Φόρμα αναζήτησης

Η Τζακάρτα των 30 εκατομμυρίων χάνεται λόγω της κλιματικής αλλαγής

Η κυβέρνηση της Ινδονησίας ανακοίνωσε πρόσφατα ότι αναζητά άλλη πρωτεύουσα στη θέση της Τζακάρτα. Η Τζακάρτα, μια τυπική μεγαλούπολη του αναπτυσσόμενου κόσμου, είναι μια τεράστια και χαοτική πόλη, στην οποία κανένα κτήριο δεν φαίνεται ίδιο με το διπλανό του: Οι ουρανοξύστες του κέντρου εναλλάσσονται άρυθμα με μια απεραντοσύνη εκατομμυρίων σπιτιών, βιομηχανικών κτηρίων, αυτοκινητοδρόμων και ήδη ερειπωμένων κατασκευών που έμειναν στη μέση και δεν θα ολοκληρωθούν ποτέ. Η πόλη εγκαταλείπεται σταδιακά, επειδή βουλιάζει. Κυριολεκτικά.

Η Τζακάρτα είναι η πρώτη μεγαλούπολη του πλανήτη που θα χάσουμε από ένα συνδυασμό ετών αστικής αφροσύνης και την την άνοδο της στάθμης των υδάτων λόγω της κλιματικής αλλαγής. Στην πραγματικότητα και παρά τις προσπάθειες που γίνονται για να σωθεί, τη χάνουμε ήδη και αν δεν ήταν στην Ινδονησία, αλλά στις Ηνωμένες Πολιτείες, ίσως να άλλαζαν πολλά. Τα μυαλά των αρνητών της κλιματικής αλλαγής, για αρχή. Στη μακρινή προς το δυτικό κόσμο Ινδονησία, όμως, η Τζακάρτα βουλιάζει σχεδόν ανενόχλητη.

Και κάθε προσπάθεια που έχει γίνει έως τώρα για να σωθεί, απλώς ενέτεινε το πρόβλημα, αναδεικνύοντας με τον καλύτερο -ή χειρότερο- τρόπο, όλες τις παθογένειες του τρόπου με τον οποίο ο σύγχρονος άνθρωπος διαχειρίστηκε τα αστικά περιβάλλοντα και τη φύση.

Στην παραλία, στα βόρεια της Τζακάρτα, ένας τοίχος προσπαθεί να συγκρατήσει τα νερά και μοιάζει σαν πυργάκι από άμμο μπροστά σε ένα τσουνάμι. Στο Cilincing –ένα βορειοανατολικό προάστειο όπου μένουν κυρίως ψαράδες, τεράστιοι τσιμεντένιοι πυλώνες, ύψους πέντε μέτρων, έχουν «φυτευτεί» στην ακτογραμμή, στηρίζοντας ένα ανάχωμα που μπλοκάρει όλη τη θέα στη θάλασσα. Πίσω από αυτό υπάρχει άλλος ένας τοίχος, ο οποίος χτίστηκε πριν από δέκα χρόνια και έχει περιπέσει πλέον σε αχρηστία.

Όλα αυτά είναι σαν μια σύγχρονη γραμμή Μαζινό, οχυρωματικές γραμμές ενός πολέμου που χάθηκε, επειδή κανείς δεν σκέφτηκε από που έρχεται στην πραγματικότητα ο εχθρός.

Είκοσι χιλιόμετρα τοίχων έχουν χτιστεί γύρω από τον Κόλπο της Τζακάρτα τα τελευταία χρόνια, μαζί με πολλά άλλα ενισχυτικά έργα στις παράκτιες περιοχές της πόλης. Ήταν η πρώτη φάση της απέλπιδας και άναρχης προσπάθειας των αρχών να προστατεύσουν τις βόρειες περιοχές της πόλης, που πλέον δεν υπέφεραν απλώς, αλλά κυριολεκτικά καταπίνονταν από τις πλημμύρες.

Οι παράκτιες πόλεις στο έλεος των νερών

H Τζακάρτα είναι μια μεγαλούπολη 30 εκατομμυρίων κατοίκων. Και βουλιάζει. Σταθερά αλλά όχι και τόσο αργά. Μάλλον ταχύτατα. Τόσο που είναι πλέον αμφίβολο εάν μπορεί να σωθεί.

Σε κάποια σημεία στην ακτογραμμή το έδαφος έχει υποχωρήσει κατά τέσσερα μέτρα τις τελευταίες δεκαετίες, και τα τσιμεντένια οχυρώματα είναι το μόνο πράγμα που εμποδίζει πλέον τη θάλασσα να καταπιεί κυριολεκτικά ολόκληρες περιοχές της πόλης.

