Φόρμα αναζήτησης

«Ο πόλεμος σε δυναμώνει»

Γεννήθηκε το 2002 στο Τζιάπλε, μια μικρή περιοχή της Λατάκιας της Συρίας. Στο σχολείο ήταν πολύ καλή μαθήτρια αλλά όχι άριστη. Φτάνοντας στο γυμνάσιο ήθελε να γίνει άριστη για να κάνει περήφανους τους γονείς της, έτσι όταν είχε διαγώνισμα ξυπνούσε στις 5 το πρωί για να κάνει επανάληψη. Ο πατέρας της κατά καιρούς έφευγε πότε στον Λίβανο και πότε στην Κύπρο. Βαφέας στο επάγγελμα, δεν έβγαζε και πολλά, αλλά όσα έβγαζε τα έστελνε στη γυναίκα του για να έχουν όσα έπρεπε τα τρία παιδιά τους. Σε μια εκδήλωση στο Πανεπιστήμιο Frederick που θα πήγαινα, μου είπαν πως θα είναι εκεί και ένα κορίτσι που έζησε τη δίνη του πολέμου και θα κατέθετε τη δική του προσωπική μαρτυρία για όσα πέρασε πριν καταλήξει τελικώς στο νησί μας. Η Χάιφα Αμπντουλάαλ είναι το μεγάλο παιδί της οικογενείας -της πρώτης οικογένειας προσφύγων-, προσθέτει, που έφτασαν στην Κύπρο με το που ξεκίνησε ο πόλεμος στη Συρία το 2011. Ντροπαλή με τη πρώτη χειραψία και το βλέμμα χαμηλωμένο. Νιώθει λίγο άβολα, σκέφτομαι από μέσα μου. 17 χρονών σήμερα φοιτά στην Α’ τάξη του λυκείου. Στόχος της να σπουδάσει νηπιαγωγός, θέλει να ξεκινήσει να δουλεύει και λατρεύει τις βόλτες. Η γράφουσα έχει την τιμή σήμερα να σας παρουσιάσει μια μικρή ηρωίδα η οποία παρόλο που πέρασε τόσα πολλά, έχει μια απίστευτη δύναμη μέσα της.

 

Μέσα σε ένα βράδυ

«Το 2011 ήμουν οκτώ χρονών. Εκείνο το βράδυ θυμάμαι ότι ήρθε ένας κύριος και είπε του πατέρα μου ότι αύριο θα σε καλέσει η κυβέρνηση να πας στρατό. Ο πατέρας μου δεν ήθελε. Είχε και ο ίδιος τρία παιδιά, δεν ήθελε να πάει να σκοτώσει ανθρώπους, πόσω μάλλον παιδιά». Τα μάτια της βουρκώνουν, τα δάχτυλα αμήχανα μπλέκονται στις μπούκλες των μαλλιών της προσπαθώντας να κρύψει όσα νιώθει. «Τότε ο πατέρας μου πήρε τηλέφωνο διάφορους φίλους και συγγενείς και είπε πουλάω απόψε το σπίτι, τα πάντα γιατί θα φύγουμε. Λίγο μετά έγινε. Πήραμε ό,τι μπορούσαμε, όσα χρήματα μπορούσαμε και ξεκινήσαμε για την Τουρκία. Μαζί μας ήταν και άλλοι άνθρωποι. Ο θείος μου έφυγε και αυτός αλλά για τη Γερμανία». Καθώς μου εξιστορεί όσα συνέβησαν το βλέμμα της χάνεται. «Ίσως να σκέφτεται τους φίλους της», σκέφτηκα. «Δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από το να φεύγεις χωρίς να το θέλεις απ’ το σπίτι σου. Ήταν πραγματικά ό,τι χειρότερο έζησα. Ξεκινώντας να φύγουμε βλέπαμε ήδη από μακριά τις βόμβες να ξεκινούν να πέφτουν. Καπνός παντού και μια μυρωδιά παράξενη. Φτάνοντας στην Τουρκία μείναμε για ένα βράδυ σε ένα σπίτι. Εκεί μας είχαν τελειώσει ήδη τα χρήματα. Δώσαμε πιο πριν αρκετά σε εκείνον που θα μας μετέφερε στη χώρα και όσα μας έμειναν τα δώσαμε στους Τούρκους. Τα λιγοστά που απέμειναν μας τα έκλεψαν…».

