Φόρμα αναζήτησης

Bαθαίνει το μυστήριο των Γραμμών της Νάζκα στο Περού: Τι έδειξε νέα έρευνα

Νέα ερωτηματικά προκύπτουν χάρη σε νέα έρευνα πάνω στα διάσημα και συνάμα μυστηριώδη γεωγλυφικά της Νάζκα στο Περού- των γνωστών «Γραμμών της Νάζκα»: Στο πλαίσιό της ταυτοποιήθηκαν πουλιά τα οποία απεικονίζονται στην έρημο του νοτίου Περού και, όπως διαπιστώθηκε, δεν προέρχονται από την περιοχή.

Τα γεωγλυφικά και οι Γραμμές της Νάζκα και της Πάλπα βρίσκονται περίπου 400 χιλιόμετρα νότια της Λίμα στο Περού και αποτελούν τόπο- μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, καλύπτοντας μια περιοχή περίπου 450 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Χαράχθηκαν στο έδαφος μεταξύ του 400 πΧ και του 1000 μΧ από δημιουργούς που έζησαν στην περιοχή πριν την άνοδο των Ίνκα και περιλαμβάνουν γραμμές, γεωμετρικά σχήματα, ζώα και φυτά. Τα περισσότερα από αυτά τα γεωγλυφικά είναι τόσο μεγάλα που φαίνονται καλύτερα μόνο από μεγάλο ύψος, κάτι που δημιουργεί ερωτηματικά, συμβάλλοντας στη δημιουργία ενός γνωστού αρχαιολογικού μυστηρίου.

Σύμφωνα με την huffingtonpost.gr, ένα απαραίτητο βήμα για τη «διαλεύκανση του μυστηρίου» είναι να διαπιστωθεί τι ακριβώς απεικονίζουν τα γεωγλυφικά. Στο πλαίσιο της νέας έρευνας, που δημοσιεύτηκε στο Journal of Archaeological Science: Reports, οι Μασάκι Έντα, Τακέσι Γιαμασάκι και Μασάτο Σακάι, από το Μουσείο του Πανεπιστημίου του Χοκάιντο, του Ινστιτούτου Ορνιθολογίας Γιαμασίνα και του Πανεπιστημίου Γιαμαγκάτα στην Ιαπωνία αντίστοιχα, χρησιμοποίησαν μια ορνιθολογικής φύσης προσέγγιση για την ταυτοποίηση των 16 γεωγλυφικών που απεικονίζουν πουλιά μεταξύ άνω των 2.000 έργων που υπάρχουν στην περιοχή. «Μέχρι τώρα, τα πουλιά ταυτοποιούνταν με βάση γενικές εντυπώσεις ή μερικά μορφολογικά χαρακτηριστικά που υπάρχουν σε κάθε σχήμα. Εξετάσαμε σε βάθος τα σχήματα και τα σχετικά μεγέθη που παρουσιάζονται στα ράμφη, τα κεφάλια, τους λαιμούς, τα σήματα, τα φτερά, τις ουρές και τα πόδια και τα συγκρίναμε με αυτά σημερινών πουλιών στο Περού» είπε ο Έντα.

Ως αποτέλεσμα αυτής της προσέγγισης, προέκυψαν διαφορές σε σχέση με παλαιότερες εκτιμήσεις/ συμπεράσματα, υποδεικνύοντας πως δεν πρόκειται για πτηνά της περιοχής, μα για άλλα είδη, τα οποία θεωρούνται μάλλον «εξωτικά» σε σχέση με τα δεδομένα του νοτίου Περού: Για την ακρίβεια, αν και πρόκειται για είδη που όντως υπάρχουν στη χώρα, συναντώνται σε άλλα τμήματά της και όχι εκεί που φτιάχτηκαν τα μεγάλα γεωγλυφικά.

«Οι άνθρωποι της Νάζκα που έφτιαξαν τις εικόνες θα μπορούσαν να είχαν δει πελεκάνους ενώ μάζευαν τροφή στις ακτές. Τα ευρήματά μας δείχνουν πως ζωγράφισαν εξωτικά πουλιά, όχι ντόπια, και αυτό θα μπορούσε να ήταν στοιχείο ως προς το γιατί τα ζωγράφισαν εξαρχής» σημειώνει ο Έντα.

Οι ερευνητές εκτιμούν πως το δεδομένο αυτό- το ότι πρόκειται για εξωτικά πουλιά- θα μπορούσε να είναι ιδιαίτερα σημαντικό ως προς το μυστήριο της Νάζκα: «Αν τα εξωτικά/ όχι τοπικά πουλιά δεν ήταν σημαντικά για τους ανθρώπους της Νάζκα, δεν θα υπήρχε λόγος να ζωγραφίσουν τα γεωγλυφικά τους» είπε ο Ιάπωνας ερευνητής στο Newsweek.«Άρα η ύπαρξή τους θα έπρεπε να σχετίζεται στενά με τον σκοπό της δημιουργίας των γεωγλυφικών….αν και υπάρχουν κάποια γεωγλυφικά με ζώα και φυτά στην “πάμπα” της Νάζκα, τα πουλιά κυριαρχούν. Αυτό δείχνει πως τα πουλιά ήταν σημαντικά για τους ανθρώπους της Νάζκα».

Ο ακριβής λόγος της δημιουργίας των γεωγλυφικών εξακολουθεί να αποτελεί αρχαιολογικό μυστήριο, και οι θεωρίες είναι πολλές: Κάποιοι μιλούν για δρόμους της προ-κολομβιανής περιόδου, έργα για αγροτικούς ή τελετουργικούς σκοπούς, απεικονίσεις αστρονομικών συμβάντων κλπ μέχρι (στις πιο «εξωτικές» θεωρίες) έργα που σχετίζονταν με αρχαίους αστροναύτες και «επισκέπτες από τα άστρα». Αξίζει να σημειωθεί πως, δεδομένου ότι το έδαφος καλύπτεται από χαλίκι με επικάλυψη οξειδίου του σιδήρου, στο χρώμα της σκουριάς, για τη χάραξη των γεωγλυφικών οι δημιουργοί τους χρειάστηκε να αφαιρέσουν 30-38 εκατοστά χαλικιού προκειμένου να φέρουν στο φως την πιο ανοιχτόχρωμη άμμο από κάτω. Θεωρείται πως άρχισαν με μοντέλα σε μικρότερη κλίμακα, αυξάνοντάς την για τη δημιουργία των μεγαλύτερων σχεδίων. Εξαιτίας των συνθηκών της ερήμου τα γεωγλυφικά έχουν παραμείνει σε μεγάλο βαθμό άθικτα ανά τους αιώνες. Η συστηματική τους μελέτη άρχισε τη δεκαετία του 1920, ωστόσο έγιναν ευρύτερα γνωστά τη δεκαετία του 1930, όταν πιλότοι πέταξαν πάνω από την περιοχή.