Για πόσο καιρό ακόμα;

Αυτό που δεν γνωρίζουμε οι περισσότεροι είναι ότι σχεδόν όλες οι μεγάλες παράκτιες πόλεις, από τη Νέα Υόρκη ως τη Σαγκάη, έχουν χτίσει οχυρωματικά έργα για να αντιμετωπίσουν την κλιματική αλλαγή. Η Τζακάρτα είναι μια (σχεδόν) ιδιαίτερη περίπτωση: Δεκαετίες διάβρωσης του εδάφους σε συνδυασμό με την άνοδο της στάθμης του νερού από την υπερθέρμανση του πλανήτη, πλέον έχουν φέρει την πόλη μπροστά στο -για κάποιους αναπόφευκτο- ενδεχόμενο της ολοκληρωτικής εξαφάνισης.

Ο κίνδυνος είναι τόσο μεγάλος που η κυβέρνηση εγκαταλείπει την πόλη. Τον Απρίλιο, ο πρόεδρος Joko Widodo, πρώην κυβερνήτης της πόλης ο ίδιος, ανακοίνωσε ότι η Ινδονησία αναζητά νέα πρωτεύουσα…

Τα νέα τείχη της πόλης, της έδωσαν μια μικρή ανάσα ζωής, αλλά όχι αρκετή για να σωθεί. Η Τζακάρτα θεωρείται καταδικασμένη και δεν είναι παρά ο αντικατοπτρισμός της παγκόσμιας απροθυμίας να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής με τη σοβαρότητα που πρέπει.

Για να σωθεί η πόλη δεν αρκεί να χτιστούν νέα τείχη. Χρειάζονται έργα υποδομής σε κλίμακα χωρίς προηγούμενο και κυρίως χρειάζεται κάτι που δεν αφορά μόνο την Ινδονησία: Αλλαγή πολιτικών και κοινωνικών δομών. «Αν δεν κάνουμε κάτι άμεσα είμαστε καταδικασμένοι», είπε πρόσφατα ο αντιδήμαρχος της πόλης, Oswar Mungkasa. «Θα αναγκαστούμε να εγκαταλείψουμε τη Τζακάρτα».

Η πόλη πλημμύριζε πάντα

Δεκατρείς ποταμοί διασχίζουν τη Τζακάρτα για να καταλήξουν στον κόλπο, στις όχθες του οποίου είναι χτισμένο μεγάλο μέρος της. Ακόμα και μικρές περίοδοι δυνατής βροχής, τους έκαναν να υπερχειλίζουν. Οι κυβερνήσεις, προκειμένου να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της υπερχείλισης έχτισαν ένα δίκτυο από κανάλια, που δίνουν την αίσθηση ότι η πόλη ήδη επιπλέει.

Μετά τη δεκαετία του ’70, όταν η Ινδονησία ανακάλυψε ότι έχει πετρέλαιο και μάλιστα πολύ, η πόλη άρχισε να γιγαντώνεται. Ο πληθυσμός της τριπλασιάστηκε σε 30 χρόνια και φυσικά οι υποδομές δεν αναπτύχθηκαν αναλόγως. Είναι η ιστορία των περισσότερων μεγαλουπόλεων του πλανήτη.

Το παράδοξο στην περίπτωση της Τζακάρτα είναι ότι σε μια πόλη που βουλιάζει, το νερό δεν επαρκεί. Κι από εκεί ξεκινά το πρόβλημα. Μόνο το 60% των κατοίκων έχουν πρόσβαση σε τρεχούμενο νερό και οι περισσότεροι από αυτούς ζουν στις εύπορες νότιες περιοχές της πόλης. Τα ποτάμια, που θα μπορούσαν να αποτελέσουν μια πηγή καθαρού νερού, είναι από τα πιο μολυσμένα του πλανήτη. Έτσι, οι κάτοικοι αλλά και οι κυβερνήσεις, κατέφυγαν στον αυτονόητο τρόπο να βρουν νερό: Τις γεωτρήσεις.

Συνεπεία αυτού, το υπέδαφος έχει πλέον στεγνώσει, τα θεμέλια της πόλης έχουν κατέβει, οι καθιζήσεις είναι καθημερινό φαινόμενο. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ήρθε και η κλιματική αλλαγή να δώσει τη χαριστική βολή στην πολη. Ξέρουμε πλέον ότι αν συνεχίσουμε να μην κάνουμε τίποτα για τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, το 2100 τα νερά στον πλανήτη θα έχουν ανέβει κατά 1 μέτρο. Ή τουλάχιστον έτσι ελπίζουμε, καθώς κάποιες μελέτες φέρνουν το νούμερο πολύ ψηλότερα.

Στην περίπτωση της Τζακάρτα ακόμα και λίγα εκατοστά αρκούν. Το 2030, σε 10 χρόνια δηλαδή, το βόρειο τμήμα της πόλης θα έχει βυθιστεί. Μαζί με το αεροδρόμιό της.

