POWERED BY

Φόρμα αναζήτησης

Δρ Κ. Στυλιανίδης: Η διαβητογόνος δράση της εγκυμοσύνης



Μία στις είκοσι περίπου έγκυες γυναίκες μπορεί να εμφανίσει σακχαρώδη διαβήτη (ΣΔ) κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Η έγκαιρη διάγνωση είναι καθοριστική για την αποτελεσματική ρύθμιση του διαβήτη κύησης σε συνάρτηση και με τη συμμόρφωση της εγκύου στις οδηγίες των ειδικών για αποφυγή των επιπλοκών.

Ο δρ Κωνσταντίνος Στυλιανίδης, χειρουργός γυναικολόγος- μαιευτήρας, μιλώντας στον «Π» τόνισε ότι προτεραιότητες είναι η διασφάλιση της υγείας του εμβρύου/νεογνού και της εγκύου καθώς και η πρόληψη της εμφάνισης ΣΔ τύπου 2 στη γυναίκα κατά τη μετέπειτα ζωή της.

Τι ονομάζουμε διαβήτη κύησης, ποια είναι η συχνότητα εμφάνισής του και πώς εκδηλώνεται;
Σακχαρώδης διαβήτης (ΣΔ) κύησης ορίζεται η υδατανθρακική δυσανεξία που αναπτύσσεται ή για πρώτη φορά ανακαλύπτεται στη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Πολλές έγκυες με ΣΔ κύησης μπορεί να έχουν ΣΔ τύπου 2 που δεν διαγνώστηκε προηγουμένως. Η εγκυμοσύνη θεωρείται διαβητογόνος παράγοντας, αφού κατά την κύηση παρατηρούνται πολλές ορμονικές μεταβολές. Η κυριότερη αφορά στην αυξημένη παραγωγή ινσουλίνης. Η μη ανταπόκριση του οργανισμού της εγκύου στις αυξημένες απαιτήσεις ινσουλίνης, οδηγεί σε διαταραχή του μεταβολισμού των υδατανθράκων και στην ανάπτυξη ΣΔ στην εγκυμοσύνη. Όσον αφορά τη συχνότητά του, εμφανίζεται στο 3-5% των κυήσεων. Ο ΣΔ κύησης συνήθως είναι ασυμπτωματικός και η διάγνωση προκύπτει από την παθολογική καμπύλη σακχάρου, εξέταση η οποία διενεργείται από τις 24-28 εβδομάδες της κύησης.
Ποιοι είναι οι παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση ΣΔ κύησης;
Έγκυες με αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης διαβήτη αποτελούν αυτές με βεβαρημένο μαιευτικό ιστορικό, οικογενειακό ιστορικό διαβήτη, γλυκοζουρία στη διάρκεια της εγκυμοσύνης, γέννηση μεγάλου βάρους νεογνών ή εμβρύων μεγάλου βάρους για την ηλικία της κύησης. Επιπλέον παράγοντες κινδύνου είναι οι ανεξήγητοι, αιφνίδιοι θάνατοι, οι συχνές λοιμώξεις του ουροποιητικού, η παχυσαρκία (> 20% του ιδανικού σωματικού βάρους), ο ΣΔ σε προηγούμενη εγκυμοσύνη, η παρουσία συγγενών ανωμαλιών στα έμβρυα προηγούμενων κυήσεων και η μεγαλύτερη ηλικία των 25 χρόνων.
Ελέγχονται όλες οι εγκυμονούσες για τον διαβήτη κύησης; Πώς τίθεται η διάγνωση και σε ποιο μήνα της κύησης;
Οι διεθνείς οδηγίες για τη μαιευτική παρακολούθηση της κάθε εγκύου, τις οποίες και ακολουθούμε στην πρακτική μας, μιλούν για έλεγχο όλων των εγκύων για διαβήτη κύησης, υποβάλλοντάς τις στην εξέταση καμπύλης γλυκόζης στις 24-28 εβδομάδες.
Υπάρχουν διάφορες εξετάσεις που μπορούν να γίνουν για να τεθεί η διάγνωση του διαβήτη κύησης. Ακολουθώντας τις διεθνείς οδηγίες, στις 24-28 εβδομάδες, η κάθε έγκυος υποβάλλεται στην εξέταση δοκιμασίας ανοχής στη γλυκόζη. Για την εξέταση αυτή συστήνεται να λαμβάνεται αίμα από την έγκυο μετά από 8 ώρες νηστική, μετά δίνεται ένα γλυκό διάλυμα στην έγκυο 75 γραμμαρίων περιεκτικότητας σε γλυκόζη και ακολούθως λαμβάνεται αίμα μία και δύο ώρες μετά τη λήψη του διαλύματος αυτού.

