Φόρμα αναζήτησης

Αμερικής και Μοναξιάς: Αποστολή στην Κολομβία

Συγκλονιστικές ιστορίες από έναν παράδεισο γεμάτο ομορφιά, βία, χαμόγελο και προσφυγιά

ΚΕΙΜΕΝΟ – ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΚΩΣΤΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Είναι απόγευμα Πέμπτης και ψιλοβρέχει…

Και κάθομαι σε μια γωνιά. Έντεκα χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι μου. Και κοίτα να δεις! Εδώ, εδώ ακριβώς, μια συνοικία της Μπογκοτά που ονομάζεται Las Americas -η Αμερική- τελειώνει, λέει. Και αρχίζει μια άλλη, που τη λένε Soledad. Μοναξιά. Σαν κάτι από το αριστούργημα του Μάρκες που το συναντάς σε κάθε σου βήμα, σε κάθε γωνιά αυτής της μοναδικής χώρας ακόμα και σήμερα.

Η ζωή μού φέρθηκε καλά. Και ταξίδεψα πολύ. Δεν τη θυμάμαι όλη την ομορφιά που είδα. Ούτε και τη δυστυχία. Τόση ήταν κι αυτή. Και να που εδώ, σε μια γειτονιά η οποία θα μπορούσε να ήταν οπουδήποτε σε αυτό που λέγανε δυτικό κόσμο, κάθομαι σε ένα πεζούλι απέναντι από ένα πετρόκτιστο και, πρώτη φορά, νιώθω πως δεν μπορώ να συνεχίσω.

Βγάζω το σημειωματάριο και γράφω «Παράλογο».
Και μετά: «Υποκρισία». Έτσι νιώθω. Ότι όλα είναι παράλογα και ότι υποκρινόμαστε.

Με πλημμυρίζει μια παράξενη ενοχή. Το αίσθημα του καθενός από εμάς όταν συνειδητοποιεί πόση ζωή ξόδεψε ανώφελα την ώρα που άλλοι δεν έχουν. Ψιλοβρέχει. Όμως τώρα νιώθω πως όλη η βροχή του κόσμου λούζει εμένα χωρίς να μπορεί να καθαρίσει τίποτα. Τα πόδια μου τρέμουν, τα μάτια μου είναι γεμάτα. Και η λογική πασχίζει να μου εξηγήσει πόσο μεγάλη ήταν η τύχη μου σήμερα. Κι ας μην το καταλαβαίνω, λέει.

Και ας αρχίσουμε από εδώ

Εδώ, λοιπόν, στα σύνορα Αμερικής και Μοναξιάς, στο πεζούλι που ένας δρόμος «34» κόβει μια οδό «21» της Μπογκοτά αποφάσισα να σας φέρω για να σας πω μια ιστορία. Πολλές ιστορίες. Κι όπως βγει. Για να σας περιγράψω ένα ταξίδι που ποτέ δεν το φαντάστηκα έτσι και που με έκανε να δω πράγματα τα οποία νόμιζα ότι τα έβλεπα και με βασάνιζαν. Αλλά κατάλαβα πως, μέχρι τότε, απλώς τα παρατηρούσα.

Μισή ώρα νωρίτερα, λίγο πιο κάτω, στο Κέντρο Αρωγής Μεταναστών είχα περάσει δεν ξέρω κι εγώ πόση ώρα ακούγοντας τον Μπίλι. Οι δημοσιογράφοι αφού κάναμε μια βόλτα στο κέντρο (σ.σ. ένα από τα πολλά έργα που χρηματοδοτεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μέσω της Γενικής Διεύθυνσης Ανθρωπιστικής Βοήθειας και Πολιτικής Προστασίας – DG ECHO) και είδαμε τη δουλειά που γίνεται και εκεί, χωριστήκαμε σε δυάδες. Εγώ και ο Γιάννης -ο συνάδελφος Γιάννης Σεφεριάδης της Εφημερίδας των Συντακτών- ακούσαμε τον Μπίλι. Θα ήταν συνέντευξη, μα δεν χρειάστηκε. Δεν προλάβαμε.

