Φόρμα αναζήτησης

Μακεδονικό:Η επόμενη μέρα για ελληνική εξωτερική πολιτική και Κύπρο

Του Νεόφυτου Λοϊζίδη*

Θα μπορούσε η κυπριακή ηγεσία να υιοθετήσει τη Συμφωνία των Πρεσπών ή ακόμη να προχωρήσει ένα βήμα πιο μπροστά σε μια καινούργια τριμερή διάσκεψη αυτή τη φορά με την κυβέρνηση της Βόρειας Μακεδονίας; Η Κύπρος έχει πολλά να κερδίσει αλλά και να μάθει από τη συμφωνία των Πρεσπών ως μοντέλο επίλυσης διεθνών διαφορών. Με την ολοκλήρωση της συμφωνίας η Ελλάδα καθιερώνεται ως ο σημαντικότερος σύμμαχος της διεθνούς κοινότητας στην περιοχή. Σε αντίθεση με το παρελθόν, προβάλλει προς τα έξω έναν μηχανισμό επίλυσης διαφορών που πρωταρχικά κατοχυρώνει τα ιστορικά δικαιώματα των Ελλήνων της Μακεδονίας αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί ένα θετικό προηγούμενο για άλλα θέματα εξωτερικής πολιτικής όπως το Κυπριακό. Η μεγάλη χώρα, δηλαδή η Ελλάδα, συμπεριφέρεται ως ισότιμη προς τη μικρότερη. Δεν προσπαθεί να την εξευτελίσει ή να την περιθωριοποιήσει επιβάλλοντάς της μια ετεροβαρή συμφωνία αλλά αντίθετα αποδέχεται την αρχή για αμοιβαίες υποχωρήσεις και τον διαιτητικό ρόλο του Διεθνούς Δικαστηρίου στη Χάγη.

Κάποιος αντιλαμβάνεται γιατί σε κάποιο βαθμό ένας Έλληνας, ειδικά Μακεδόνας, μπορεί να αισθάνεται ότι έγινε ένας δύσκολος συμβιβασμός ή να κατακρίνει με πάθος τη συμφωνία. Θα μπορούσε σίγουρα η Συμφωνία των Πρεσπών να πάρει άλλη μορφή και ίσως αυτό να είναι ακόμη πιθανό μετά την επικύρωσή της κι αφού επικρατήσει η εμπιστοσύνη μεταξύ των δύο λαών. Σχεδόν πάντα οι ειρηνευτικές συμφωνίες αναβαθμίζονται και προσαρμόζονται σε νέες συνθήκες. Αντίθετα χωρίς τη συμφωνία ο όρος Μακεδονία θα μονοπωλείται αποκλειστικά από τους γείτονες με βάση διεθνείς αντιλήψεις για το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού. Η περίπτωση Κίνας-Ταϊβάν είναι πολύ καλό αντιπαράδειγμα. Αν ήθελε μια ελληνική κυβέρνηση να ανατρέψει τις μαζικές πλέον αναγνωρίσεις θα μπορούσε να επέλεγε το μοντέλο της Κίνας, να διακόπτει δηλαδή διπλωματικές σχέσεις με τις χώρες αυτές. Η διαφορά όμως σε αυτή την εξαιρετικά ριψοκίνδυνη πολιτική είναι ότι θα κατέληγε δυνητικά η Ελλάδα ως Ταϊβάν.

Μακεδονικό και Κυπριακό ως συγκοινωνούντα δοχεία

Οι αντιδράσεις εναντίον της συμφωνίας επίσης δείχνουν άγνοια των βασικών κανόνων των διεθνών σχέσεων αλλά και μονομερή γνώση της πολυσύνθετης ιστορίας των Βαλκανίων, ιδιαίτερα των σκοτεινών πλευρών και της ελληνικής πολιτικής στον χώρο της ευρύτερης Μακεδονίας, με οκτώ διαφορετικές πολεμικές διενέξεις μέσα σε έναν αιώνα. Όπως και στην περίπτωση του Κυπριακού η μη συμφωνία θα στερούσε ιστορικά δικαιώματα από τους κατοίκους της ελληνικής Μακεδονίας όπως αυτό φαίνεται από τις μέχρι τώρα μαζικές διεθνείς αναγνωρίσεις της χώρας ως Δημοκρατία της Μακεδονίας.

