Φόρμα αναζήτησης

Συμφωνία για κυβέρνηση στην Ιταλία – Έπαιξε κι έχασε ο Σαλβίνι

Σε συμφωνία κατέληξαν χθες Κίνημα Πέντε Αστέρων και Δημοκρατικό Κόμμα για τον σχηματισμό νέας κυβέρνησης στην Ιταλία, με επικεφαλής τον απερχόμενο πρωθυπουργό Τζουζέπε Κόντε.

Όπως δήλωσε ο Λουίτζι ντι Μάιο, η παραμονή του Κόντε στην πρωθυπουργία «συνιστά εγγύηση» για το M5S, με τον ντι Μάιο να επικρίνει τον ηγέτη της Λέγκας Ματέο Σαλβίνι επειδή στις 8 Αυγούστου διέλυσε τον μεταξύ τους κυβερνητικό συνασπισμό. Οι Σοσιαλδημοκράτες θα αντικαταστήσουν στην κυβέρνηση την Λέγκα του Ματέο Σαλβινι.

Ο πρόεδρος του PD, Νικόλα Τζινγκαρέτι, εμφανίστηκε επίσης αισιόδοξος κατά την έξοδό του από το προεδρικό μέγαρο, δηλώνοντας ότι είναι εφικτό να σχηματιστεί «μια κυβέρνηση αλλαγής» που «θα δώσει τον λόγο στην ωραία Ιταλία, σε εκείνης όπου η ελπίδα νικά τον φόβο, η κατανόηση νικά την εχθρότητα και η ομόνοια το μίσος».

Σήμερα στις 9:30 (10:30 ώρα Κύπρου), ο πρόεδρος της Ιταλίας Σέρτζο Ματαρέλα θα υποδεχθεί τον πρωθυπουργό Τζουζέπε Κόντε και πιθανότατα θα του δώσει εντολή για σχηματισμό κυβέρνησης συνασπισμού.

Μπούμερανγκ για Σαλβίνι

Η εντολή στον Κόντε θα είναι η τελευταία πράξη του δράματος, που άνοιξε με πρωτοβουλία του ηγέτη της ακροδεξιάς Λέγκας, Ματέο Σαλβίνι, και κλείνει με μία αναμφίβολη όσο και απροσδόκητη για κάποιους ήττα του τελευταίου. Ο Σαλβίνι με φόρα από τον θρίαμβο των Ευρωκλογών και βλέποντας τα ποσοστά στις δημοσκοπήσεις να απογειώνονται δεν ήταν πια ικανοποιημένος με το να μοιράζεται την εξουσία. Ήθελε τον πρωθυπουργικό θώκο και μία κυβέρνηση, στην οποία ο ίδιος θα είχε τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο, καταθέτοντας έτσι πρόταση μομφής κατά της κυβέρνησης στην οποία συμμετείχε.

Ενώ αρχικά φαινόταν ότι δεν θα δυσκολευθεί να οδηγήσει τη χώρα σε πρόωρες εκλογές και να πετύχει ακόμη μία θριαμβευτική νίκη φαίνεται ότι υποτίμησε τους αντιπάλους του και την ικανότητά τους για υποχωρήσεις και συμβιβασμούς με στόχο να αποτρέψουν τη διεξαγωγή των εκλογών το φθινόπωρο την ώρα που θα βρίσκονται σε εξέλιξη οι διαπραγματεύσεις για τον προϋπολογισμό του 2020 με τις Βρυξέλλες. Υπερεκτίμησε τη δική του δύναμη να καθορίσει τις εξελίξεις, βιάστηκε να πιέσει, χωρίς να έχει διασφαλίσει το αποτέλεσμα της πίεσης.