Φόρμα αναζήτησης

Παγκόσμια Ημέρα κατά της Ηπατίτιδας: Οι περισσότεροι ασθενείς δεν γνωρίζουν ότι πάσχουν από την ασθένεια

Η Παγκόσμια Ημέρα κατά της Ηπατίτιδας καθιερώθηκε το 2004 από την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας για να ευαισθητοποιήσει κυβερνήσεις και πολίτες για την Ηπατίτιδα τύπου C, που απομονώθηκε το 1989 και αποτελεί ένα από κυριότερα προβλήματα της Δημόσιας Υγείας.

Σύμφωνα με στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, οι περισσότεροι ασθενείς με ηπατίτιδα βρίσκονται στο σκοτάδι, αφού 8 στους 10 δεν γνωρίζουν ότι πάσχουν από την ασθένεια. Δεν είναι τυχαίο ότι οι επιστήμονες έχουν ονομάσει την ηπατίτιδα «σιωπηλή νόσο» και αυτό γιατί τα συμπτώματα εμφανίζονται αρκετά χρόνια αργότερα, με αποτέλεσμα, εξαιτίας της καθυστερημένης διάγνωσης, πολλές φορές οι θεραπευτικές παρεμβάσεις να μην έχουν αποτέλεσμα.

Υπολογίζεται ότι το 2% του παγκόσμιου πληθυσμού έχει μολυνθεί από ηπατίτιδα C, που μεταδίδεται κυρίως με μετάγγιση και τα συμπτώματά της είναι ανορεξία, κόπωση, κατάθλιψη και πόνοι στην κοιλιά, στους μυς και στις αρθρώσεις.

Σε αντίθεση με την ηπατίτιδα Β, όπου μόνο το 5% μεταπίπτει σε χρόνια ηπατίτιδα, η τύπου C εξελίσσεται σε ποσοστό 80%. Η χρόνια ηπατίτιδα C είναι μια σοβαρή νόσος, που μπορεί να εξελιχθεί σε κίρρωση ή καρκίνο του ήπατος.

Τι είναι η ηπατίτιδα;
Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ), η ηπατίτιδα είναι μία φλεγμονή του ήπατος, η πιο κοινή αιτία της οποίας είναι λοίμωξη από έναν από τους 5 ιούς ηπατίτιδας Α, B, C, D και Ε.

Η ηπατίτιδα μπορεί να είναι είτε οξεία νόσος είτε χρόνια. Η οξεία νόσος εμφανίζεται λίγες εβδομάδες μετά τη μετάδοση του ιού και συνήθως περνάει από μόνη της σε λίγους μήνες (χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η ηπατίτιδα Α). Περιλαμβάνει συμπτώματα που μπορεί να διαρκέσουν αρκετές εβδομάδες όπως κίτρινο χρωματισμό του δέρματος και των ματιών (ίκτερος), υπέρχρωση ούρων, υπερβολική κόπωση, ναυτία, έμετο και πόνο στην κοιλιά.

Οι ασθενείς με χρόνια λοίμωξη, η οποία συνήθως προκαλείται από τους ιούς της ηπατίτιδας Β, D και κυρίως της ηπατίτιδας C, διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο για ανάπτυξη κίρρωσης του ήπατος και ηπατοκυτταρικού καρκίνου, επιπλοκές που είναι υπεύθυνες για ένα εκατομμύριο θανάτους ετησίως.

Ηπατίτιδα Α
Η ηπατίτιδα Α προκαλείται από λοίμωξη με τον ιό ηπατίτιδας Α (HAV) και μεταδίδεται συχνά από μολυσμένη τροφή και νερό, ειδικά όταν δεν τηρούνται κανόνες υγιεινής. Η ασθένεια είναι ιδιαίτερα μεταδοτική κατά τη διάρκεια της επώασης, καθώς και για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την εμφάνιση των συμπτωμάτων.

Η ηπατίτιδα Α μπορεί να διαφέρει σε σοβαρότητα, αλλά συχνά είναι ήπιας μορφής κατά την παιδική ηλικία, ωστόσο μπορεί να είναι περισσότερο σοβαρή σε ανθρώπους πάνω από την ηλικία των 40. Συμπτώματα που μοιάζουν με γρίπη και ίκτερο (κίτρινο χρωματισμό του δέρματος και των ματιών) παρατηρούνται συχνά στους ενήλικες που έχουν λοίμωξη από HAV.

Σύμφωνα με τον ΠΟΥ, η ηπατίτιδα Α είναι διαδεδομένη νόσος σε όλον τον κόσμο, και καταγράφονται περίπου 1,5 εκατομμύρια νέα περιστατικά το χρόνο παγκοσμίως.

