Φόρμα αναζήτησης

Αμετανόητος ο Ρουπακιάς: «Ήταν μια απλή ανθρωποκτονία»

Εν απουσία της Μάγδας Φύσσα απολογήθηκε στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων ο Γιώργος Ρουπακιάς για τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα.

Ο Ρουπακιάς υποστήριξε ότι το μοιραίο απόγευμα της 27ης Σεπτεμβριου, είχε πάει να πάρει «τρικακια» από το Περιστέρι για την επικείμενη ομιλία του Μιχαλολιάκου. Όπως είπε, λίγο πριν τα μεσάνυχτα συνάντησε τον Καζαντζογλου για να του δώσει τα τρικακια, ενώ είχε σταλεί σε όλους μήνυμα που τους καλούσε στην τοπική.

«Εμένα το μυαλό μου πήγε στο κακό με το μήνυμα. Σκέφτηκα μήπως μας έχουν πετάξει καμία μολότοφ ή έχουν σπάσει την είσοδο της πολυκατοικίας. Παλαιότερα μας είχε πει ο Πατέλης ότι όσοι μένουμε κοντά, όταν μας χρειάζεται να τρέχουμε. Εγώ προσπάθησα να βρω Πατέλη και Καζαντζόγλου αλλά δεν τα κατάφερα» εξήγησε σχετικά με το μήνυμα που καλούσε μέλη της οργάνωσης στην τοπική. «Είπα στον Δήμου να πάει και ότι έρχομαι κι εγώ. Κατευθύνομαι στην τοπική, δεν βλέπω κανέναν απ’ έξω και συνεχίζω προς το ραντεβού μου με τον Καζαντζόγλου».

Μετά το ραντεβού, όπως είπε, κατευθύνθηκε πάλι προς την τοπική. «Ήταν όλοι με αναμμένες μηχανές. Ήταν 8-10 μηχανές και κάποιες είχαν δύο άτομα. Εγώ από το σωματότυπο κατάλαβα κάποιους» είπε ο Γιώργος Ρουπακιάς με την πρόεδρο να του απαντά ότι είχε τοποθετήσει και τον Πατέλη στο σημείο σε κάποια από τις απολογίες του. «Ήμουν φορτισμένος και ταραγμένος κι έφτιαξα μια ιστορία από το μυαλό μου» απάντησε.

Υποστήριξε ακόμη πως όταν έφτασε στην τοπική, εκείνοι έφευγαν. «Ρώτησα ‘τι έγινε ρε παιδιά;’, μου είπαν ‘την έπεσαν σε δικό μας στο Κερατσίνι και πάμε να τον απεγκλωβίσουμε’. Τους ακολούθησα με το αμάξι. Στη μέση της διαδρομής βρήκαμε και το Τζορβα. Φτάσαμε στο Κοράλλι την καφετέρια. Βλέπω τον Παυλο Φύσσα και καμία εικοσαριά άτομα. Είχε τελειώσει ο αγώνας και δεν ξέρω αν ήταν παρέα του όλοι αυτοί ή αν απλώς τελείωσε ο αγώνας. Ήταν όλοι σταμάτημενοι μπροστά από την καφετέρια. Όλα έγιναν πολύ γρήγορα» περιέγραψε στο δικαστήριο, υποστηρίζοντας πως δεν τον ήξερε καθόλου μέχρι εκείνη τη στιγμή.

Αυτή του η φράση εξόργισε τον πατέρα του Παύλου Φύσσα που φώναξε «Είσαι ψεύτης» από το σημείο που καθόταν.

«Ήταν ο Φύσσας με καμία εικοσαριά άτομα. Έκοψαν μετά οι μηχανές, έκοψα κι εγώ και με κατάλαβε ο Φύσσας και μου φώναξε ‘γ… το σπίτι σου’.Ήταν μικρό το στενό, έκοψαν οι μηχανές, έκοψα κι εγώ. Δεν του απάντησα και άνοιξα την πόρτα για να κατέβω. Εκείνη τη στιγμή έρχεται ένα της ομάδας ΔΙΑΣ και μου χτυπάει το καπό και μου λέει ‘έλα, έλα’, σαν να μου λέει, φύγε. Έφυγα, πήγα λίγο πιο κάτω και άφησα το αυτοκίνητο αλλά ήταν το μισό απ έξω. Βλέπω στο αντίθετο ρεύμα της Παναγή Τσαλδάρη μια θέση. Περίμενα να περάσουν δύο αυτοκίνητα και πήγα στο αντίθετο ρεύμα για να μπω να παρκάρω» συνέχισε.

Πρόεδρος: Οι αστυνομικοί είπαν ότι υπήρχαν άνθρωποι με κοντάρια και λοστούς.
Κατηγορούμενος: Δεν υπήρχε τέτοιο πράγμα.
Πρόεδρος: Γιατί να το πουν αυτό οι αστυνομικοί;
Κατηγορούμενος: Δεν ξέρω, αλλά δεν ήταν λογικό.
Π: Άρα είναι αναληθής αναφορά των αστυνομικών;
Κατηγορούμενος: Έχει κάνει πολλές αναληθείς αναφορές. Το ξέρετε.

