Φόρμα αναζήτησης

Συνεχίζονται οι ταραχές στο Ιράν μετά την αύξηση στην τιμή της βενζίνης

Οι ιρανικές αρχές προειδοποίησαν ότι δεν θα ανεχθούν την “ανασφάλεια” έπειτα από δύο ημέρες βίαιων διαδηλώσεων για την αιφνίδια αύξηση της τιμής της βενζίνης, κατά τις οποίες έχουν σκοτωθεί δύο άνθρωποι και οδήγησαν την Τεχεράνη να αποκλείσει την πρόσβαση στον ίντερνετ.

Από την έναρξη του κύματος διαμαρτυρίας, το βράδυ της Παρασκευής, δεκάδες άνθρωποι έχουν συλληφθεί, σύμφωνα με τον ιρανικό Τύπο. Το πρακτορείο Isna έκανε λόγο για επιστροφή στην κανονικότητα, όμως το black out στην ενημέρωση καθιστά δύσκολη την εκτίμηση της κατάστασης σε ολόκληρη την χώρα.

Κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης του υπουργικού συμβουλίου, ο Πρόεδρος Χασάν Ροχανί δήλωσε ότι το κράτος δεν πρέπει να επιτρέψει την επικράτηση της ανασφάλειας στην κοινωνία, σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση που εκδόθηκε το βράδυ.

Η λαϊκή οργή προκλήθηκε από την μεγάλη αύξηση των τιμών της βενζίνης που ανακοινώθηκε την Παρασκευή από την κυβέρνηση.

Ο Χασάν Ροχανί δικαιολόγησε και πάλι το μέτρο εξηγώντας ότι το κράτος δεν έχει άλλη λύση για να υποστηρίξει “τις οικογένειες μεσαίου και χαμηλού εισοδήματος που υποφέρουν από την οικονομική κατάσταση που προκλήθηκε από τις αμερικανικές κυρώσεις” κατά του Ιράν.

Η μονομερής αποχώρησης των ΗΠΑ το 2018 από την διεθνή συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και η επαναφορά των κυρώσεων κατά της Τεχεράνης έχουν βυθίσει σε σφοδρή ύφεση την ιρανική οικονομία. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εκτιμά ότι το ιρανικό ΑΕΠ θα μειωθεί κατά 9,5% αυτόν τον χρόνο, έπειτα από υποχώρηση κατά 4,8% το 2018. Ο πληθωρισμός, που προκλήθηκε από την πτώση της τιμής του ριάλ φθάνει, επισήμως, το 40%.

Σύμφωνα με το σχέδιο που ανακοινώθηκε από την κυβέρνηση, η τιμή της βενζίνης, ισχυρά επιδοτούμενη στο Ιράν, πρέπει να αυξηθεί κατά 50% στα 15.000 ριάλ (11 λεπτά του ευρώ) για τα πρώτα 60 λίτρα που αγοράζονται κάθε μήνα, και κατά 300% πέραν αυτών.

Τα ποσά που θα εξασφαλισθούν από την αύξηση θα χρησιμοποιηθούν για την ενίσχυση των 60 εκατομμυρίων Ιρανών που βρίσκονται σε δυσχερή οικονομική κατάσταση, επί πληθυσμού 83 εκατομμυρίων κατοίκων