Ηπατίτιδα Β
Η ηπατίτιδα Β είναι μία από τις πιο σημαντικές ασθένειες της ανθρωπότητας και αποτελεί μείζον πρόβλημα για τη δημόσια υγεία σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι κύριες επιπτώσεις στη δημόσια υγεία είναι η αυξημένη νοσηρότητα και θνητότητα των ασθενών από την ηπατική νόσο και η διασπορά των ιών αυτών στο κοινωνικό τους περιβάλλον. Είναι γνωστό ότι σημαντικό ποσοστό των ασθενών με χρόνια ηπατίτιδα Β ή C καταλήγουν από επιπλοκές της χρόνιας λοίμωξης όπως κίρρωση του ήπατος, ηπατοκυτταρικό καρκίνο (HCC), ηπατική ανεπάρκεια και θάνατο εφόσον δεν τεθούν σε παρακολούθηση και δεν λάβουν ειδική αντιική αγωγή.

Η ηπατίτιδα Β μεταδίδεται με την επαφή αίματος και σωματικών υγρών από μολυσμένο άτομο, όπως ακριβώς μεταδίδεται ο ιός HIV. Ωστόσο ο ιός ηπατίτιδας Β είναι 50 με 100 φορές πιο μεταδοτικός από τον ιό HIV.

Οι βασικοί τρόποι μετάδοσης του ιού:

Από την μητέρα στο παιδί κατά τη γέννηση
Με μεταγγίσεις αίματος ή με χρήση σύριγγας που δεν έχει αποστειρωθεί
Με σεξουαλική επαφή

Σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων (European Centre for Disease Prevention and Control), το 2012 αναφέρθηκαν 17.329 περιστατικά ηπατίτιδας Β σε 29 χώρες της Ε.Ε. Οι ηλικιακές ομάδες που κινδυνεύουν περισσότερο είναι άτομα ηλικίας 15- 24 ετών και άτομα ηλικίας 25- 44 ετών. Οι άντρες έχουν δύο με τρεις φορές μεγαλύτερη πιθανότητα λοίμωξης από τις γυναίκες. Κατά την τελευταία δεκαετία, ο αριθμός περιστατικών ηπατίτιδας Β που αναφέρονται έχει μειωθεί σταδιακά, αλλά υπάρχουν ακόμη κάποιες διαφορές ανάμεσα στα κράτη-μέλη της Ε.Ε..

Στην Ευρώπη, ο ιός της ηπατίτιδας Β αναγνωρίζεται ως σεξουαλικώς μεταδιδόμενος.

Ωστόσο, υπάρχουν στοιχεία που δείχνουν ότι και άλλες παρεμβάσεις, όπως για παράδειγμα τα τατουάζ, μπορεί επίσης να αποτελέσουν πηγή λοίμωξης από τον ιό, αν δεν είναι αποστειρωμένα τα εργαλεία.

Ηπατίτιδα C
Η ηπατίτιδα C, είναι μία φλεγμονή του ήπατος, η οποία οφείλεται στον ιό HCV. Μεταδίδεται μέσω του αίματος και όχι με την κοινωνική επαφή. Οι περισσότεροι άνθρωποι που ζουν με ηπατίτιδα C δεν έχουν συμπτώματα και η διαδρομή της νόσου είναι ήπια.

Η πιο ευάλωτη ομάδα είναι οι χρήστες ενδοφλέβιων ναρκωτικών, λόγω της κοινής χρήσης συνέργων

Πώς μεταδίδεται;
Χρήση κοινών συνέργων στη χρήση ενδοφλεβίων ναρκωτικών
Σεξουαλική επαφή
Μετάγγιση αίματος ή παραγώγων του (πριν από το 1992)
Μεταμόσχευση μολυσμένου οργάνου στο παρελθόν
Ιατρικές ή παραϊατρικές πράξεις (ενέσεις, τατουάζ, τρύπημα σημείων του σώματος)
Κάθετη μετάδοση από μητέρα σε παιδί
Αξίζει να σημειωθεί πως η πλειοψηφία των ατόμων με οξεία ηπατίτιδα C δεν έχει κανένα σύμπτωμα. Ωστόσο οι περισσότεροι δεν κατορθώνουν να αποβάλλουν τον ιό και αναπτύσσουν στη συνέχεια χρόνια ηπατίτιδα C.

Η χρόνια ηπατίτιδα C οδηγεί συνήθως σε κίρρωση μέσα σε 20 χρόνια. Η ταυτόχρονη παρουσία ηπατίτιδας Β ή HIV λοίμωξης και η κατάχρηση αλκοόλ επιταχύνουν την εξέλιξη της νόσου.