 

Ο χωρισμός

«Μετά από εκείνο το βράδυ στην Τουρκία η οικογένειά μας μπήκε στη βάρκα που είχε προορισμό την Κύπρο. Ο πατέρας μου είχε έρθει εδώ από το 2008 μέχρι το 2011 και είχε κάποιους φίλους που θα μας βοηθούσαν». Η ιστορία της Χάιφα μόλις ξεκινούσε. Η Κύπρος τότε δεν ήταν ιδιαίτερα ελκυστικός προορισμός για όσους έφευγαν από τη Συρία διότι όντας νησί δεν είναι εύκολο να μετακινηθούν σε άλλη χώρα. «Φτάσαμε στην Κύπρο και συγκεκριμένα στην Πάφο τέλη του 2011. Μόλις κατεβήκαμε ξεκινήσαμε να περπατάμε. Ξαφνικά μας ζήτησαν να μπούμε σε ομάδες και εμένα ο υπάλληλος του διακινητή από την Τουρκία με πήρε από τους γονείς μου». Σταματά να μιλά και παίρνει μια ανάσα. «Δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνο το βράδυ. Γύριζα πίσω να δω πού είναι οι γονείς μου και τα αδέλφια μου. Έπρεπε να πάνε δεξιά. Εμείς στρίψαμε αριστερά. Έκλαιγα. Έκλαιγα πολύ. Ο πατέρας μου επέστρεψε να με ψάξει αλλά εμείς βρισκόμασταν ήδη στα κατεχόμενα. Ο κύριος επειδή κουράστηκα με πήρε στην πλάτη του και περπατούσε χιλιόμετρα. Είχα κουραστεί και το κρύο ήταν τσουχτερό». Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, πολλοί πρόσφυγες καταλήγουν μέσω πλοίων στα κατεχόμενα ενώ περίπου 50 πρόσφυγες την ημέρα περνούν στις ελεύθερες περιοχές καθημερινά. «Εκείνο το βράδυ ο κύριος που με κρατούσε με πήρε σε ένα σπίτι που μιλούσαν ελληνικά. Θα πρέπει να ήταν Τουρκοκύπριοι. Εγώ συνέχιζα να κλαίω όταν εκείνος πήρε τηλέφωνο κάποιον και του ζήτησε χρήματα μιλώντας με τον διακινητή στην Τουρκία. Την επομένη αφού πρώτα πλήρωσε το ζευγάρι που μας φιλοξένησε με πήγαν στους γονείς μου». Η ζωή της Χάιφα μοιάζει με ταινία. Μια ταινία που μόνο χαρούμενο τέλος δεν θα είχε τόσο εύκολα. «Οι γονείς μου με περίμεναν. Ξεκινήσαμε με τα πόδια να πάμε στη Λάρνακα διότι εκεί είχε φίλους ο πατέρας μου. Περπατήσαμε τόσο πολύ…». Η μητέρα της Χάιφα γέννησε πριν από τέσσερα χρόνια ακόμη ένα παιδάκι. Ο πατέρας της δουλεύει νόμιμα και σκληρά. Αυτό ανέφερε η ίδια σε εμάς όταν ρωτήσαμε αν πλέον μπορεί να πει ότι έχουν μια κανονική ζωή.

 

Ρατσισμός και όνειρα

Η Χάιφα με την οικογένειά της άλλαξε επτά σπίτια. Τους έδιωχναν οι περισσότεροι λόγω του ότι ήταν πρόσφυγες. «Ακόμα και σήμερα δεν έχω φίλους. Έχω μια φίλη μόνο στο σχολείο αλλά είναι μόνο αυτήν. Τις περισσότερες μέρες κάθομαι μόνη στο διάλειμμα. Μου αρέσει να ζωγραφίζω. Μάλιστα, οι καθηγητές μου φρόντισαν να πάρω πρόσφατα υποτροφία από μια σχολή εδώ στη Λευκωσία διότι θεωρούν πως έχω ταλέντο. Σε αντίθεση με τους μαθητές, οι δάσκαλοί μου και στο γυμνάσιο και τώρα στο λύκειο με στηρίζουν και προσπαθούν να με βοηθήσουν». Κάθε παιδί στην ηλικία της έχει όνειρα, ζει με ελπίδες και κάνει σχέδια… «Θέλω όταν θα μπορώ να ταξιδέψω. Θέλω να πάω στη Γερμανία όπου είναι ο θείος μου, στη Γαλλία και στη Ρώμη. Θέλω να σπουδάσω και να αφήσω πίσω όσα ζήσαμε στον βαθμό που μπορώ. Δυστυχώς ακόμη δεν έχω φίλους αλλά ελπίζω πως θα κάνω στο μέλλον. Κι αν κάποτε σταματήσει ο πόλεμος…». Σταματάει και παίρνει μια ανάσα. «Και αν»; τη ρωτώ… «Να πάω να δω την οικογένεια και τους φίλους μου. Σπίτι δεν έχουμε. Σπίτι μου είναι η Κύπρος. Αλλά μου λείπει η γειτονιά μου. Μόνο να σταματήσει ο πόλεμος»…