Μακεδονικό και Κυπριακό είναι σε μεγάλο βαθμό συγκοινωνούντα δοχεία. Δεν χρειάζεται κάποιος να έχει ιδιαίτερες γνώσεις γεωπολιτικής για να αντιλαμβάνεται ότι μια χώρα δεν μπορεί να έχει πολλαπλά ανοιχτά μέτωπα σύγκρουσης. Η επιχειρηματολογία στο Μακεδονικό ερχόταν συχνά σε αντίθεση με διαχρονικές θέσεις ή επιδιώξεις στο Κυπριακό. Χωρίς τη συμφωνία για παράδειγμα θα είναι πολύ πιο δύσκολο η Ελλάδα να επικαλεστεί το επιχείρημα ότι η Τουρκία παραβιάζει το διεθνές δίκαιο, την ίδια ώρα που η Ελλάδα θα φαίνεται αντίθετη με αποφάσεις διεθνών δικαστηρίων στο Μακεδονικό. Αξίζει να σημειωθεί επίσης η αναφορά του Θόδωρου Σκυλακάκη, συμβούλου του πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, στο βιβλίο του για το Μακεδονικό (σ. 161) όπου αναφέρεται στις επιπτώσεις της ελληνικής απομόνωσης για το Κυπριακό. Συγκεκριμένα αναφέρει τη «μυστική συμφωνία» Μητσοτάκη στις 6-7-1992 με την Ευρωπαϊκή Ένωση για παροχή οικονομικής βοήθειας στην Τουρκία ύψους 600 εκατομμυρίων με αντάλλαγμα την αναβολή στη λήψη απόφασης για το θέμα των Σκοπίων.

Με άλλο αέρα στην Άγκυρα

Όσον αφορά πάλι την Τουρκία, είναι ενδιαφέρον ότι ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας θα κάνει ίσως την πρώτη του επίσημη επίσκεψη μετά την έγκριση της Συμφωνίας των Πρεσπών στην Άγκυρα στις 5-7 Φεβρουαρίου. Σημειολογικά, και όχι μόνο, η επίσκεψη αυτή δείχνει τη νέα αυτοπεποίθηση της ελληνικής διπλωματίας σε μια περίοδο αστάθειας διεθνώς αλλά και έντονης οικονομικής κρίσης στην ίδια την Τουρκία. Μπορεί πλέον πιο πειστικά η Ελλάδα και κατ’ επέκταση η Κύπρος να προβάλουν ένα διαφορετικό μοντέλο επίλυσης διαφορών και με την Τουρκία. Ακόμα κι αν αυτό αποτύχει, με τη Συμφωνία των Πρεσπών η Ελλάδα είναι πιο ενδυναμωμένη, σε μια μελλοντική κρίση στο Αιγαίο ή στην ανατολική Μεσόγειο. Μια σύντομη αναδρομή στις ελληνοτουρκικές σχέσεις των τελευταίων 200 χρόνων μάς δείχνει ξεκάθαρα ότι οι συμμαχίες με τις δυτικές δυνάμεις αποτελούσαν την καλύτερη αποτρεπτική δύναμη σε περιόδους κρίσεων. Αυτό γιατί από τη μία η Τουρκία θα χρειάζεται να είναι αρκούντως επιφυλακτική αφού τα ίδια τα ένστικτα αυτοσυντήρησής της δεν της επιτρέπουν να συγκρουστεί με τον δυτικό κόσμο και να υποστεί τεράστιες συνέπειες όπως τις αντιλαμβάνεται η ίδια (σύνδρομο των Σεβρών).

Τα σύνδρομα των Σεβρών και της Ζυρίχης

Η Συμφωνία των Πρεσπών σπάζει ένα άλλο σύνδρομο το οποίο ξεκίνησε από την αποτυχία της Ζυρίχη στην Κύπρο και κυριαρχεί τα τελευταία 70 χρόνια στην περιοχή μας (το σύνδρομο της Ζυρίχης). Η Ζυρίχη οδήγησε ηγέτες σε θέσεις ευθύνης στο να είναι αντιπαραγωγικά επιφυλακτικοί όσον αφορά τη στάση τους σε ειρηνευτικές διαδικασίες. Μετά το 1960 τόσο η Ελλάδα όσο και η Τουρκία δεν προχώρησαν σε οποιαδήποτε ειρηνευτική συμφωνία. Οι δύο χώρες, αν και είχαν πολλά προβλήματα μεταξύ τους και σχεδόν με όλους τους γείτονές τους, δεν εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία μιας επωφελούς ειρηνευτικής διαπραγμάτευσης για την ευρύτερη περιοχή. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο διαμεσολαβητής των Ηνωμένων Εθνών για το Μακεδονικό Μάθιου Νίμιτς είχε προϋπηρετήσει στο Κυπριακό. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν οι προτάσεις για την Αμμόχωστο το 1978. Θα μπορούσαν οι ιδέες Νίμιτς να αξιοποιηθούν αμέσως, ιδιαίτερα η ρύθμιση για παράλληλη χρήση μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης με τις επίσημες διαπραγματεύσεις και συγκεκριμένα για επιστροφή των κατοίκων της Αμμοχώστου κι άλλων μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης ασχέτως της έκβασης των τελικών διαπραγματεύσεων.

* Καθηγητή Πανεπιστημίου Κεντ

 

 

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.