POWERED BY

Φόρμα αναζήτησης

Αμερικανικές εκλογές: Η υπερδύναμη σε αναζήτηση ταυτότητας



Του Γεώργιου Ιωάννου*

Κάτι περισσότερο από τρεις μήνες έχουν απομείνει για την 59η προεδρική εκλογή των ΗΠΑ που θα διεξαχθεί την Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2020. Μια σειρά δημοσκοπήσεις που έχουν πραγματοποιηθεί το τελευταίο διάστημα παρουσιάζουν τον υποψήφιο των Δημοκρατικών, Τζο Μπάιντεν, ως φαβορί, αφού φαίνεται να προηγείται του Ρεπουπλικανού Προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ, με δέκα περίπου μονάδες στην πρόθεση ψήφου σε εθνικό επίπεδο.

Την ίδια ώρα ο Πρόεδρος Τραμπ εμφανίζεται να αντιμετωπίζει προβλήματα σε πολλές, από τις πολιτείες-κλειδιά που ο ίδιος είχε κερδίσει το 2016 και οι οποίες του έδωσαν τη δυνατότητα να ανατρέψει τα τότε προγνωστικά και να διαμορφώσει πλειοψηφία 306 – 232 έναντι της Χίλαρι Κλίντον στο Κολλέγιο των Εκλεκτόρων το 2016, παρόλο που έχασε στη λαϊκή ψήφο με 46 – 48%. Συγκεκριμένα, πολιτείες όπως το Οχάιο, η Πενσιλβάνια, η Φλόριντα, το Μίσιγκαν, ακόμη και το Τέξας βρίσκονται στο στόχαστρό του 78χρονου πρώην αντιπροέδρου, επί προεδρίας Ομπάμα, και επί 36 χρόνια Γερουσιαστή από την πολιτεία του Ντέλαγουερ, Τζο Μπάιντεν, ο οποίος φιλοδοξεί να καταστεί ο γηραιότερος Πόεδρος στην Ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών.

Και όμως η εικόνα αυτή ήταν πολύ διαφορετική πριν από μερικούς μήνες.

Στις αρχές του έτους που διανύουμε η κυβέρνηση του Προέδρου Τραμπ, είχε να επιδείξει σημαντική βελτίωση στους δείκτες της οικονομίας της χώρας, με τα ποσοστά απασχόλησης να είναι εντυπωσιακά υψηλά, ενώ στις 28 Ιανουαρίου παρουσίασε το ειρηνευτικό του σχέδιο για τη Μέση Ανατολή και την επίλυση της ισραηλινο-παλαιστινιακού ζητήματος, κάνοντας λόγο για «μια ρεαλιστική λύση δύο κρατών», δείχνοντας τη φιλοδοξία του για να αφήσει το στίγμα του στη διεθνή πολιτική σκηνή. Την ίδια ώρα, και ενώ ο Πρόεδρος Τραμπ έπαιζε χωρίς αντίπαλο στο χώρο των Ρεπουπλικανών και της ευρύτερης αμερικανικής δεξιάς, στις προκριματικές εκλογές των Δημοκρατικών επικρατούσε χάος με τον αριστερόστροφο και αυτοαποκαλούμενο, Δημοκράτη Σοσιαλιστή, Γερουσιαστή Μπέρνι Σάντερς να μπαίνει εντυπωσιακά στην εσωκομματική διαδικασία και να κερδίζει τις δυο από τις πρώτες τρεις πολιτείες, ενώ ο Μπάιντεν φαινόταν να μην καταφέρνει να μετουσιώσει σε πράξη το στάτους του φαβορί που του είχε αποδοθεί προεκλογικά.

Αλλαγή των ισορροπιών

Όλα αυτά όμως άλλαξαν απότομα τον Μάρτιο. Υπό τον κίνδυνο του να πάρει το χρίσμα ο, για πολλούς ακραίος, Μπέρνι Σάντερς, και έχοντας στο πίσω μέρος του μυαλού πως ο Ντόναλντ Τραμπ, άλωσε ουσιαστικά την αντίστοιχη εσωκομματική διαδικασία του Ρεπουμπλικανικού κόμματος το 2016, ο πυρήνας του κόμματος των Δημοκρατικών συνασπίστηκε γρήγορα γύρω από τον Τζο Μπάιντεν. Οι ισορροπίες άλλαξαν και ο Μπάιντεν άρχισε να σημειώνει τη μια νίκη μετά την άλλη. Ταυτόχρονα η πανδημία του κορωνοϊού είχε ήδη κάνει την εμφάνισή της στις ΗΠΑ.