Ηπατίτιδα D:
O ιός της ηπατίτιδας D (HDV) είναι ένας RNA-ιός, ο οποίος απαιτεί την παρουσία του ιού της ηπατίτιδας Β προκειµένου να πολλαπλασιαστεί. Εποµένως, η λοίµωξη HDV εµφανίζεται µόνο ως συλλοίµωξη µε HBV ή ως επιλοίµωξη σε έδαφος, δηλαδή χρόνιας ηπατίτιδας Β.

Ο ιός HDV µεταδίδεται διά του αίµατος ή άλλων υγρών σώµατος ενός µολυνθέντος ατόµου, όπως και ο ιός της ηπατίτιδας Β. Κάθετος µετάδοση, από µητέρα πάσχουσα σε νεογέννητο, είναι σπάνια. Περίπου 15.000.000 άνθρωποι ανά τον κόσµο πάσχουν από χρόνια συλλοίµωξη HDV και HBV. Ακόµη δεν υφίσταται αποτελεσµατικό εµβόλιο για την ηπατίτιδα D (HDV), όµως η ηπατίτιδα D µπορεί να προληφθεί µέσω εµβολιασµού για την ηπατίτιδα Β.

Η οξεία συλλοίµωξη HDV και HBV προκαλεί µια µέτρια προς σοβαρή ή ακόµη και κεραυνοβόλα ηπατίτιδα, αλλά η πλήρης ανάρρωση είναι συνήθης, ενώ η ανάπτυξη χρόνιας ηπατίτιδας D είναι σπάνια (<5%).

Η οξεία λοίµωξη HDV σε έδαφος χρόνιας HBV οδηγεί σε προοδευτική σοβαρή επιδείνωση της νόσου, σε όλες τις ηλικίες και σε 70%-90% των ασθενών. Η επιλοίµωξη HDV-HBV οδηγεί σε κίρρωση του ήπατος σχεδόν µια δεκαετία νωρίτερα σε σχέση µε τη µόνο λοίµωξη, µολονότι ο ιός HDV µειώνει τον πολλαπλασιασµό του ιού HBV.

Έως τώρα δεν υφίσταται ειδική θεραπεία για την ηπατίτιδα D. Τα κυκλοφορούντα αντιικά φάρµακα (νουκλεοτιδικά ανάλογα) για τη θεραπεία της HBV δεν έχουν σηµαντική επίδραση στην ηπατίτιδα D. H πεγκυλιωµένη ιντερφερόνη Α είναι το µόνο δραστικό φάρµακο για τη HDV, αλλά µετά το πέρας της θεραπείας παρουσιάζονται υψηλά ποσοστά υποτροπής.

Ηπατίτιδα Ε:
Η ηπατίτιδα Ε είναι ηπατική νόσος που προκαλείται από τον ιό της ηπατίτιδας Ε (HEV). Υπολογίζεται ότι ετησίως παγκοσµίως παρουσιάζονται περίπου 20.000.000 µολύνσεις µε HEV, εξ αυτών δε περίπου 16% (3.300.000 άτοµα) παρουσιάζουν συµπτώµατα οξείας ηπατίτιδας Ε. Ο WHO υπολογίζει ότι κατά το 2015 περίπου 44.000 θάνατοι πιθανώς οφείλονταν σε λοίµωξη HEV (κεραυνοβόλος).

Ο ιός HEV µεταδίδεται µέσω στοµατο-πεπτικής οδού, κυρίως µέσω µολυσµένου νερού. Τα περισσότερα κρούσµατα HEV παρουσιάζονται στην Ανατολική και τη Νότια Ασία. Έχει παραχθεί στην Κίνα εµβόλιο που προφυλάσσει από τη HEV, όµως δεν είναι διαθέσιµο ακόµη παντού. Κεραυνοβόλος οξεία HEV εµφανίζεται µε υψηλή συχνότητα κατά την κύηση. Έγκυοι γυναίκες 2ου και 3ου τριµήνου βρίσκονται σε κίνδυνο οξείας ηπατικής ανεπάρκειας, απώλειας του εµβρύου και θανάτου σε ποσοστό 20%-25%.

Χρόνια ηπατίτιδα Ε (HEV) έχει αναφερθεί σε ανοσοκατασταλµένους ασθενείς (µεταµοσχευθέντες ή άτοµα που λαµβάνουν ανοσοκατασταλτικά φάρµακα).

∆εν υφίσταται ειδικό αντιικό φάρµακο για τον ιό HEV. Μερική βοήθεια προσφέρει η χρήση του αντιικού RIBAVIRIN και η Ιντερφερόνη, σε µεµονωµένα περιστατικά. Η κυριότερη θεραπεία είναι η πρόληψη της νόσου και ιδιαίτερα στις ενδηµικές χώρες η ιδιαίτερη φροντίδα της ατοµικής υγιεινής και το καθαρό – ασφαλές πόσιµο νερό.