευθύνης, άρα ποιητική αδεία θα μου το επιτρέψετε) να στήσω μια ολόκληρη εταιρεία από το μηδέν –greenfield project– σε χώρα του εξωτερικού, έγινα δηλαδή «expat». Σε απλά ελληνικά, ζούσα στην ωραιότερη γειτονιά της εν λόγω ευρωπαϊκής πρωτεύουσας, είχα grand διαμέρισμα zen με όλα πληρωμένα, φουλ θέρμανση –γιατί ο δεύτερος ειδικά χειμώνας έφτασε στους μείον τριάντα έναν βαθμούς Κελσίου–, δύο εταιρικά αυτοκίνητα –ένα στην Ελλάδα και ένα εκεί–, γεύματα και δείπνα χωρίς να κοιτάζω τη δεξιά πλευρά του τιμοκατάλογου που παραδοσιακά αναγράφει τις τιμές, αεροπορικά εισιτήρια όσα ήθελα στην πρώτη θέση (εξάλλου για αυτό δεν λέγεται business class;..) και, βέβαια, παχυλό μισθό επί δεκαέξι με επιπλέον μπόνους για το εξωτερικό. Μέχρι και τα τσιγάρα μου ήταν πληρωμένα, που λέει ο λόγος.

Λεγόταν Ανέστης

Εκεί λοιπόν σε αυτήν την πρωτεύουσα, γνώρισα και έναν από τους καλύτερούς μου φίλους! Ήταν Έλληνας, λεγόταν Ανέστης, ζούσε στην Αθήνα αλλά ταξίδευε πολύ γιατί είχε μια μικρή –που μεγάλωνε– ελληνική εταιρεία με φοβερά λογισμικά που αφορούσαν τηλεφωνικές πωλήσεις, τελεμάρκετινγκ, ακόμα και collections. Γνωριστήκαμε βέβαια επαγγελματικά και με την υποστήριξή μου πήρε ένα μεγάλο έργο στην εταιρεία –χωρίς monkey business, ξεκάθαρα και by the book– αλλά πολύ γρήγορα ο Ανέστης άρχισε να με προσκαλεί σε εστιατόρια και να με γνωρίζει με τη σειρά του σε κόσμο και κοσμάκη. Σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα τα είχαμε κάνει πλακάκια και ήμασταν «ο ένας για τον άλλον». Ο Ανέστης ήταν άσχημος. Ήταν ένας 50 something ψηλός άντρας, με κοιλιά, ολίγον καμπούρης, με αυτό το επιμελώς ατημέλητα αξύριστο πρόσωπο και ένα στόμα όπου τα δόντια δεν φαινόντουσαν ποτέ –εγώ τουλάχιστον πέντε χρόνια που τον ήξερα δεν τα είχα δει– τα χείλη ήταν μια γραμμή, και το μειδίαμά του θύμιζε μάσκα του Αριστοφάνη. Ήταν άδοντο με μαύρο χάος στο κέντρο. Βέβαια, είχε πολύ καλούς τρόπους και είχε τελειώσει το Κολέγιο Αθηνών, είχε λεφτά, σοφέρ, γνωριμίες, έναν διάσημο γλύπτη θείο, εξοχικό στο Πόρτο Ράφτη, και μια πανέμορφη για τη δική του εμφάνιση φιλενάδα, 18 χρόνια μικρότερη, την Άννα. Ή Αννούλα ήταν απροσδιορίστου κοινωνικής καταγωγής, θα μπορούσε να έχει πατέρα γιατρό ή εργάτη, δεν μίλαγε για τη φαμίλια της, ήταν από κάποια επαρχία ή κάποιο ελληνικό νησί –δεν θυμάμαι– και είχε μια συμπαθητική μελαχρινή φατσούλα λίγο σαν την Άννα Βίσση όμως πιο ποντικάκι, ήταν κοντή, λεπτή, μίλαγε τέσσερις γλώσσες, είχε σπουδάσει «κάτι» στο Παρίσι, και ντυνόταν, σίγουρα όχι εκ του μισθού της, καταπληκτικά. Φόραγε πάντα τα ωραιότερα φουλάρια, επώνυμες μπότες, είχε καταπληκτικές τσάντες και τα νύχια της ήταν πάντα βαμμένα μοντέρνα χρώματα όπως μαύρο-μπορντό-γκρι και φυσικά γαλλικό.

