Φόρμα αναζήτησης

Βραβείο Ειρήνης στον φωτογράφο Σεμπαστιάο Σαλγάδο

Μεταξύ των σημαντικότερων φωτογραφιών του Σεμπαστιάο Σαλγάδο είναι οι εικόνες των ανθρακωρύχων στη Βραζιλία, των λιμοκτονούντων στο Νίγηρα και των προσφύγων πολέμου στο Κονγκό. Ενώ μέχρι σήμερα ο ίδιος φωτογράφιζε τους ανθρώπους ως θύματα, πλέον ο Σαλγάδο δεσμεύεται για τη διατήρηση της φύσης. Ακόμη και πριν από την τελετή απονομής του βραβείου στις 20 Οκτωβρίου, ο Σαλγάδο απηύθυνε έκκληση στους συγχρόνους του να προστατέψουν το περιβάλλον: «Η καταστροφή του περιβάλλοντος μπορεί να ανασταλεί» δήλωσε ο 75χρονος σε συνέντευξή του στο Γερμανικό Πρακτορείο Ειδήσεων. Συνεχίζοντας είπε ότι «έχουμε αρκετούς πόρους, τεχνογνωσία και τεχνολογία για να ξαναχτίσουμε αυτό που καταστρέψαμε».

Η Μάργκοτ Κλίνγκσπορν, επικεφαλής του φωτογραφικού πρακτορείου Φόκους στο Αμβούργο, χαρακτήρισε το Σαλγάδο «μεγάλη προσωπικότητα και ανθρωπιστή». Σε δηλώσεις της στη Deutsche Welle χαρακτήρισε το βραζιλιάνο φωτογράφο ως «έναν θαρραλέο και αφοσιωμένο άνθρωπο, στον οποίο η εργασιακή ηθική συμπίπτει με την προσωπική ηθική».

Η δουλειά του

Επισκέπτρια σε έκθεση του Σαλγάδο στο Βερολίνο

Η φωτογραφική ματιά του Σαλγάδο για τον κόσμο και τους κατοίκους του κέρδισε έγκαιρα την αναγνώριση. Το 1973 άρχισε να δουλεύει ως ανεξάρτητος φωτορεπόρτερ και να κάνει τα δικά του φωτορεπορτάζ. Από το 1974 εργάστηκε για το γαλλικό πρακτορείο φωτογραφιών «Sygma», ενώ ταξίδεψε στην Πορτογαλία, την Αγκόλα και τη Μοζαμβίκη. Στη συνέχεια, δούλεψε για το πρακτορείο φωτογραφιών «Gamma», κάνοντας φωτογραφικές δουλειές από την Αφρική, την Ευρώπη και τη Λατινική Αμερική. Το 1979 έγινε δεκτός στο διάσημο φωτογραφικό πρακτορείο Magnum.

Ο Σαλγάδο ειδικεύτηκε στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες. Στα μακροπρόθεσμης διάρκειας έργα του στοχεύει να δείξει τη ζωή των ανθρώπων στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, κυρίως στις αναπτυσσόμενες χώρες. Έτσι, στη δεκαετία του ’80 εξέτασε στο πρότζεκτ του «Εργάτης» το μέλλον της εργασίας. Από αυτήν τη δουλειά του προέκυψαν εικονογραφημένα βιβλία και εντυπωσιακές περιοδεύουσες εκθέσεις.

Διάσημο έγινε, για παράδειγμα, το φωτορεπορτάζ του από το 1986 σχετικά με τους εργάτες στο βραζιλιάνικο χρυσωρυχείο Σέρα Πελάδα, στο οποίο οι συνθήκες εργασίας έμοιαζαν μεσαιωνικές. Ο Σαλγάδο τιμήθηκε με βραβεία για πολλά από τα έργα του. Σήμερα είναι μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας Τεχνών και Επιστημών και από το 2016 της Γαλλικής Ακαδημίας Καλών Τεχνών.

Ο αντίλογος

Ο φωτογράφος με τη γυναίκα του σε έκθεσή του με θέμα τις συνθήκες εργασία στο χρυσωρυχείο Σέρα Πελάδα

Ο φωτογράφος με τη γυναίκα του σε έκθεσή του με θέμα τις συνθήκες εργασία στο χρυσωρυχείο Σέρα Πελάδα

Αρκετοί συνάδελφοί του φωτογράφοι και πολιτιστικοί επιστήμονες τον κατέκριναν και τον κατηγόρησαν ότι «σκηνοθετεί» θέματα, όπως η καταστροφή του περιβάλλοντος και η εκμετάλλευση. Η καθηγήτρια φωτογραφίας Ελίζαμπεθ Νόιντορφελ από τη γερμανική πόλη Έσσεν δήλωσε στο γερμανικό ραδιόφωνο ότι «η ματιά του Σαλγάδο για τον κόσμο ήταν οπισθοδρομική. Φωτογραφίζει πιγκουίνους με τον ίδιο τρόπου που φωτογραφίζει τους εργάτες στα ορυχεία». Το Ινστιτούτο Πολιτισμικών Σπουδών στο Έσσεν χρησιμοποίησε, μάλιστα, αυτή τη διαφωνία γύρω από το όνομα του Σαλγάδο ως θέμα για συζήτηση στρογγυλής τραπέζης.

Ωστόσο, ο ίδιος σε πρόσφατη συνέντευξή του στο Γερμανικό Πρακτορείο Ειδήσεων δήλωσε ότι «ανακάλυψα ότι δεν υπάρχουν μόνο άνθρωποι σε αυτόν τον πλανήτη. Προηγουμένως, φωτογράφιζα μόνο ανθρώπους. Αλλά μετά ανακάλυψα τα μυρμήγκια, τα πουλιά, τους πίθηκους, τους κροκόδιλους. Είναι όλα τόσο σημαντικά για τον πλανήτη». Ο ίδιος θεωρεί ότι μία εικόνα μόνη της δεν αρκεί για να αλλάξει την κατάσταση, αλλά μπορεί να γίνει μέρος ενός κινήματος, και σε συνδυασμό με ένα κείμενο να επηρεάσει τις αποφάσεις των κυβερνήσεων και των οργανισμών.

Να σημειώσουμε ότι πέρυσι το Βραβείο Ειρήνης των Γερμανών εκδοτών απονεμήθηκε στους γερμανούς πολιτιστικούς επιστήμονες Αλέιδα και Γιάν Άσμαν. Γενικότερα, μεταξύ των βραβευθέντων συγκαταλέγονται συγγραφείς όπως η Μάργκαρετ Άτγουντ, η Σούζαν Σόνταγκ, ο Νταβίντ Γκρόσμαν, ο Ναβίντ Κερμάνι, ο Τζάρον Λάνιερ, η Κάρολιν Έμκε αλλά και ο ζωγράφος Άνσελμ Κίφερ.

Στέφαν Ντέγκε

Επιμέλεια: Μαγδαληνή Γκόγκου