Ο Μπίλι στεκόταν αμήχανος στην άκρη της σκάλας, λίγο πριν μας οδηγήσουν στο δωμάτιο που θα μιλούσαμε. Παράξενος φαινόταν. Φορούσε μια μαύρη λεπτή καμπαρντίνα – εμείς θα τη λέγαμε «υπερβολική για το κλίμα της Μπογκοτά. Στον λαιμό του είχε τυλιγμένο ένα μαντίλι, σαν φουλάρι, και τα γυαλιά του έμοιαζαν να είχαν λιώσει, να είχαν γίνει ένα με το βλέμμα του στο ασθενικό πρόσωπό του. Έβγαζε μια λεπτότητα που φώναζε μέσα από το παράξενο -για μένα, τότε- παρουσιαστικό του.

«Ούτε για να σκουπίζεις δρόμους»

Μπήκαμε στο δωμάτιο. Κάθισε. Του είπαμε να μας συστηθεί και άρχισε να μιλά για πολλή ώρα, ακατάπαυστα: «Το όνομά μου είναι Μπίλι. Είμαι από τη Βενεζουέλα. Είμαι εκπαιδευτικός. Ήρθαμε πριν από 9 μήνες. Με τα πόδια. Η γυναίκα μου, οι κόρες μου, η κουνιάδα μου και ο ανιψιός μου. Ζούσαμε στον δρόμο για 45 ημέρες. Η μόνη που δουλεύει είναι η γυναίκα μου, η οποία πουλάει τυρόπιτες επειδή δεν έχει χαρτιά. Εγώ έχω χαρτιά, έχω διαβατήριο… Και πάλι δεν μπορώ ακόμα να βρω δουλειά. Είναι πολύ δύσκολα! Με τρία παιδιά και όντας πτυχιούχος δεν μου δίνουν δουλειά ούτε καν για να σκουπίζω. Είναι σκληρό να έχεις πτυχίο αλλά να μην μπορείς να βρεις μια δουλειά, ούτε για να σκουπίζεις δρόμους! Έχει βέβαια και η Κολομβία τα δικά της προβλήματα…».

Τρεις χιλιάδες κάθε μέρα

Βάλτε εδώ μία άνω τελεία. Ο Μπίλι είναι ένας από τους Βενεζουελάνους που περνούν κάθε μέρα τα σύνορα φτάνοντας εξαθλιωμένοι στην Κολομβία, στο μεγαλύτερο προσφυγικό ρεύμα στην Ιστορία της Λατινικής Αμερικής. Τρεις χιλιάδες -την ημέρα…- είναι πια αυτοί οι πρόσφυγες και ώς το τέλος του χρόνου εάν η ροή συνεχιστεί με αυτόν τον ρυθμό θα έχουν φτάσει τα 5,3 εκατομμύρια, δηλαδή το 1/6 του πληθυσμού της Βενεζουέλας, της άλλοτε πλουσιότερης χώρας της Λατινικής Αμερικής. Οι Κολομβιανοί εξηγούν πως ένας από τους λόγους που η κρίση χτύπησε τόσο σκληρά τη Βενεζουέλα ήταν πως στη χώρα δεν υπήρχε καμία πρόβλεψη για κάτι τέτοιο στο μέλλον. Λόγω ακριβώς της ευμάρειας.

Στις 83,000 ανέρχονται οι αγνοούμενοι στην Κολομβία από μια περίοδο διαμάχης που -επίσημα- έχει τελειώσει. Ανάμεσά τους και χιλιάδες παιδιά.

Κι όσο και αν οι σχέσεις των δύο χωρών πέρασαν κρίσεις, όσο κι αν όντως η Κολομβία έχει τα δικά της και δεν είναι απλά -με το μεγαλύτερο αριθμό εσωτερικών προσφύγων από κάθε άλλη χώρα στον κόσμο, μετά από μισό αιώνα διενέξεων, στα 7,7 εκατομμύρια έφτασαν συν οι υπόλοιποι πρόσφυγες από τη Βενεζουέλα και άλλες χώρες-, όσο κι αν υπάρχει και ξενοφοβία και εκμετάλλευση, η Ιστορία υπενθυμίζει πως Κολομβία, Βενεζουέλα, Παναμάς και Ισημερινός σήμερα ήταν μέχρι το 1830 η Μεγάλη Κολομβία. Και οι δεσμοί ήταν και παραμένουν ισχυροί. Ο κόσμος βοηθά όσο μπορεί, αλλά αυτό είναι το πρόβλημα. Το πόσο μπορούν η χώρα και ο λαός να βοηθήσουν.