Ο Πρόεδρος Τραμπ αρνήθηκε όμως να πιστέψει στο μέγεθος της απειλής του κορωνοϊού. Αντίθετα, αναλώθηκε σε επικοινωνιακές ενέργειες που στόχευαν στον κατευνασμό των ανησυχιών του κόσμου, αλλά και δημόσιους διαξιφισμούς με τους κυβερνήτες των διάφορων πολιτειών σχετικά με τα μέτρα που έπρεπε να παρθούν για την αντιμετώπιση της κατάστασης, Παράλληλα χιλιάδες υποστηρικτές του ξεχύνονταν στους δρόμους προκειμένου να διαμαρτυρηθούν για την επιβολή του αναπόφευκτου lockdown, το οποίο εκτόξευσε την ανεργία στο 15%, αφού περίπου 30 εκατ. άνθρωποι έχασαν τη δουλειά τους. Την ίδια ώρα, ως αποτέλεσα των κακών χειρισμών της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, αλλά και της έλλειψης συντονισμού με τις πολιτείες, η χώρα καταγράφει αρνητική πρωτιά στην διαχείριση της πανδημίας με πάνω από 3,7 εκατομμύρια κρούσματα και περίπου 140.000 νεκρούς.

Φαντάσματα του παρελθόντος

Σε αυτό το σκηνικό προστέθηκε και η δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ στη Μινεάπολη η οποία προκάλεσε μαζικό ξεσηκωμό σε όλα τα μήκη και πλάτη της Αμερικής, πυροδοτώντας παράλληλα τον μεγαλύτερο κύκλο κινητοποιήσεων γύρω από τα θέματα του ρατσισμού και της αστυνομικής βίας από τη δεκαετία του 1960 και επαναφέροντας το διαχρονικό θέμα των φυλετικών διακρίσεων που εξακολουθούν να υπάρχουν ανάμεσα στην αμερικανική κοινωνία. Στη σκιά μάλιστα των μαζικών διαδηλώσεων που σάρωσαν τις μεγαλουπόλεις της Αμερικής, έχουν πυκνώσει οι φωνές εκείνων που θεωρούν πως ο Τζο Μπάιντεν επιβάλλεται να επιλέξει για αντιπρόεδρό του μια γυναίκα που να προέρχεται από την αφροαμερικάνικη κοινότητα, με την Γερουσιαστή της Καλιφόρνια, Καμάλα Χάρις, να παρουσιάζεται προς το παρόν ως το μεγάλο φαβορί.

Πόσο όμως θα βοηθήσει η επιλογή αυτή στην επικράτηση του τον Νοέμβριο;

Είναι δεδομένο, με βάση την ανάλυση προηγούμενων εκλογικών αναμετρήσεων, οι Δημοκρατικοί θα πάρουν το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος τόσο των ψήφων που αναλογούν στους Αφροαμερικάνους, όσο επίσης και των ισπανόφωνων/Λατίνων, ενώ στον αντίποδα οι Ρεπουπλικάνοι έχουν σημαντικό προβάδισμα στους λευκούς του αμερικανικού νότου, όπου η επιρροή της Ευαγγελικής Εκκλησίας παραμένει ιδιαίτερα σημαντική.

Είναι λοιπόν εμφανές πως οι ΗΠΑ παραμένουν μια χώρα των μεγάλων αντιθέσεων. Ο Πρόεδρος Τραμπ είναι αντιμέτωπος με μια χώρα διαιρεμένη την οποία δεν έχει πείσει ακόμη ούτε ότι μπορεί, αλλά ούτε και ότι θέλει να ενώσει. Το 2016 εξελέγη Πρόεδρος κυρίως εξαιτίας της απήχησης των λαϊκίστικων απόψεών του σε απογοητευμένα τμήματα της λευκής εργατικής τάξης. Σήμερα, όμως η διχαστική και λαϊκίστικη ρητορική του φαίνεται να τον αποξενώνει από ένα σημαντικό κομμάτι δυνητικών ψηφοφόρων, πολλοί εκ των οποίων τον είχαν στηρίξει πριν από τέσσερα χρόνια. Αναμφίβολα έχουμε αρκετό δρόμο μπροστά μας μέχρι τις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου. Οι περισσότεροι αναλυτές, όμως, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού φαίνεται να συμφωνούν πως, εάν ο Τραμπ χάσει τελικά τις εκλογές, αυτό θα είναι επειδή απέτυχε στα δύο ζητήματα που πραγματικά απασχολούν τους ψηφοφόρους που τον είχαν ψηφίσει το 2016. Την κατάσταση της οικονομίας, για την οποία περηφανευόταν μέχρι πριν από μερικούς μήνες και τη διαχείριση της πανδημίας του κορωνοϊού.

*Πολιτικός αναλυτής, διεθνολόγος

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.