Και βέβαια υπάρχει και ο καιρός. Οι ετήσιοι κυκλώνες, που πάντα χτυπούσαν την πόλη, έχουν πολλαπλασιαστεί σε συχνότητα και ένταση, όπως και παντού στον πλανήτη.

Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι καινούργιο. Όμως, οι αρχές δεν το αντιμετώπισαν έγκαιρα και αποτελεσματικά για έναν πολύ απλό λόγο: Αφορούσε τους φτωχότερους κατοίκους της πόλης, αυτούς που ζουν στις πιο ευάλωτες περιοχές. Όπως το προάστειο Bukit Duri, το οποίο είναι χτισμένο στις όχθες του ποταμου Ciliwung. Στη μία όχθη του ποταμου, ξύλινα σπίτια στέκονται όρθια με υποστηλώματα και κρέμμονται κυριολεκτικά πάνω από σκουπίδια και απόβλητα. Στην άλλη όχθη, πιο στέρεες κατασκευές, από τσιμέντο, χρειάζονται διαρκείς επισκευές για να μην καταρρεύσουν.

Στη δεκαετία του ’70, πολλά από τα κυβερνητικά κτήρια σε περιοχές που πλημμύριζαν διαρκώς, άρχισαν να εγκαταλείπονται. Μαζί και οι ίδιες οι περιοχές. Οι κυβερνήσεις είχαν άλλες προτεραιότητες και οι κάτοικοι εγκαταλείφθηκαν στην τύχη τους: ή έφυγαν και αυτοί, ή απλώς προσαρμόστηκαν στις τραγικές αυτές συνθήκες.

Ίσως τα πράγματα να είχαν μείνει για πάντα ίδια αν δύο μεγάλες καταστροφές δεν είχαν χτυπήσει την πόλη:

Το 2007, πλημμύρες που έφτασαν τα τέσσερα μέτρα νερού, βύθισαν την πόλη όχι μόνο στα νερά αλλά και στην απελπισία. Ένας κάτοικος θυμάται ότι στεκόταν στο δεύτερο όροφο του σπιτιού του και τα νερά του έφταναν στη μέση. «Κοιμόμασταν στις στέγες», λέει. Οι πλημμύρες του 2007 ήταν τρομακτικές όχι μόνο για την έντασή τους αλλά κυρίως επειδή η πόλη «έμπαζε» από δύο πλευρές: Και από τις βροχές αλλά και από τα νερά της θάλασσας. Περισσότεροι από 300 χιλιάδες άνθρωποι απομακρύνθηκαν από τα σπίτια τους και 80 πέθαναν. Tα νερά κατάπιαν ολόκληρες γειτονιές.

Και μετά ήρθε το 2013. Έβρεχε για ατελείωτες μέρες και τα όποια έργα υποδομής εκμηδενίστηκαν κάτω από τόνους νερού. Τα κανάλια κατέρρευσαν ή βούλωσαν και οι πλημμύρες για πρώτη φορά χτύπησαν όχι μόνο τις φτωχές γειτονιές, αλλά και το κέντρο τη πόλης. Περίπου 45 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους και δεκάδες χιλιάδες έμειναν άστεγοι.

Αυτό -επιτέλους- έκανε την τοπική κυβέρνηση να κινητοποιηθεί. Ο τότε κυβερνήτης της πόλης, και τωρινός Πρόεδρος της Ινδονησίας Joko Widodo, διέταξε να γίνει μιας μεγάλης έκτασης επισκευή στα κανάλια και το σύστημα άντλησης των υδάτων, τα οποία μετά από χρόνια απόλυτης αδιαφορίας και ελλειπούς συντήρησης είχαν περιέλθει σε τραγική κατάσταση.

Θα ζούμε μέσα σε ανάποδα ενυδρεία;

Την ίδια στιγμή, η κεντρική κυβέρνηση άρχισε να παίρνει το ζήτημα στα σοβαρά. Έφερε ειδικούς από την Ολλανδία -η οποία επιβιώνει κάτω από τη στάθμη των υδάτων εδώ και αιώνες- προκειμένου να βοηθήσουν να οχυρωθεί η πόλη απέναντι στα νερά που απειλούσαν να την πνίξουν.

Ένας από αυτους ήταν ο Βίκτορ Κοένεν, ο οποιος μετακόμισε πριν από έξι χρόνια στη Τζακάρτα προκειμένου να ηγηθεί του Εθνικής Προγράμματος Ανάπτυξης της Ακτογραμμής (National Capital Integrated Coastal Development, NCICD), με τη βοήθεια της Ολλανδικής κατασκευαστικής εταιρείας Witteveen+Bos. H πρώτη του δουλειά ήταν να εξετάσει όλα τα πιθανά σενάρια, με πρώτο την πιθανή εκκένωση όλης της βόρειας Τζακάρτα.