Απαιτείται ιδιαίτερη παρακολούθηση και ποια είναι η θεραπευτική προσέγγιση;
Εφόσον τεθεί η διάγνωση του διαβήτη στην κύηση, τότε δίνονται οδηγίες στην έγκυο για αλλαγή στη διατροφή, μειώνοντας τις ποσότητες των υδατανθράκων και αυξάνοντας τις ποσότητες πρωτεϊνών. Την κατανομή των θερμίδων σε τρία κυρίως γεύματα και ακόμα δύο μικρότερης θερμιδικής περιεκτικότητας, με τη βοήθεια και ενός κλινικού διαιτολόγου. Επίσης, συστήνεται η άσκηση και ο καθημερινός έλεγχος των επιπέδων σακχάρου στο αίμα, πριν και μία ή δύο ώρες μετά το φαγητό. Συνήθως αυτές μόνο οι δράσεις οδηγούν στη ρύθμιση του διαβήτη στις έγκυες, χωρίς να χρειάζεται οποιαδήποτε φαρμακευτική παρέμβαση. Στις περιπτώσεις όπου η ρύθμιση των επιπέδων σακχάρου δεν είναι εφικτή, τότε κρίνεται απαραίτητη η συμβολή ενός ενδοκρινολόγου και η φαρμακευτική παρέμβαση, είτε από το στόμα, είτε με ινσουλίνη. Η μαιευτική παρακολούθηση, επίσης, γίνεται πιο συχνή απ’ ό,τι συνήθως.

Ποιες μπορεί να είναι οι επιπλοκές του ΣΔ κύησης στην εγκυμονούσα και το έμβρυο/νεογνό;
Μεγαλύτερα προβλήματα δημιουργούνται στον προϋπάρχοντα της εγκυμοσύνης διαβήτη παρά σ’ αυτόν που αναπτύσσεται στη διάρκειά της. Η διατήρηση φυσιολογικών επιπέδων σακχάρου προ της σύλληψης, κατά τη διάρκεια της κύησης και στον τοκετό συμβάλλει στη μείωση της περιγεννητικής νοσηρότητας και θνησιμότητας καθώς και στην ομαλή εξέλιξη της κύησης.

Οι συγγενείς ανωμαλίες που παρατηρούνται στα έμβρυα είναι πιο συχνές στον αρρύθμιστο προϋπάρχοντα της εγκυμοσύνης διαβήτη (2-3 φορές συχνότερες απ’ ό,τι στις φυσιολογικές έγκυες). Αφορούν στο μυοσκελετικό, καρδιαγγειακό, ουρογεννητικό, γαστρεντερικό και στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Ο αρρύθμιστος διαβήτης της κύησης μπορεί να οδηγήσει σε διάφορες μαιευτικές επιπλοκές όπως: πολυδράμνιο, προεκλαμψία, ουρολοιμώξεις και πυελονεφρίτιδα, γέννηση μεγάλου βάρους νεογνών, πρόωρος τοκετός, ενδομήτριος θάνατος, υπέρταση της εγκυμοσύνης, αύξηση ποσοστού καισαρικών τομών.

Υπάρχει κίνδυνος μετάδοσης της νόσου στο παιδί;
Ο διαβήτης δεν μπορεί να μεταδοθεί στο έμβρυο ή στο νεογνό. Υπάρχει όμως αυξημένος κίνδυνος να παρατηρηθεί νεογνική υπογλυκαιμία μετά τον τοκετό, γιατί το πάγκρεας του νεογνού έχει ήδη συνηθίσει στο να εκτίθεται σε αυξημένα επίπεδα γλυκόζης κατά την ενδομήτρια ζωή και έτσι να παράγει πιο αυξημένες ποσότητες ινσουλίνης για να αντιμετωπίσει αυτή την υπεργλυκαιμία της μητρικής κυκλοφορίας.

