Φόρμα αναζήτησης

Καθυστερήσεις και έλλειψη σχεδίου καταλογίζει το Πόρισμα για το Μάτι

Σοβαρότατες ευθύνες αρμοδίων προσώπων, οργάνων και υπηρεσιών, υποδεικνύει το πολυσέλιδο πόρισμα των εισαγγελέων για τη φονική πυρκαγιά στο Μάτι. Κάνοντας λόγο για λανθασμένες ενέργειες, παραλείψεις ολιγωρίες, πλημμέλειες, αρρυθμίες και δυσλειτουργίες του Μηχανισμού Πολιτικής Προστασίας της χώρας, το πόρισμα εισηγείται ότι από τους συγκεκριμένους παράγοντες προκλήθηκε αιτιακά ο θάνατος τουλάχιστον 100 ανθρώπων και ο τραυματισμός 31, κατά τη διάρκεια της πυρκαγιάς.

Υπενθυμίζεται ότι βάσει του συγκεκριμένου πορίσματος, που συντάχθηκε κατόπιν εξέτασης ενός τεράστιου υλικού δεδομένων και καταθέσεων, ασκήθηκαν ποινικές διώξεις εναντίον 20 προσώπων, μεταξύ των οποίων η περιφερειάρχης Αττικής Ρένα Δούρου, ο δήμαρχος Μαραθώνα Ηλίας Ψινάκης, ο δήμαρχος Ραφήνας Ευάγγελος Μπουρνούς, ο πρώην γενικός γραμματέας Πολιτικής Προστασίας Ιωάννης Καπάκης, στελέχη της Πολιτικής Προστασίας και της ΕΛΑΣ, καθώς και ο 65χρονος που ευθύνεται για την έναρξη της φωτιάς στο Νταού Πεντέλης.

Σύμφωνα με το σκεπτικό του πορίσματος, ο Μηχανισμός Πολιτικής Προστασίας της χώρας αποδείχθηκε ότι δεν κατόρθωσε όπως επιβαλλόταν εκ του νόμου και της αποστολής του «να είναι στην πράξη και όχι επί χάρτου κατάλληλα και έγκαιρα προετοιμασμένος και επαρκώς επιχειρησιακά οργανωμένος και να βρίσκεται σε κατάσταση αυξημένης ετοιμότητας, όταν οι συνθήκες το απαίτησαν».
Ειδικότερα, το πόρισμα αποδίδει σοβαρά λάθη, παραλείψεις και δυσλειτουργίες στη Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας, το Πυροσβεστικό Σώμα, την ΕΛΑΣ, την Περιφέρεια και τους Δήμους. Τα φαινόμενα αναποτελεσματικότητας εντοπίζονται κυρίως σε δράσεις συντονισμού, επικοινωνίας και συνεργασίας των εμπλεκομένων δυνάμεων πολιτικής προστασίας, καθώς και σε ενέργειες και παραλείψεις κατά τις δράσεις ετοιμότητας, κινητοποίησης, αντιμετώπισης και γενικά της διαχείρισης της κατάστασης.

Επιπλέον, αναφορικά με την εσωτερική λειτουργία και την εκτέλεση των εντολών εντός των αρμόδιων υπηρεσιών, οι Εισαγγελείς σημειώνουν ότι διαπιστώθηκε ότι «σχεδόν όλοι οι υπεύθυνοι και αρμόδιοι αρκούνται στο να δίνεται η εντολή ή να συντάσσεται το έγγραφο, χωρίς όμως κάποιος να ελέγχει αν πράγματι η ενέργεια εκτελέστηκε ή ποτέ εκτελέστηκε. Ουσιαστικά δηλαδή διαπιστώθηκε μια τυπική και γραφειοκρατική λειτουργία των φορέων, η οποία δεν αποτυπώνει την πραγματικότητα, όπως αυτή εκδηλώνεται και εκφράζεται από την εκτέλεση των ενεργειών και των αποτελεσμάτων αυτών».

Όπως εισηγείται το πόρισμα, το Πυροσβεστικό Σώμα έλαβε 199 κλήσεις κινδυνευόντων ατόμων στον Νέο Βουτζά, το Μάτι και το Κόκκινο Λιμανάκι, και ως εκ τούτου όφειλε να προωθήσει πυροσβεστικές δυνάμεις στις συγκεκριμένες περιοχές. Αντί αυτού «διαβίβασε τα περιστατικά αυτά στις αναρμόδιες αστυνομικές δυνάμεις, οι οποίες αφενός δεν είχαν σχετική αρμοδιότητα αφετέρου δε διέθεταν γνώσεις και μέσα να προβούν σε διάσωση ατόμων από πυρκαγιά», σημειώνουν οι Εισαγγελείς. Ως προς τις συνθήκες επέκτασης της πυρκαγιάς, το εισαγγελικό πόρισμα εκτιμά αφενός ότι υπήρξε χρονική καθυστέρηση στην επέμβαση των πυροσβεστικών δυνάμεων και αφετέρου ότι η επέμβαση στο αρχικό στάδιο της πυρκαγιάς πραγματοποιήθηκε με μικρό αριθμό πυροσβεστικών δυνάμεων.