«Υπάρχουν σημεία του πλανήτη τα οποία είναι φτηνότερο να εγκαταλείψεις παρά να σώσεις», είπε ο ίδιος. «Όπως και στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι παράκτιες περιοχές παραδίδονται ξανά στη φύση, καθώς είναι πολύ ακριβό το να τις προστατεύσεις». Η ομάδα του υπολόγισε ότι το οικονομικό κόστος μιας τέτοιας επιλογής θα ήταν περί τα 200 ΔΙΣεκατομμύρια δολάρια, χωρίς το κόστος της μετεγκατάστασης των ανθρώπων. «Πού θα τους πας; Είναι αδιανόητο. Το ξεχάσαμε αμέσως».

Η δεύτερη επιλογή τους ήταν να χτίσουν οχυρωματικά έργα στην ακτή. Έχει ξανασυμβεί. Μετά το σεισμό και το τσουνάμι που χτύπησε την Ιαπωνία το 2011, η κυβέρνηση κατασκεύασε περίπου 400 χιλιόμετρα τοίχου στις βόρειες ακτές της χώρας. Αυτοί οι τοίχοι, που σε πολλά σημεία φτάνουν τα 12 μέτρα σε ύψος, κόστισαν 12 δισεκατομμύρια δολάρια.

Για τη Τζακάρτα ο Κοένεν και η ομάδα του υπολόγισαν ότι θα χρειάζονταν τοίχοι ύψους 5 έως 7 μέτρων, με τεράστιους σταθμούς άντλησης των υδάτων από πίσω τους και εξίσου τεράστια ρεζερβουάρ που θα μαζεύουν τα νερά. Ακόμα και αυτή η λύση θα σήμαινε ότι πολύ μεγάλος αριθμός ανθρώπων θα έπρεπε να μετακινηθεί προς την ενδοχώρα.

«Ο οικιστικός αντίκτυπος μιας τέτοιας λύσης είναι τεράστιος», λέει ο ίδιος. «Φανταστείτε τοίχους ύψους επτά μέτρων σε όλη την ακτογραμμή. Είναι σαν ένα ανάποδο ενυδρείο: Το νερό απ’ έξω κι εμείς από μέσα, κλεισμένοι μέσα σε έναν τοίχο. Είναι τρομακτικό».

Μια τέτοια λύση θα ήταν απαγορευτικά ακριβή, θα έφερνε τεράστια κοινωνική αναστάτωση, και πιθανώς δεν θα ήταν λειτουργική μακροπρόθεσμα. Κι έτσι αποφάσισαν να αναζητήσουν τη λύση στη θάλασσα.

Η κατασκευή ξεκίνησε με την αναβάθμιση των τοίχων που υπήρχαν ήδη μέσα στη θάλασσα, με την πρόσθεση 1,5 – 2 μέτρων επιπλέον ύψους. Γέμισαν επίσης τα κενά στις κατασκευές, ενώ ταυτόχρονα επεξεργάζονταν ένα πιο μακροπρόθεσμο πλάνο. Σύντομα σκόνταψαν όχι πάνω στα στοιχεία της φύσης ή σε κάποιο κατασκευαστικό πρόβλημα, αλλά στην πολιτική…

Ένα «απλώς παρανοϊκό» σχέδιο

Το νησί Pantai Indah Kapuk ενώνεται με την Ιάβα με λευκές ημι-ελικοειδείς γέφυρες οι οποίες παραδόξως για τα δεδομένα της Τζακάρτα, είναι άδειες από κίνηση. Το νησί, από μακριά μοιάζει με πολυτελές θέρετρο. Από κοντά βλέπει κανείς ότι τα πολυόροφα κτήρια κατοικιών παραμένουν άδεια και πολλά από αυτά παραμένουν στο στάδιο της κατασκευής, η οποία έμεινε στη μέση και αυτά απλώς έμειναν εκεί να χορταριάζουν.

Το Pantai Indah Kapuk, είναι μέρος του πρώτου κρατικού σχεδίου διάσωσης της Τζακάρτα, το οποίο πλέον δεν υφίσταται. Είναι παράλληλα και ένα δείγμα του πώς τα συμφέροντα εμπόδισαν την πόλη να θωρακίσει την ακτογραμμή της.

Είναι ένα από τα 17 νησιά, τα οποία ήταν προγραμματισμένο να δημιουργηθούν στον κόλπο, ανακτώντας ουσιαστικά γη, χρησιμοποιώντας εκατομμύρια τόνους άμμου και τσιμέντου. Μετά, θα μετακόμιζαν εκεί χιλιάδες κάτοικοι, όπως επίσης και γραφεία, εμπορικά κέντρα, ακόμα και το νέο αεροδρόμιο της πόλης. Ταυτόχρονα, θα αποτελούσαν το φυσικό ανάχωμα για τα νερά της θάλασσας. Μπροστά τους, θα υπήρχε μια σειρά από τεράστιους τοίχους, οι οποίοι αν τους έβλεπε κανείς από ψηλά θα σχημάτιζαν το μυθικό πουλί Γκαρούντα, που είναι το σύμβολο της Ινδονησίας.