Μετά τον τοκετό, αποκόπτεται από αυτό το υπεργλυκαιμικό ερέθισμα, ενώ η παραγωγή της ινσουλίνης παραμένει αυξημένη για κάποιο διάστημα και έτσι μπορεί να δημιουργηθεί υπογλυκαιμία. Για τον λόγο αυτό ελέγχονται συστηματικά τα επίπεδα σακχάρου στο έμβρυο μετά τον τοκετό.

Φυσικός τοκετός ή καισαρική τομή;
Αν η ρύθμιση των επιπέδων σακχάρου είναι καλή, και δεν παρατηρούνται επιπλοκές, τότε δεν υπάρχει καμία ένδειξη για πρόωρη πρόκληση τοκετού ή για διενέργεια καισαρικής τομής. Ο ΣΔ της κύησης δεν αποτελεί ένδειξη για καισαρική τομή. Σε περίπτωση εμφάνισης επιπλοκών, π.χ. υπέρτασης, τότε πρέπει να γίνεται πρόωρη πρόκληση τοκετού. Συνήθεις ενδείξεις για καισαρική τομή είναι το νεογνό μεγάλου βάρους > 4.500 g, η εμφάνιση προεκλαμψίας, η ηλικία της γυναίκας (>35 χρόνων).

Ποιες είναι οι βασικές αρχές της πρόληψης του ΣΔ κύησης;
Οι παρεμβάσεις στον τρόπο ζωής των γυναικών συμβάλλουν στην πρόληψη του ΣΔ κύησης. Η υιοθέτηση ενός προγράμματος υγιεινούς διατροφής, καθώς και η εφαρμογή προγράμματος άσκησης πριν και κατά τη διάρκεια της κύησης, οδηγεί στην ελάττωση του κινδύνου εμφάνισης ΣΔ στην κύηση.

Τακτικός έλεγχος της γλυκόζης

Συστηματική παρακολούθηση των επιπέδων σακχάρου μετά τον τοκετό συστήνεται για τις γυναίκες που έχουν παρουσιάσει διαβήτη κατά τη διάρκεια της κύησής τους. Σύμφωνα με τον δρα Στυλιανίδη, τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα της λεχωίδας συνήθως ομαλοποιούνται μετά τις έξι εβδομάδες από τον τοκετό. Ωστόσο, ανέφερε, γυναίκες που αναπτύσσουν διαβήτη στην κύηση έχουν αυξημένες πιθανότητες να παρουσιάσουν διαβήτη σε μεταγενέστερο στάδιο της ζωής τους. Επιπρόσθετα, επεσήμανε, η εγκυμοσύνη στις γυναίκες με προϋπάρχοντα διαβήτη θεωρείται κύηση υψηλού κινδύνου και γι’ αυτό η παρακολούθηση πρέπει να γίνεται πιο συχνά.

Όσον αφορά το ενδεχόμενο παρουσίασης δυσκολιών στη σύλληψη, ο δρ Στυλιανίδης σημείωσε ότι γυναίκες με ενδοκρινολογικές διαταραχές, όπως είναι και ο διαβήτης, είναι πιθανόν να παρουσιάσουν κάποιες δυσκολίες.

Η διαβητική γυναίκα που επιθυμεί να κυοφορήσει, εξήγησε, πρέπει να ξέρει ότι είναι πολύ σημαντικό πριν από τη σύλληψη να έχει καλά ρυθμισμένο τον διαβήτη της. Μόνο έτσι θα αποφευχθεί η εμφάνιση διάφορων επιπλοκών.

Για τον θηλασμό στην περίπτωση γυναίκας με ΣΔ κύησης ή στην περίπτωση προϋπάρχοντος διαβήτη, ο δρ Στυλιανίδης διασαφήνισε ότι η γυναίκα μπορεί να θηλάσει, υπογραμμίζοντας ότι θα πρέπει ωστόσο να ελέγχονται τα επίπεδα σακχάρου για να αποφευχθεί η πιθανότητα υπογλυκαιμίας.

ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΕΥΑΙΣΘΗΤΟΠΟΙΗΣΗΣ ΣΤΟΝ ΠΟΛΙΤΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΙΑΒΗΤΗ ΜΕ ΤΗ ΣΤΗΡΙΞΗ ΤΗΣ REMEDICA

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.