Το Διοικητικό Εφετείο, με ομόφωνη απόφασή του, έκανε δεκτούς τέσσερις λόγους έφεσης σε υπόθεση που αφορούσε την απόρριψη αίτησης Ουκρανής υπηκόου για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση. Η υπόθεση άφορά έφεση κατά απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου, με την οποία είχε επικυρωθεί η απόφαση απόρριψης της αίτησης.
Σύμφωνα με τα γεγονότα που καταγράφονται στην απόφαση, η αιτήτρια έφθασε για πρώτη φορά στην Κύπρο το 2000 για να εργαστεί ως σερβιτόρα. Το 2001 τέλεσε πολιτικό γάμο με Ελληνοκύπριο και, μετά από εξετάσεις σχετικά με τη γνησιότητα του γάμου, εκδόθηκαν εναντίον της διατάγματα κράτησης και απέλασης. Απελάθηκε στις 25 Οκτωβρίου 2001. Ακολούθως επέστρεψε στην Κύπρο και τέλεσε δεύτερο γάμο με Ελληνοκύπριο, ο οποίος απεβίωσε το 2009, ενώ το 2011 τέλεσε τρίτο γάμο.
Στις 7 Δεκεμβρίου 2012 υπέβαλε αίτηση για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση. Οι απόψεις της ΚΥΠ, ημερομηνίας 22 Απριλίου 2014, δεν περιείχαν στοιχεία σε βάρος της από πλευράς ασφάλειας, ενώ οι απόψεις της Interpol, ημερομηνίας 23 Απριλίου 2014, ήταν αρνητικές. Στις 12 Ιανουαρίου 2017 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη και στις 19 Ιανουαρίου 2017 ετοιμάστηκε σημείωμα προς τον υπουργό Εσωτερικών με απορριπτική εισήγηση.
Το Διοικητικό Εφετείο διαπίστωσε ότι στο εσωτερικό σημείωμα της 19ης Ιανουαρίου 2017 υπήρχε χειρόγραφη σημείωση «Απόρριψη» και υπογραφή του υπουργού Εσωτερικών. Το Δικαστήριο έκρινε ότι από το σύνολο των στοιχείων προέκυπτε πως ο υπουργός είχε ασκήσει την αποφασιστική του αρμοδιότητα, υιοθετώντας την εισήγηση του σημειώματος.
Ωστόσο, το Εφετείο έκρινε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε εσφαλμένα θεωρήσει ως «σώμα» της προσβαλλόμενης απόφασης την επιστολή γνωστοποίησης, αντί την ίδια την απόφαση του υπουργού και την αιτιολογία που περιλαμβανόταν στο εσωτερικό σημείωμα. Στο σημείωμα αναφερόταν, μεταξύ άλλων, «Λόγω του ιστορικού της να απορριφθεί», ενώ καταγράφονταν στοιχεία και κρίσεις για τις ενέργειες και δραστηριότητες της αιτήτριας στην Κύπρο και για τους γάμους της.
Το Εφετείο έκρινε ότι η αιτιολογία της απόφασης δεν μπορούσε να περιοριστεί σε αυτήν που περιλαμβανόταν στην επιστολή γνωστοποίησης και κατέληξε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση σε λανθασμένη πραγματική βάση. Ως αποτέλεσμα, έκανε δεκτούς τον δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγο έφεσης.
Η πρωτόδικη απόφαση, περιλαμβανομένης της διαταγής για τα έξοδα, παραμερίστηκε και η υπόθεση επιστράφηκε στο πρωτόδικο Δικαστήριο για νέα απόφαση, στη βάση των ευρημάτων του Εφετείου. Παράλληλα, επιδικάστηκαν υπέρ της εφεσείουσας και εναντίον της εφεσίβλητης έξοδα ύψους €3.000 πλέον ΦΠΑ.