Μια ολοκαίνουργια πόλη μέσα στη θάλασσα, η τροπική εκδοχή του Ντουμπάι…

Το πρότζεκτ αποκαλύφθηκε από την κυβέρνηση το 2014 και ήταν εκτός ελέγχου εξαρχής.

Η κυβέρνηση της Τζακάρτας είχε δηλώσει από την αρχή ότι η ίδια δεν πρόκειται να επενδύσει ούτε ένα δολάριο στο σχέδιο. Ένας Ολλανδός σύμβουλος του NCICD λέει: «Πρόκειται για τυπική περίπτωση εδώ (στην Ινδονησία). Ο μοναδικός τρόπος να χρηματοδοτήσεις το πρότζεκτ είναι μέσω των πωλήσεων της γης». Το όλο σχέδιο, το οποίο ο ίδιος άνθρωπος αποκαλεί «μεγαλομανιακό» έγινε ένα ατελείωτο ντόμινο προβλημάτων: Κάθε νέο κομμάτι του χρειαζόταν περισσότερες υποδομές, το οποίο σήμαινε ότι χρειάζονταν περισσότερα χρήματα, το οποίο σήμαινε ότι χρειαζόταν να δημιουργηθεί περισσότερη γη για να πουληθεί…

Όσο μεγάλωναν τα νησιά, άρχισαν να κανιβαλλίζουν οικονομικά όλα τα άλλα πρότζεκτ, σε στεριά και θάλασσα. Τα τοπικά ΜΜΕ ανέφεραν ότι το όλο πρότζεκτ θα κόστιζε 40 δισεκατομμύρια δολάρια και τελικά κόλλησε και σταμάτησε.

Το κόστος βέβαια δεν ήταν το μόνο πρόβλημα του σχεδίου. Προκειμένου να γίνει διαχείριση των διαφορών στη στάθμη του νερού μέσα και έξω από τον τοίχο, χρειάζοντας τεράστιες δεξαμενές στην πλευρά της στεριάς, οι οποίες θα συνέλεγαν τα νερά των ποταμών και εξίσου τεράστιες αντλίες που θα τα έριχναν στη θάλασσα.

Όμως, τα ποτάμια της Τζακάρτα, όπως προείπαμε, είναι από τα πιο μολυσμένα στον πλανήτη. Χωρίς ένα δραστικό και μάλλον μη-ρεαλιστικό σχέδιο βελτίωσης στις υποδομές της αποχέτευσης, η περιοχή πίσω από τη «Μεγάλη Γκαρούντα» θα γίνονταν ένας τεράστιος βόθρος, μια περιβαλλοντολογική βόμβα. ‘Ενας από τους ανθρώπους που εργάστηκαν για το πρότζεκτ και δεν κατονομάζεται, επειδή δουλεύει ακόμα για την κυβέρνηση, είπε ότι το όλο σχέδιο ήταν «απλώς παρανοϊκό» και θα είχε καταλήξει πάλι στο να πλημμυρίζει η πόλη, απλά αυτό θα γινόταν με συγκλονιστικά βρώμικο νερό.

Κάποιοι, βέβαια, είχαν καταλάβει από την αρχή ότι όλο αυτό δεν είχε καθόλου να κάνει με την προστασία της πόλης: «Όλο το θέμα ήταν για να δημιουργηθεί νέα γη για πώληση. Κανείς δεν νοιαζόταν για τις πλημμύρες. Ήταν ένα οικονομικό πρότζεκτ από την αρχή και τίποτε άλλο», λέει ο Tubagus Soleh Ahmadi, διευθυντής του περιβαλλοντολογικού μη-κυβερνητικού οργανισμού Walhi Jakarta.

Η αντίδραση στο πρότζεκτ άρχισε να γιγαντώνεται: Οι παράκτιες κοινότητες ανησυχούσαν για το ψάρεμα στις ακτές τους. Ο κόσμος στις φτωχότερες περιοχές ανησυχούσε πολύ για τις πιθανές εξώσεις και εκκαθαρίσεις, λόγω της προηγούμενης εμπειρίας του. Ένας από τους υποψήφιους στις τοπικές εκλογές, ο Anies Baswedan υποσχέθηκε ότι θα σταματήσει τη ανάκτηση και δημιουργία γης. Εξελέγη και το τήρησε.

Το πρότζεκτ της «Μεγάλης Γκαρούντα» πέθανε, αν και παραμένει ζωντανό κάπου στη φαντασία της πόλης, κυρίως επειδή δεν υπήρξε κάποια επίσημη ανακοίνωση. Οι εργασίες ανάκτησης της γης σταμάτησαν. Όταν έγινε αυτό, 4 από τα 17 νησιά είχαν χτιστεί. Τα κτήρια που φτιάχτηκαν επάνω στα 4 αυτά νησιά έχουν πλέον παγώσει στο χρόνο.