Ένας αντιφατικός επίγειος παράδεισος

Πέρασα μια βδομάδα στην Κολομβία και μπορώ να σας πω χωρίς δισταγμό ότι είναι ο πιο φιλικός και ευγενικός λαός από τις σχεδόν εβδομήντα χώρες που έχω επισκεφτεί. Η Κολομβία είναι επίσης μία από τις πιο όμορφες σε φύση χώρες που γνώρισα, ένας επίγειος παράδεισος γεμάτος όμως αντιφάσεις. Με τα καρτέλ και τις ένοπλες ομάδες να ελέγχουν ή να τρομοκρατούν ολόκληρες περιοχές ενίοτε, τόσο που όταν ταξιδέψαμε, για παράδειγμα, στο Puerto Asis, στο ταραγμένο Putumayo στις αρχές του Αμαζονίου, δεν μπορούσαμε να βγούμε έξω από το ξενοδοχείο το βράδυ.

Τρεις μέρες μετά, περπατούσα αμέριμνος τα γεμάτα τουρίστες δρομάκια της Cartagena, στις κολομβιανές ακτές της Καραϊβικής, μιας από τις ομορφότερες πόλεις της Λατινικής Αμερικής και όχι μόνο.

Στη δε Μπογκοτά, μια λεωφόρος μπορεί να χωρίζει τις γειτονιές με τα πολυτελή ξενοδοχεία και τα εστιατόρια από συνοικίες που μοιάζουν με άλλη πόλη, αν όχι και άλλη χώρα.

Σε αυτό λοιπόν το σκηνικό, το να είσαι τόσο απελπισμένος όσο ο Μπίλι, ένας από τα περισσότερα από δέκα εκατομμύρια πρόσφυγες σε μια χώρα πενήντα εκατομμυρίων -έστω κι αν το μέγεθος είναι το διπλάσιο της Γαλλίας και… 120 φορές της Κύπρου-, δεν είναι πρωτόγνωρο. Και υπάρχουν και πολύ χειρότερα όπως θα δείτε μετά. Ούτε και σημαίνει κάτι, αν αναλογιστεί κανείς πως, πέρα από τους πρόσφυγες, το μεγαλύτερο μέρος του υπόλοιπου κόσμου εκεί αντιμετωπίζει πολύ σοβαρό πρόβλημα, ενίοτε και επιβίωσης.

Ο κόσμος όμως υπάρχει μέσα από τα μάτια μας. Και ο κόσμος του Μπίλι, μερικά λεπτά μετά που ξεχύθηκε σαν χείμαρρος η αφήγησή του και άρχισε να κλαίει, λέγοντάς μας ξανά και ξανά πόσο… χαρούμενος ήταν που μπορούσε να κλάψει μετά από μήνες, γιατί δεν γινόταν μπροστά στην οικογένειά του, ήταν εκεί. Ή μάλλον, εμείς είχαμε μπει πια στον κόσμο του.

Έβλεπα το σκυλί μου να πεθαίνει…

Μάθαμε για το πώς ζούσε στη Βενεζουέλα, για το ενυδρείο που είχε στο σπίτι του αλλά και για το σκυλί του το οποίο αναγκάστηκε να εγκαταλείψει ετοιμοθάνατο κιόλας από την πείνα φεύγοντας. Μας έδειξε την ταυτότητά του, έναν χρόνο πριν και δυσκολεύτηκα να τον αναγνωρίσω. Την ώρα που τον αγκάλιαζα για να τον αποχαιρετήσω, τα χέρια μου βυθίστηκαν στη ριχτή καμπαρντίνα και τότε ήταν που κατάλαβα γιατί τη φορούσε. Μαζί και το φουλάρι. Και θυμήθηκα πως σε κάποιο μέρος της αφήγησης μάς είχε πει πως τη βοήθεια τη δίνουν στα παιδιά και μόνο με ό,τι μείνει ζουν εκείνος και η γυναίκα του.