Costa Navarino

Φαινόταν να λατρεύει τον Ανέστη και ήθελε –έλεγε– να τον παντρευτεί ενώ και εκείνος ήθελε –έλεγε– να κάνει μια κόρη. Οι ίδιοι αλλά και οι φίλοι απευθυνόμασταν σε αυτούς ως οι «Α και Α» και η ζωή μου μαζί τους γινόταν ολοένα και πιο κοινή. Δηλαδή, δώσ’ του τα σούσια, δώσ’ του τα καταμαράν στο Ιόνιο, δώσ’ του τα Costa Navarino (είχα επιστρέψει εν τω μεταξύ στην Ελλάδα και ήμουν στελεχάρα σε άλλη εταιρεία όπου ο Ανέστης επίσης κέρδισε τον διαγωνισμό για το λογισμικό), δώσ’ του τα Courchevel με την Αννούλα να έχει private ski instructor 400 ευρώ/μέρα (εντάξει, στο νησί πού να μάθεις σκι), δώσ’ του Πρωτοχρονιές, γιορτές, γενέθλια, δώρα του πανακρίβου, the Full Monty! Και δώσ’ του κυρίως οι γνωριμίες. Πήρε, μέσω εμού, τουλάχιστον τέσσερα ακόμα έργα ο Ανέστης. Τον είχα συστήσει σε φίλο πάρτνερ συμβουλευτικής πολυεθνικής, πήρε έργο εκεί, αυτός τον σύστησε σε έναν μεγαλοβιομήχανο, πήρε έργο και εκεί, και πάει λέγοντας. Εν τω μεταξύ, τα έργα με λογισμικά δεν είναι καλλυντικά στο Γουδί. Κάνουν εκατομμύρια. Και εγώ, που δεν πήρα ποτέ τίποτα υλικό εκτός προφανώς από τα ακριβά δώρα –που τα ανταπέδιδα– έπαιρνα τη φιλία και την αγάπη των «Α και Α» αλλά και ενός ολόκληρου κοινωνικού κύκλου που χτίσαμε μαζί.

Απολύθηκα!..

Μέχρι και που μια Δευτέρα, ΕΝΤΕΛΩΣ ΞΑΦΝΙΚΑ, απολύθηκα. Χωρίς να το περιμένω και χωρίς να φταίω. Δεν θα ξεχάσω ποτέ, όσο ζω, τα γαλάζια μάτια του τότε διευθύνοντος συμβούλου την ώρα που μου ανακοίνωνε τις περικοπές που με αφορούσαν. Είχε τύψεις, ένιωθε ντροπή, συστολή… πλην όλα άχρηστα σε μένα αφού έχασα όχι το universe αλλά το multiverse κάτω από τα πόδια μου… Μίλαγε ο καημενούλης –απολύθηκε και αυτός έναν χρόνο μετά– και υπερεξηγούσε πιθανόν από αμηχανία την αιτία των στρατηγικών αποφάσεων μα τα αφτιά μου σταδιακά έκλεισαν, έχασα την επαφή με το περιβάλλον, άκουγα βέβαια το μακρινό μπλα μπλα μπλα του αλλά το μυαλό μου βρισκόταν κάπου μεταξύ του σημείου πριν τη λιποθυμία και του σημείου που προχωράς στο πράσινο φως και ξέρεις ότι δεν είναι η ώρα σου και πρέπει να τραβηχτείς πίσω και να ζήσεις, είσαι ακόμα ξύπνιος και ζωντανός. Και εκεί κάπου ανάμεσα στους πίσω ήχους της Συγγρού και το μπλα μπλα του διευθύνοντος ήρθε –μα δεν θα είχε περάσει πάνω από ένα λεπτό– η σκέψη του Ανέστη. Και πριν προλάβει ο διευθυντής μου να τελειώσει την απολογία του, είχα ανοίξει διάπλατα τα μάτια και η ελπίδα έλαμψε ξεκάθαρη μπροστά μου σβήνοντας και το σοκ, και το τρέμουλο, και όλους τους φόβους που γεννά μια τέτοια life-altering στιγμή: Θα με βοηθήσει ο Ανέστης, που και τον κόσμο όλο ξέρει, και σε σχετικό με μένα περιβάλλον κινείται, και εγώ τον βοήθησα τόσο πολύ! Στα επόμενα λίγα λεπτά «ευχαρίστησα», φίλησα και αποχαιρέτησα τον γαλανομάτη CEO μου και βγήκα από το κτήριο να κάνω το ένα μου τηλεφώνημα. «Ανέστη, μπορείς να μιλήσεις;» Με άκουσε με τεράστια προσοχή και άρχισε εκ του προχείρου, on the spot, εκεί στο τηλεφώνημα μέσα, να μου παραθέτει τα επόμενα βήματα – άκουσα και ονόματα, και εταιρείες, και θέσεις, και γνωριμίες, και τηλέφωνα που θα έκανε «τώρα» και η ελπίδα μου όχι μόνο σταθεροποιήθηκε αλλά υπερζωντάνεψε ακαριαία. Φανταστείτε πως σκέφτηκα, «ρε συ για καλό έγινε αυτό, θα μου μείνει και η αποζημίωση στο τέλος» (που ήταν και κάποιες δεκάδες χιλιάδες ευρώ).