Η μάχη για το καθαρό νερό

Όσο συνέβαιναν όλα αυτά, η Τζακάρτα εξακολουθούσε να πλημμυρίζει και η προσοχή των αρχών στράφηκε στον άλλο παράγοντα της εξίσωσης: Πώς να σταματήσουν την πόλη να βουλιάζει.

Ο Oswar Mungkasa ειναι επικεφαλής αυτής της προσπάθειας. Είναι παράλληλα υπεύθυνος για όλα όσα συνθέτουν το τρομακτικά περίπλοκο αστικό πλέγμα της Τζακάρτα: Από τα σκουπίδια ως τις προετοιμασίες για έναν μεγάλο σεισμό. Κάθε χρόνο τα προβλήματα μεγαλώνουν, όπως και ο πληθυσμός της πόλης. Πάνω από 200.000 άνθρωποι έρχονται κάθε χρόνο στη Τζακάρτα, για να αποτελέσουν μέρος της οικονομικής της ανάπτυξης. «Η αστικοποίηση γίνεται με υπερβολικά γρήγορους ρυθμούς. Δεν προλαβαίνουμε να ανταποκριθούμε», λέει. «Αν συμβεί κάτι στη Τζακάρτα, τα τρόφιμά μας επαρκούν μόλις για μια εβδομάδα», προσθέτει.

Το γεγονός ότι η πόλη βουλιάζει είναι μια από τις πιο επείγουσες προκλήσεις που αντιμετωπίζει. Και είναι ένα ζήτημα αλληλένδετο με τα υπόλοιπα της πόλης. Με βασικότερο, αυτό του καθαρού νερού. Από εκεί ξεκινάνε όλα.

Ο μηχανισμός που κάνει τη Τζακάρτα να βουλιάζει στα θεμέλιά της έχει γίνει κατανοητός εδώ και χρόνια. Το μαλακό έδαφος κάτω από την πόλη συγκρατείται μόνο από τα νερά που υπάρχουν αποθηκευμένα με φυσικό τρόπο κάτω από την επιφάνειά της. Αντλώντας αυτά τα νερά, η γη από πάνω τους βυθίζεται. Το πρόβλημα επιδεινώνεται όσο χτίζονται πολύ βαριά κτήρια και η γη στεγανοποιείται με τσιμέντο και άλλα αδιαπέραστα υλικά, τα οποία δεν αφήνουν το νερό να ξαναβρεί το δρόμο του προς τις υπόγειες αποθήκες του και να τις ξαναγεμίσει.

Είναι μια πρόκληση που έχει παρουσιαστεί και σε άλλες πόλεις, όπως το Τόκιο και η Βενετία. Εκεί, το πρόβλημα λύθηκε, ή έστω επιβραδύνθηκε με έναν πολύ απλό τρόπο: Σταματώντας την υπεράντληση των υδάτων. Αυτό, όμως προϋποθέτει αυστηρούς ελέγχους και κυρίως προϋποθέτει ότι μπορείς να δώσεις στον κόσμο καθαρό νερό από άλλες πηγές.

Ακόμα και αν σταματούσε η άντληση, οι υπόγειες αποθήκες θα έπρεπε να ξαναγεμίσουν, προκειμένουν να αποκατασταθεί η πίεση και να σταματήσει η βύθιση του εδάφους. Το Τόκιο, το οποίο σταμάτησε εντελώς την άντληση υδάτων στη δεκαετία του ’90, ακόμα βουλιάζει κατά ένα εκατοστό το χρόνο.

Σε κάποια μέρη του κόσμου έχει επιχειρηθεί να γεμίσουν ξανά τα υπόγεια ρεζερβουάρ νερού. Στις αγροτικές περιοχές γύρω από τη Μπανγκόκ, η οποία επίσης βουλιάζει εδώ και δεκαετίες, οι αγρότες είναι υποχρεωμένοι να έχουν μεγάλες δεξαμενές νερού στα χωράφια τους, στις οποίες αποθηκεύουν το νερό της βροχής και μετά το ρίχνουν πάλι στη γη, ώστε τα χωράφια να μην βουλιάζουν.

Παρόλα αυτά, τίποτα τέτοιο δεν έχει επιχειρηθεί ποτέ σε μια πόλη σαν τη Τζακάρτα. Το μέγεθος της πρόκλησης και οι επανηλημμένες αποτυχίες της πόλης να αντιμετωπίσει το πρόβλημα, δείχνουν ότι πρόκειται για μια ακόμα απόπειρα χωρίς ελπίδα.

Με τους πιο αισιόδοξους υπολογισμούς, η Τζακάρτα έχει ακόμα πέντε χρόνια για να σταματήσει εντελώς την άντληση των υδάτων. Είναι εξαιρετικά δύσκολο έως αδύνατο να επιβληθεί αποτελεσματικά μια τέτοια απαγόρευση, αλλά όλοι ξέρουν ότι πρέπει να γίνει.