Και ο Μπίλι είναι τυχερός. Είναι ένας από τους πολλούς ανάμεσα στους αμέτρητους που βοηθούν τοπικές οργανώσεις με τη στήριξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης -όπως και άλλων διεθνών παραγόντων- παρόλο που η ΕΕ είναι με διαφορά ο μεγαλύτερος πάροχος ανθρωπιστικής βοήθειας στον κόσμο. Και αυτό, ακόμα, για μας και σε αναλογία αντιστοιχεί σε «κόστος» 4 ευρώ ανά Ευρωπαίο υπήκοο… τον χρόνο.

Δείτε λίγο τους αριθμούς στο Παράρτημα, κάτω, στο τέλος του κειμένου. Έχουν μεγάλο ενδιαφέρον.

Ο Μπίλι την ώρα που μας αποχαιρέτησε © European Commission / Nadège Mazars

Η στιγμή που σας περιέγραψα στην αρχή του κειμένου ήταν μερικά λεπτά μετά που αποχαιρετήσαμε τον Μπίλι. Περίμενα και τους άλλους να βγουν -σε παρόμοια κατάσταση- για να μας διηγηθούν ιστορίες εξίσου τραγικές, μερικές και βίαιες, αν και βία είχαμε ήδη… «χορτάσει» τις πρώτες μέρες του ταξιδιού και τα όσα ακούσαμε.

Και το ελάχιστο είναι σπουδαίο

Και το απόγευμα εκείνο ήταν η συνέχεια μιας μέρας η οποία ξεκίνησε με μια επίσκεψη σε ένα από τα βιομηχανικά προάστια της Μπογκοτά εκεί που πρόσφυγες από τη Βενεζουέλα ζουν συχνά και στους δρόμους, πουλώντας με τα παιδιά τους γλειφιτζούρια ή ό,τι άλλο μπορούν στους περαστικούς στα φανάρια.

Δεν πάει κανείς βόλτα σε τέτοιες γειτονιές. Εμάς μας πήγαν οι Γαλάζιοι Άγγελοι, μια οργάνωση που επίσης ενισχύει η ΕΕ και η οποία καταγράφει -και εκ μέρους του Δήμου της Μπογκοτά- τον κόσμο, προσπαθώντας να προσφέρει στέγη ή τροφή ή ό,τι άλλο υπάρχει δυνατότητα, όπως και άλλα ιδρύματα που επισκεφθήκαμε μετά τα οποία προσφέρουν έστω ένα δωρεάν γεύμα και στέλνουν τους πρόσφυγες σε υπηρεσίες όπως το Κέντρο Αρωγής Μεταναστών, στο οποίο εργοδοτούνται με ευρωπαϊκά κονδύλια γιατροί και άλλο προσωπικό.

Στους δύο κόσμους της Μπογκοτά

Εκείνο το βράδυ δεν μπόρεσα να συνεχίσω. Είναι αυτό που σας έλεγα πριν. Ο παραλογισμός, τη μια να βάζεις πανοραμικές φωτογραφίες της Μπογκοτά από το βουνό Μονσεράτ ως τουρίστας και να γράφεις χαριτωμενιές στο Instagram και την άλλη ή έστω μία-δύο μέρες μετά να βρίσκεσαι στη γειτονιά Σάντα Φε, την πιο επικίνδυνη ίσως της κολομβιανής πρωτεύουσας των οκτώ και πλέον εκατομμυρίων, σε ένα mini bus με σχεδόν αδιαφανή παράθυρα. Και να βλέπουμε κορίτσια, ακόμα και 12-13 χρονών, να εκπορνεύονται στους δρόμους.

Να περνάς τα φανάρια με τους πρόσφυγες που πουλούν πράγματα ή απλώς ζητούν βοήθεια και σε λίγη ώρα να τρως σε ένα ωραίο -τζάμπα πράγμα για μας- εστιατόριο στις πιο εύπορες αστικές συνοικίες, να βλέπεις λεωφόρους κλειστές για να βγαίνει ο κόσμος βόλτα και να απολαμβάνει, εκτός από τους ποδηλατοδρόμους που ήδη υπάρχουν, στα πολλά -δωρεάν για όλους- μουσεία της Μπογκοτά τα αριστουργήματα του Φερνάντο Μποτέρο στο πανέμορφο ιστορικό κέντρο.