 

Οι πρώτοι έξι μήνες της ανεργίας ήταν κόλαση

Όχι τόσο επειδή έχασα τη δουλειά μου, τόσοι και τόσοι την έχαναν κάθε μέρα. Όχι τόσο επειδή «βαριόμουν» στο σπίτι, αποφασίσαμε να μετακομίσουμε και είχα φουλ ασχολία με όλο το οργανωτικό και διακοσμητικό κομμάτι. Όχι τόσο επειδή έτρωγα τα έτοιμα, υπήρχε η αποζημίωση και η, πάλαι ποτέ πολυτελής, ζωούλα μας είχε ούτως ή άλλως αλλάξει τροπάριο για όλους τους Έλληνες. Όχι τόσο επειδή δεν θα έβρισκα κάποια στιγμή δουλειά –που βρήκα, πολύ αργότερα φυσικά– αφού είχα και CV και συστάσεις και υπομονή. Αυτό που με κράταγε ξύπνια τα βράδια και που μου έφερνε αναγούλες, εκνευρισμό και θλίψη ήταν το ότι με τους «Α και Α» δεν ξαναφάγαμε ΟΥΤΕ ΣΟΥΒΛΑΚΙΑ ΜΑΖΙ. Εξαφανίστηκαν ταχυδακτυλουργικά αμφότεροι. Ο Ανέστης όχι μόνο δεν εκτέλεσε ούτε το εν δέκατο του τηλεφωνικού στρατηγικού πλάνου, αλλά απέφευγε και να σηκώνει το τηλέφωνο, χωρίς βέβαια να μου το κλείνει στα μούτρα, απάνταγε, και μου έλεγε ψιθυριστά «είμαι σε συνάντηση θα σε πάρω μετά». Και εγώ το πίστευα και περίμενα. Μάλιστα στην αρχή ξανάπαιρνα. Μεγάλη αδράνεια έχω αδελφέ. Μετά από μήνες αποχή, απουσία, φτύσιμο, κατάλαβα, μου το είπαν και άλλοι άνθρωποι δηλαδή, για να βοηθήσουν την απαράδεκτα μειωμένη αντίληψή μου, ότι ο Ανέστης και η Άννα δεν θα με συναστρεφόντουσαν πια. Ούτε κοινωνικά, και σίγουρα ούτε επαγγελματικά εφόσον ήμουν «εκτός αγοράς». Δεν τους άκουσα και δεν τους είδα έκτοτε, ποτέ. Αρκετά αργότερα και έχοντας δουλέψει πολύ με τον Δαλάι Λάμα και άλλους γνωστούς, σταδιακά, το «αποδέχτηκα». Το άφησα πίσω μου, όσο πίσω σου μπορείς να αφήσεις ένα γεγονός που μοιάζει με το να γυρίσει κάποιος σπίτι του ένα απόγευμα μετά τη δουλειά, να παρκάρει έξω από την πολυκατοικία του, και στη θέση της πολυκατοικίας να είναι μια χωράφα.

Στα χρόνια που πέρασαν από εκείνη τη Δευτέρα, οι φήμες λένε ότι οι «Α και Α» έχουν πια χωρίσει. Αυτός, λέει, δεν την παντρευόταν ή κάτι αυτού του επιπέδου. Έμαθα τυχαία πως η Άννα θεάθηκε, πέρσι, στην παραλία ενός κοσμικού νησιού με μαγιό Missoni και με ένα άλλο πλούσιο ψηλό αγόρι, αγκαλιά. Ο Ανέστης δεν απέκτησε ποτέ θυγατέρα, πλην έμαθα ότι άνοιξε θυγατρικές σε Παρίσι – Λονδίνο – Νέα Υόρκη, κάτι σαν την Donna Karan δηλαδή. Και εγώ, κάποτε ακόμα τα βράδια μέσα στο σκοτάδι του υπνοδωματίου μου ξυπνώ, και ακούω μέσα στο κεφάλι μου μια στοιχειωμένη, σαν από void φωνή, ή μάλλον κραυγή, που μοιάζει με «Α(χ) και β-Ααα(χ)». Και μετά, αυτοματοποιημένα πια, ξανΑγαπώ τον εαυτό μου και φωνάζω μέσα στο σκοτάδι: Είμαι η Μικαέλα και ΕΙΜΑΙ ΚΑΛΑ!

 

[bsa_pro_ad_space id=2][bsa_pro_ad_space id=1]