Το Plan B, εξάλλου, είναι αδιανόητο: Να εκκενωθεί η πόλη των 30 εκατομμυρίων κατοίκων.

Η ανικανότητα της δημόσιας διοίκησης

Συνεπώς, ας επιστρέψουμε στο Plan A. Η δημόσια διοικηση στη Τζακάρτα είναι όσο χαοτική είναι και η ίδια η πόλη. Δεκάδες υπηρεσίες, υπουργεία και ιδιωτικοί φορείς με αρμοδιότητες που υπερκαλύπτονται και οι οποίοι εργάζονται στους ίδιους τομείς συχνά χωρίς να συνεννοούνται καν μεταξύ τους. Μόνο στον τομέα της αποχέτευσης δραστηριοποιούνται τρεις υπηρεσίες, οι οποίες συχνά κάνουν όλες μαζί το ίδιο πράγμα, αγνοώντας εντελώς κάποιο άλλο.

Και βέβαια, οι υπάρχοντες νόμοι για τη διαχείριση των υδάτων είναι εξαιρετικά δύσκολο να εφαρμοστούν. Υπολογίζεται ότι μισό εκατομμύριο άνθρωποι δεν έχουν απολύτως καμία πρόσβαση σε αποχετευτικά συστήματα και χρησιμοποιούν τα ποτάμια ως τουαλέτες. Η εταιρεία που είναι υπεύθυνη για τον καθαρισμό των νερών στην πόλη, υποστηρίζει ότι καλύπτει περίπου το 11% των τρεχούμενων υδάτων. «Η αλήθεια είναι ότι ο αριθμός δεν ξεπερνάει το 5%», λέει ο Mungkasa. «Νομίζω ότι αυτή η έλλειψη συντονισμού παρατηρείται σε όλες τις μεγαλουπόλεις του αναπτυσσόμενου κόσμου. Αλλά στη Τζακάρτα μάς σκοτώνει. Κυριολεκτικά», λέει.

Ο ίδιος και το επιτελείο του, μια ομάδα τριών ειδικών στην αστική ανάπτυξη, εργάζονται τώρα πάνω σε ένα νέο σχέδιο για τη διαχείριση των υδάτων. Θα περιλαμβάνει αυξημένους φόρους και απαγορεύσεις για την άντληση των υπόγειων νερών, αλλά θα απαιτεί και από τους δημόσιους φορείς να δώσουν το παράδειγμα: Αυτή τη στιγμή, ακόμα και τα υπουργεία στων οποίων την αρμοδιότητα εμπίπτει το πρόβλημα της πόλης με τις πλημμύρες, αντλούν και τα ίδια υπόγεια ύδατα για τις ανάγκες τους…

Ο καθαρισμός των ποταμιών θα είναι ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση. Εκτός από τα ανθρώπινα απόβλητα, οι 13 ποταμοί της Τζακάρτα έχουν μολυνθεί βαριά και από βιομηχανικά και χημικά απόβλητα, τα οποία περιλαμβάνουν βαρέα μέταλλα και θα κάνουν πολλά χρόνια για να καθαριστούν ακόμα και στην απίθανη περίπτωση που η μόλυνση θα σταματήσει αύριο το πρωί.

Στο μεταξύ, η πόλη θα χρειαστεί να επεκτείνει την περισυλλογή των νερών της βροχής και να δημιουργήσει ανεπτυγμένες τεχνολογίες καθαρισμού και απολύμανσής τους. Προς το παρόν το μόνο μέτρο που έχει ληφθεί είναι η ενθάρρυνση των εργολάβων να φτιάχνουν δεξαμενές στα νέα κτήρια, στις οποίες θα συγκεντρώνονται τα νερά της βροχής και μετά θα επιστρέφονται στη γη αντί να καταλήγουν στα ποτάμια.

Ο σχεδιασμός γαι τη διαχείριση των υδάτων μπορεί να πετύχει, συμφωνουν οι ειδικοί. Θεωρητικά. Το θέμα είναι αν θα εφαρμοστεί οτιδήποτε απ’ όλα αυτά όσο υπάρχει ακόμα καιρός. Με δεδομένη την κατάσταση που επικρατεί στην πόλη αλλά και τη δημόσια διοίκηση της χώρας, οι περισσότεροι αμφιβάλουν εάν θα εφαρμοστούν καν.

Τον περασμένο Ιούνιο, παράλληλα με την απόφαση να αναζητηθεί νέα πρωτεύουσα για τη χώρα, εγκρίθηκε και ένα ακόμα σχέδιο προστασίας της Τζακάρτα από τα νερά του Ωκεανού.