Την ίδια εβδομάδα που στην άλλη άκρη της χώρας, μέσα σε έναν παράδεισο, πραγματικά, στα σύνορα με τον Ισημερινό, σε μια άλλη φτωχογειτονιά μιας άλλης πόλης που δεν μπορούμε να γράψουμε γιατί όπως μας εξήγησαν με το ίντερνετ είναι όλα πια προσβάσιμα, κάθεσαι σε ένα μικροσκοπικό σπίτι -στο πάτωμα γιατί τα έπιπλα είναι μία καρέκλα και ένα κρεβάτι- και ακούς μια κοπέλα να σου εξηγεί ότι ζει εκεί κρυμμένη με το ένα της παιδί. Και επιβιώνει χάρη στη βοήθεια μιας οργάνωσης -εδώ της Accion Contra El Hambre,

Δράση Ενάντια στην Πείνα στα ελληνικά- η οποία στηρίζει 80.000 ανθρώπους σε μόνιμη βάση και υποστηρίζεται επίσης από την ΕΕ. Με το ένα παιδί, ναι. Διότι το άλλο, η κόρη της, δολοφονήθηκε μαζί με τον άντρα της, μπροστά της, στην πόλη τους. Από τα καρτέλ που πια έχουν συνενωθεί με τις ένοπλες ομάδες και δεν ξέρει κανείς ποιος είναι τι.

Καλλιεργείς κόκα ή πεθαίνεις

Δολοφονήθηκε όπως μερικές εκατοντάδες άλλοι τοπικοί παράγοντες από τότε που «τέλειωσε» ο εμφύλιος, διότι η παράλληλη αυτή εξουσία δεν θέλει να υπάρχει οργάνωση των ανθρώπων για να μπορεί να τους εκβιάζει πιο εύκολα. Και όποιος κάνει κάτι κοινωφελές, στοχοποιείται και διαφεύγει ή δολοφονείται. Ο εκβιασμός αφορά συνήθως την καλλιέργεια κόκας στα κτήματα -τις αυλές- αυτών των ανθρώπων οι οποίοι υποχρεώνονται να ξεριζώνουν τις άλλες τους καλλιέργειες και να τη φυτεύουν, κάτι που τους κάνει στόχο και για τις αρχές. Να πηγαίνεις, λ.χ., για να συναντήσεις έναν τέτοιο άνθρωπο, έναν τοπικό ηγέτη, πτυχιούχος κι αυτός, που κρύβεται σε μια άλλη πόλη και στον δρόμο να βλέπεις κατά λάθος σε ένα σπίτι, από μια πόρτα ανοιχτή, μια οικογένεια να… πακετάρει την πραμάτεια.

Έτσι με βρήκαν, να σας δείξω;

Αυτό το ζεις την ίδια εβδομάδα, στην ίδια χώρα με τον Μπίλι, στην ίδια χώρα με τα πλήθη των τουριστών της Καραϊβικής στην Cartagena με τα πεντάστερα και με μερικές από τις ωραιότερες παραλίες του πλανήτη, στην ίδια χώρα στην οποία σε ένα άλλο σπίτι, εκεί κοντά στα σύνορα με τον Ισημερινό στην αρχή του παραδείσου του Αμαζονίου, συναντάς έναν άλλον άνθρωπο ο οποίος επιβιώνει. Οριακά. Κάποιον που θεωρήθηκε λόγω συγγένειας με έναν του στρατού… ένοχος από τους αντάρτες, τον σταμάτησαν στον δρόμο, τον κατέβασαν από τη μηχανή και του έκοψαν το χέρι. Οι περαστικοί τον βρήκαν, κάποιος τον έβγαλε και βίντεο. Μας το έδειξε. Και ζει διότι από τότε που αποτάθηκε στη δικαιοσύνη, χωρίς ιδιαίτερη ελπίδα κιόλας, τον κυνηγούν για να τον σκοτώσουν. 

Η αξιοπρέπεια και το χαμόγελο

Την ίδια εβδομάδα, στην ίδια χώρα που θαύμαζες, λ.χ., τον πολιτισμό και την ευγένεια των ανθρώπων, μορφωμένων στο αχανές βιβλιοπωλείο του Ιδρύματος Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες ή αγράμματων σε μια άλλη «μυστική» τοποθεσία κάπου νότια οι οποίοι άνοιγαν την κρυψώνα τους για να σε δεχθούν με τα παιδιά τους και να σου ζητήσουν συγγνώμη που δεν είχαν καρέκλα για να κάτσεις.