Εξετάζοντας το περιεχόμενο των ενσύρματων συνομιλιών, το πόρισμα επιβεβαιώνει την «απόλυτη έλλειψη οργάνωσης και συντονισμού των πυροσβεστικών δυνάμεων, οι οποίες φαίνεται να λειτουργούσαν εντελώς συμπτωματικά και χωρίς κάποιο έστω στοιχειώδη σχεδιασμό για την αντιμετώπιση της συγκεκριμένης πυρκαγιάς». Η εισαγγελική έρευνα καταγράφει, επίσης, έλλειψη συντονισμού των επιχειρησιακών κέντρων του Πυροσβεστικού Σώματος, της Ελληνικής Αστυνομίας και του Λιμενικού Σώματος, στην οποία συνέβαλε, μεταξύ άλλων, «η ύπαρξη και λειτουργία πολλών παράλληλα χρησιμοποιούμενων συστημάτων επικοινωνίας μεταξύ των αξιωματικών του πυροσβεστικού σώματος και των στελεχών των άλλων φορέων».

Ως προς τον ρόλο της Ελληνικής Αστυνομίας, μολονότι σε επίπεδο διεύθυνσης, συντονισμού και οργάνωσης, είχαν ήδη τεθεί σε ετοιμότητα όλες οι διευθύνσεις της ΓΑΔΑ, «προέκυψε [ότι] η ως άνω κατάσταση ετοιμότητας ήταν μόνο σε επίπεδο προβλέψεων και εγγράφων, χωρίς στην πραγματικότητα να εκτελεστεί, ήτοι και πάλι διαπιστώνεται η τυπική μόνο συμμόρφωση στις νομοθετικές προβλέψεις- επιταγές με την έκδοση των σχετικών εγγράφων, χωρίς όμως να υλοποιούνται οι εντολές και παραπέρα να ελέγχεται η υλοποίηση τους». Ο μη αποκλεισμός της εισόδου των οχημάτων στο Μάτι από κάθετες οδούς αποτέλεσε, σύμφωνα με τους Εισαγγελείς, κομβική παράλειψη των αρμοδίων αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας.

Ειδική αναφορά γίνεται και στην έλλειψη λήψης μέτρων από την αρμόδια λιμενική αρχή Ραφήνας, γεγονός που συνέτεινε στην επιβάρυνση της κίνησης των οχημάτων μεσούσης της πυρκαγιάς. Η ύπαρξη φωτιάς, ορατή ήδη από την ώρα εκδήλωσης της, η πορεία της προς το θαλάσσιο μέτωπο, καθώς και η ύπαρξη πυκνού καπνού, ήταν στοιχεία αντιληπτά από τα στελέχη του λιμενικού σώματος, «και αποτελούσε δίδαγμα κοινής πείρας ότι θα δημιουργούνταν προβλήματα από την άτακτη κίνηση των οχημάτων στην προσπάθειά τους να βρουν οδούς διαφυγής από την καιόμενη περιοχή», σημειώνει το πόρισμα, επιρρίπτοντας ευθύνες στις λιμενικές Αρχές που επέτρεψαν τον ελλιμενισμό δύο επιβατηγών- οχηματαγωγών πλοίων στο λιμάνι της Ραφήνας και την αποβίβαση επιβατών και οχημάτων από τα πλοία.

Αναφορικά με τις ευθύνες της Περιφέρειας Αττικής και της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας, ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στη συνεδρίαση του Συντονιστικού Οργάνου Πολιτικής Προστασίας της Περιφέρειας Ανατολικής Αττικής , στις 26/4/2018 , όπου, σύμφωνα με τους εισαγγελείς, προκύπτει «ότι έγινε μια επιφανειακή παράθεση απόψεων των συμμετεχόντων έχοντας καθαρά υλικό χαρακτήρα, χωρίς να γίνει καθορισμός συγκεκριμένων δράσεων κατά αντικειμενικό χρόνο και υπόχρεο φορέα». «Διαπιστώνεται, λοιπόν, μια ακόμα τυπική και γραφειοκρατική λειτουργία ενός σημαντικού οργάνου για την οργάνωση του ως άνω συστήματος», όπως αναφέρει το εισαγγελικό πόρισμα.

Οι εισαγγελείς υπογραμμίζουν επιπλέον ότι «η λήψη της απόφασης για την οργανωμένη απομάκρυνση των πολιτών αποτελεί ευθύνη των κατά τόπους δημάρχων, οι οποίοι έχουν τον συντονισμό του έργου πολιτικής προστασίας», ενώ διευκρινίζουν ότι «όταν η εξελισσόμενη ή επικείμενη καταστροφή μπορεί να επηρεάσει πάνω από ένα δήμο, η απόφαση λαμβάνεται από το αρμόδιο Περιφερειάρχη, ο οποίος μπορεί να εξουσιοδοτήσει σχετικώς τον οικείο αντιπεριφερειάρχη».

Επίσης, τονίζουν ότι «η λήψη της απόφασης βασίζεται στις εισηγήσεις των φορέων που κατά περίπτωση έχουν την ευθύνη περιορισμού των επιπτώσεων από την εξέλιξη της καταστροφής», ενώ σημειώνουν ότι «μόνος αρμόδιος για την εισήγηση του μέτρου της οργανωμένης προληπτικής απομάκρυνσης των πολιτών είναι ο εκάστοτε επικεφαλής αξιωματικός του Πυροσβεστικού Σώματος». Το εισαγγελικό πόρισμα εισηγείται, ωστόσο, ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί να τεθεί ζήτημα οργανωμένης απομάκρυνσης πολιτών, ενώ προσθέτουν ότι «προβλέπεται ως αυτοτελής υποχρέωση του περιφερειάρχη ή του αντιπεριφερειάρχη η περαιτέρω συλλογή των πληροφοριών σχετικά με την επικρατούσα κατάσταση και τις επηρεαζόμενες περιοχές εντός των διοικητικών ορίων της περιφέρειας, σε επικοινωνία με τις υπηρεσίες του ΕΚΑΒ, του πυροσβεστικού σώματος και της αστυνομίας».