Το NCICD II είναι ταπεινό σε σχέση με τη «Μεγάλη Γκαρούντα», αλλά και πάλι είναι τεράστιο σε σύλληψη και εκτέλεση. Πρόκειται για τη δημιουργία ενός πολύ μεγάλου φράγματος το οποίο θα εκτείνεται για 4 χιλιόμετρα στον κόλπο της Τζακάρτα. Τουλάχιστον κάποια μαθήματα εμπεδώθηκαν μετά την αποτυχία του σχεδίου «Γκαρούντα»: Πλέον δεν πρόκειται να γίνει άλλη προσπάθεια να ανακτηθεί γη και η μόνη εμπορική εκμετάλλευση του φράγματος θα γίνει από έναν δρόμο με διόδια που θα υπάρχει επάνω σε αυτό. Η κατασκευή έχει προγραμματιστεί να ξεκινήσει το 2023.

Η εμπειρία έδειξε ότι πολύ απλά η αντοπλημμυρική προστασία της πόλης δεν γινόταν να συνδέεται με οικονομικά συμφέροντα, όπως εξάλλου και κανένα έργο κοινού ενδιαφέροντος και ωφέλειας. Το πρότζεκτ «Γκαρούντα» βασιζόταν στην αγοραπωλησία γης και ακινήτων. Οι τιμές των ακινήτων ανεβαίνουν και κατεβαίνουν. Ή και καταρρέουν. Είναι προφανές ότι ένα έργο σαν αυτό, από το οποίο εξαρτάται το μέλλον μιας πόλης, δεν μπορεί να εξαρτάται από αυτό…

Το συνολικό κόστος του φράγματος θα είναι περίπου 4 δισεκατομμύρια δολάρια.

Και βέβαια πέρα από το κόστος σε χρήματα, υπάρχουν και οι κοινωνικές επιπλοκές. Αυτή τη φορά οι αρχές και οι υπεύθυνοι θα πρέπει να τις σκεφτούν σε βάθος. Άλλα 4 δισεκατομμύρια θα κοστίσουν οι δεξαμενές νερού στη στεριά και οι σταθμοι άντλησης των υδάτων. Κι αυτό αν οι τιμές της άμμου μείνουν στα σημερινά επίπεδα. Εάν η τιμή ανέβει κατά ένα δολάριο τον τόνο, το κόστος θα ανέβει κατά ένα δισεκατομμύριο…

Το φράγμα θα λειτουργήσει σαν γιγάντιος κυμματοθραύστης, που θα μειώσει τις ευνέπειες από τις καταιγίδες που χτυπούν την πόλη και το ύψος των κυμάτων που εισβάλουν σε αυτήν. Βέβαια αυτό θα επιτευχθεί υπό δύο προϋποθέσεις: Εάν ταυτόχρονα ληφθούν δραστικά μέτρα ώστε να μειωθούν οι καθιζήσεις στη στεριά και εάν η στάθμη των νερών της θάλασσας δεν ανέβει πιο γρήγορα απ’ ότι υπολογίζουμε αυτή τη στιγμή.

Δύο σενάρια εξετάζονται αυτή τη στιγμή: Να κλειστεί εντελώς ο κόλπος ή να μείνει ανοιχτός. Εάν η στεριά συνεχίσει να βυθίζεται, θα γίνει το πρώτο. Αυτό θα αποφασιστεί το 2030, όταν πλέον τα υπάρχοντα έργα θα έχουν ξεπεραστεί εντελώς. Εάν αποφασιστεί να κλειστεί ο κόλπος εντελώς και να δημιουργήσει μια τεράστια λίμνη στις βόρειες ακτές της πόλης, θα υπάρχουν τα ίδια ακριβώς προβλήματα μόλυνσης που αντιμετώπισε και η «Μεγάλη Γκαρούντα». Το νερό θα είναι θανατηφόρα μολυσμένο. Αλλά, πλέον, δεν θα υπάρχει άλλη εναλλακτική…

Σε κάθε περίπτωση, οποιαδήποτε λύση είναι και λίγο θέμα τύχης. Η Τζακάρτα τρέχει ενάντια στο χρόνο, κάτι που φαίνεται πολύ παραστατικά και στο επιτόπιο ρεπορτάζ του BBC:

Το πρόβλημα της Τζακάρτα είναι μια προβολή του γενικότερου προβλήματος της κλιματικής αλλαγής.

Οι κυβερνήσεις βλέπουν το πρόβλημα, αλλά αναβάλουν τις ακριβές από κάθε άποψη μακροπρόθεσμες λύσεις και προτιμούν τις φαινομενικά απλές και βραχυπρόθεσμες.

Τα μπαλώματα.

Κάποιες φορές φαίνεται να κερδίζεται μια μικρή νίκη.

Αλλά στην πραγματικότητα είμαστε πάντα ένα βήμα πίσω.

Πηγή: Μαρία Δεδούση/CNN Greece

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.