«Καλώς ορίσατε στη γειτονιά Παράδεισος 1»

Ανθρώπων ακόμα που δεν έχαναν το χιούμορ τους παρότι έχασαν τα πάντα και ζουν με τη βοήθεια που μοιράζεται και από την ΕΕ μέσω των οργανώσεων και των εθελοντών και στην πόλη Μοκόα. Εκεί που το 2017 μια τεράστια κατολίσθηση έθαψε ένα μέρος της πόλης σκοτώνοντας εκατοντάδες ανθρώπους. Και οι οποίοι σου έλεγαν, όπως μια κυρία σε ένα μπακάλικο όταν της ζήτησα να τη φωτογραφίσω εξηγώντας τι ήμουν, ότι έπρεπε να τους λέμε ότι θα πάνε δημοσιογράφοι για να φτιαχτούν αν μη τι άλλο.

Και να γελάμε όλοι μαζί με την καρδιά μας ή καλύτερα ακουμπώντας στη δική τους. Άνθρωποι που δεν έχουν μπάνιο πια στο σπίτι, το οποίο διορθώθηκε επίσης με κονδύλια βοηθειών όπως-όπως και τραγουδούν στον δρόμο για το δημόσιο, υπαίθριο λουτρό της γειτονιάς πιο κάτω. Που σε ευχαριστούν γιατί χάρη σε αυτήν τη βοήθεια είχαν από τις πρώτες μέρες της καταστροφής καθαρό νερό και δεν πέθαναν από πείνα και αρρώστιες. Άνθρωποι που ξέρουν ότι για όσα υποφέρουν ο πλούσιος κόσμος δεν είναι άμοιρος ευθυνών, κάθε άλλο. Και αυτό δεν αφορά μόνο την κοκαΐνη. Αλλά ποτέ δεν στο δείχνουν.

Και είκοσι μέτρα πιο κάτω να περπατάς σε ένα γεφύρι, εκεί στην αρχή του Αμαζονίου, και να μην μπορεί να χωρέσει όλη αυτή η ομορφιά στο μυαλό σου. Πίσω σου η μισοκατεστραμμένη γειτονιά και μπροστά ένα από τα πιο όμορφα τοπία που έχεις δει. Στις χαριτωμενιές που έλεγα πριν στο Instagram είχε κάνει τρελά likes.

Ο ίδιος άνθρωπος είσαι

Για ντίλαρέ το λοιπόν στο μυαλό σου. Εσύ είσαι. Ο ίδιος άνθρωπος τα έκανε όλα αυτά. Κοίταξε στο πεζούλι που κάθεσαι, στα σύνορα Αμερικής και Μοναξιάς, τον εαυτό σου. Εσύ τα είδες όλα αυτά πιο πάνω και τα άλλα μετά. Την τελευταία μέρα; Που έκανες βόλτες στο όμορφο Ουσάκεν για να πάρεις κάτι, μην πας πίσω με άδεια χέρια και χάζευες τα bistro και τα καταστήματα μόδας;

Εσύ. Εσύ που στην Cartagena λίγο πιο κάτω από τις ορδές των τουριστών απέμεινες να κοιτάζεις τον πατέρα που ρώτησε πόσο έχει η εμπανάδα, χαμογέλασε και πήρε μόνο μία. Για να τη δώσει στο παιδί του δίπλα. Και σε κοίταξε με τα πιο χορτασμένα μάτια που είδες, σαν να σου έλεγε «εντάξει είμαι», χαμογελώντας.

Χαρά και ντροπή

Εσένα που σου είχαν λυθεί τα πόδια στις οδούς Αμερικής και Μοναξιάς, που ένιωθες ο τελευταίος των ανθρώπων όταν αντίκριζες όλα αυτά που είδες σε μία και μόνο βδομάδα, νιώθοντας πότε χαρά γιατί βρισκόσουν ίσως στο πιο υπέροχο μέρος που επισκέφθηκες και πότε ντροπή. Γιατί τον ίδιο λόγο. Πότε λύπη, γιατί έβλεπες όλη αυτήν την ευτυχία και τη δυστυχία στις ίδιες εικόνες και πότε λίγη ηρεμία όταν η λογική σε βοηθούσε να σκεφτείς ότι είσαι απίστευτα τυχερός.