«Μόλις άφησα το αυτοκίνητο βλέπω στο δρόμο τον Φύσσα με τρία – τέσσερα άτομα ακόμα. Είναι 2-3 μέτρα πιο πίσω του τα άτομα. Είναι μια παρέα. Φωνές άκουγα αλλά δεν ξέρω από πού. Διασταυρώθηκαν τα βλέμματά μας. Είχαμε απόσταση τέσσερα μέτρα. Έγιναν όλα σε δευτερόλεπτα. Μάλλον με θυμήθηκε και μου λέει ‘τι είναι ρε;’ κι έρχεται κατά πάνω μου. Ανοίγω την πόρτα του αυτοκινήτου, τράβηξα χειρόφρενο και τράβηξα ένα μαχαίρι που είχα……» ανέφερε και ακολούθησε η εξής στιχομυθία με την πρόεδρο:

Πρόεδρος: Μισό λεπτο. Γιατί πήρατε μαχαίρι. Ήσασταν στο αμάξι.
Κατηγορούμενος: Τι να έκανα; Να έκλεινα τις ασφαλείες; Είχα ανοιχτά παράθυρα.
Πρόεδρος: Σήμερα αυτό θα κάνατε;
Κατηγορούμενος: Ε τι θα έκανα;
Πρόεδρος: Είχατε την ευχέρεια να φύγετε. Όπου σας βγάλει ο δρόμος.
Κατηγορούμενος: Πώς να φύγω είχε κίνηση;
Πρόεδρος: Να κλείσετε ασφάλειες και παράθυρα. Κρατούσε μαχαίρι ή κάτι;
Κατηγορούμενος: Όχι δεν κρατούσε. Αλλά ήταν ένα δευτερόλεπτο μακριά και είχε και 3-4 άτομα μαζί.

Ο κατηγορούμενος περιέγραψε λεπτο προς λεπτό τη στιγμή της δολοφονίας: «Στο αυτοκίνητο είχα ένα μαχαίρι. Και άνοιξα την πόρτα. Αν δεν είχα το μαχαίρι θα άνοιγα να φύγω πεζός. Θα ήταν η τελευταία λύση γιατί θα με έφταναν. Είχα το μαχαίρι. Βγαίνω έξω, κάνω ένα βήμα στο πεζοδρόμιο κι αρχίζει να με χτυπάει με γροθιές. Κρατώντας το μαχαίρι έκανα τα χέρια μου προς τα πάνω για να προστατευθώ. Ήταν πιο ψηλός από εμένα. Τα σήκωσα για να προστατέψω το κεφάλι μου. Του έριξα στα πόδια για να κάνει πίσω. Όπως πήγα για τη δεύτερη είχε πέσει και τον πέτυχα στην καρδιά».

Πρόεδρος: Την πρώτη φορά που τον χτυπήσατε;
Κατηγορούμενος: Στο πόδι.
Πρόεδρος: Όταν σκοπός κάποιου δεν είναι να σκοτώσει, επιλέγει μέρη που δεν είναι ζωτικά και τον αποδυναμώνει. Η συνέχεια γιατί χρειαζόταν;
Κατηγορούμενος: Δεν έχω απασχολήσει ποτέ εγώ. Ούτε γήπεδο ούτε πουθενά. Το μόνο που θέλεις εκείνη την ώρα είναι να φύγεις από το χέρια του.
Πρόεδρος: Τα χέρια ενός ανθρώπου που σύμφωνα με τον ιατροδικαστή δεν σας έχει καταφέρει πλήγμα.
Κατηγορούμενος: Ούτε να τον τραυματισω ήθελα.
Πρόεδρος: Βρέθηκαν χτυπήματα στο θώρακα κι την καρδιά
Κατηγορούμενος: Όταν σε βαράει ο άλλος κι είσαι σκυμμένος, πάνω στην ταραχή και την τρέλα δεν καταλαβαίνεις. Την ώρα που τρως ξύλο…
Πρόεδρος: Ναι που ξύλο βέβαια δεν προκύπτει.
Κατηγορούμενος: Έχει γίνει μια απλή ανθρωποκτονία και… το έκαναν…
Πρόεδρος: Δεν μπορείτε ποτέ να λέτε απλή ανθρωποκτονία.

Ο κατηγορούμενος αναφέρθηκε και στην ένταξή του στη Χρυσή Αυγή το καλοκαίρι του 2012. Σχετικά με τον όρκο που έδιναν τα μέλη της Χρυσής Αυγής, είπε: «Ηταν κάποιος αρχαίος ελληνικός όρκος. Τελειώναμε με ένα χαιρετισμό που είναι αρχαίος ελληνικός. Πότε πρόλαβε η πατρίδα μας και γέμισε με 600.000 ναζιστός; Εμείς χαιρετούσαμε έτσι επειδή ήταν αρχαίος χαιρετισμός, όχι για να υμνήσουμε τον Χίτλερ».