Τυχερός που το έζησες και μπορεί κάποτε να το χρησιμοποιήσεις για να σκεφτείς το αληθινό νόημα της ζωής και πώς να μην ξοδεύεις όση σου απέμεινε. Τυχερός γιατί μπορείς να πας πίσω και να τα γράψεις.

Για να καταλήξεις εκεί που πρέπει. Ότι δεν μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο, αλλά πρέπει να προσπαθούμε. Και πως χάρη σε αυτήν την προσπάθεια είναι που υπάρχει βοήθεια κι ας μην φτάνει σε όλους. 

Και εκεί καταλαβαίνεις…

Το πόσο σημαντική είναι το καταλαβαίνεις όταν περπατάς με τους εθελοντές σε γειτονιές που δεν τολμά να περπατήσει ξένος κανείς και ξαφνικά όλοι βγαίνουν για να τους μιλήσουν και να τους ευχαριστήσουν για τα ελάχιστα που μπορούν να τους δώσουν από τη βοήθεια. Κάπου εκεί είναι που παίρνεις τα πόδια σου, σηκώνεσαι από το πεζούλι, παίρνεις μια βαθιά ανάσα και προχωράς.

Εδώ ξεκίνησα, λοιπόν, εδώ τελειώνω. Το ψιλόβροχο μοιάζει με κατακλυσμό πάνω από το κεφάλι μου ακόμα. Κι όμως, τίποτα δεν έχει καθαρίσει.

Έχει άλλα η βροχή, άνθρωπέ μου. Πολύ πιο σοβαρά από τα δικά σου, τα ασήμαντα. Έξω από τον δικό σου μικρόκοσμο απλώνεται ένα Σύμπαν. Για μαζέψου…

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Η βοήθεια αυξάνεται συνεχώς, αλλά…

Πρόσφυγες από τη Βενεζουέλα περιμένουν να εξεταστούν στο χρηματοδούμενο από την Ε.Ε. Κέντρο Αρωγής Μεταναστών στην Μπογκοτά. © European Commission / Nadège Mazars

Πάνω από 241 εκατομμύρια ευρώ διέθεσε η ΕΕ μέχρι σήμερα για ανθρωπιστική βοήθεια στην Κολομβία από το 1994. Μόνο το 2018 δόθηκαν 9,6 εκατομμύρια, ενώ στις 6 Ιουνίου ο αρμόδιος επίτροπος Χρήστος Στυλιανίδης, ο οποίος πέρσι είχε περάσει αρκετές μέρες εκεί και ειδικά στα σύνορα με τη Βενεζουέλα για να δει την κατάσταση, ανακοίνωσε ότι εξασφαλίστηκαν άλλα έξι εκατομμύρια. Παρόλο που ο Χρήστος Στυλιανίδης έχει καταφέρει -όπως ο πρόεδρος της Κομισιόν Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ και άλλοι αξιωματούχοι έχουν πει- να πείσει για τη σημασία της βοήθειας και πέτυχε τη μεγάλη αύξησή της σε πολλά επίπεδα -ειδικά στην εκπαίδευση σε συνθήκες κρίσης από το 1% στο 10%- είναι ξεκάθαρο πως δεν μπορεί ούτε η ΕΕ ούτε και κάποιος άλλος να αλλάξει τα δεδομένα. Από την άλλη, όμως, αυτό που καταλαβαίνει κανείς βλέποντάς τα όλα αυτά από κοντά είναι το πόσοι άνθρωποι βοηθιούνται ήδη αλλά και μπορούν να βοηθηθούν ακόμα. Αρκεί και εμείς να δούμε τι γίνεται, να το μεταφέρουμε και να πιέσουμε. Η ΕΕ τέλος κατέληξε πρόσφατα σε συμφωνία για τη λειτουργία ειδικής υπηρεσίας και στο Καράκας της Βενεζουέλας προκειμένου να διοχετεύει την πρόσθετη βοήθειά της -117 εκατομμύρια ευρώ μόνο για το 2018-19, όπως είχε ανακοινώσει ο επίτροπος- στη χώρα.