Φόρμα αναζήτησης

Για να μην ξεχνάμε σε ποιο σημείο είχε φτάσει η βία…

* Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο ένθετο «ΓΗΠΕΔΟ»

της εφημερίδας «ΠΟΛΙΤΗΣ» (έκδοση Κυριακής 21/7)

Δεν ξέρω πόσοι φίλαθλοι αντιδρούν για το μέτρο της κάρτας φιλάθλου, αλλά φαντάζομαι ότι δεν πηγαίνουν γήπεδο και όσοι έκαναν έκτροπα τα προηγούμενα χρόνια. Εκτός και αν κάποιοι από αυτούς συνετίστηκαν και αφού έβγαλαν κάρτα σταμάτησαν τις έκνομες πράξεις. Σου λέει, τώρα είναι πιο εύκολο να με ταυτοποιήσουν αν με καταγράψουν οι κάμερες. Απαραίτητο το «αν» διότι όπως πολύ καλά γνωρίζετε πολλές κάμερες που είναι εγκατεστημένες στα γήπεδα είναι παλιάς τεχνολογίας και αδυνατούν να καταγράψουν με ευκρίνεια τα πρόσωπα. Είχαμε φτάσει σε ένα πολύ επικίνδυνο σημείο, με τον φανατισμό να θολώνει τα μάτια και τον νου και να μετράμε αντίστροφα για τα πρώτα θύματα. Διότι η τύχη δεν μπορεί να είναι πάντα με το μέρος μας. Για έναν χρόνο, όσο ισχύει δηλαδή η κάρτα φιλάθλου, δεν απειλήθηκαν ανθρώπινες ζωές. Όμως, το πέρασμα του χρόνου δεν πρέπει να μας κάνει να ξεχνάμε πόσο πολύ υποφέραμε από τον φανατισμό. Αλίμονο, αν κάποιος βγάλει τελεσίδικα συμπεράσματα για τα αποτελέσματα του αγώνα κατά της βίας μέσα σε έναν χρόνο.

Ο αγώνας πρέπει να είναι μακροχρόνιος για να μην επιτρέψουμε ξανά να μετατραπούν τα γήπεδά μας σε ζούγκλα. Να μην επιστρέψουμε σε έναν παραλογισμό. Ενδεικτικό του άκρατου φανατισμού είναι ότι κάποιοι φτάσανε στο σημείο να μην σκέφτονται τα πιο απλά, ότι ζούμε για παράδειγμα σε μια πολύ μικρή κοινωνία και οι εγκληματικές τους πράξεις θα μπορούσαν να έχουν οδυνηρές συνέπειες ακόμη και για το διπλανό τους σπίτι. Διότι, που να πάρει η ευχή, είναι πολύ πιθανό (σχεδόν σίγουρο θα έλεγα) στις δύο αντίπαλες κερκίδες να υπάρχουν άτομα που γνωρίζονται.

Ένας για παράδειγμα που επιχειρεί να κτυπήσει με οποιοδήποτε τρόπο τους οπαδούς της αντίπαλης κερκίδας, πόσο σίγουρος είναι ότι δεν θα βλάψει έναν δικό του άνθρωπο, τον γείτονά του, έναν φίλο του, έναν φίλο του δικού του φίλου, έναν συγγενή του ή έναν συγγενή του συγγενή του; Τα παραδείγματα ότι ο φανατισμός κάνει μια μερίδα φιλάθλων να μην σκέφτεται ακόμη και τα αυτονόητα είναι πολλά. Πριν από δύο χρόνια σε αγώνα Απόλλωνας – ΑΠΟΕΛ «όπλο-φωτοβολίδα» σημάδεψε την ανατολική κερκίδα όπου κάθονταν οι γαλαζοκίτρινοι, ενώ στον τελικό κυπέλλου της ίδιας χρονιάς στο ΓΣΠ έγινε το ίδιο στην κερκίδα των κυανολεύκων από φιλάθλους του ΑΠΟΕΛ. Και στις δύο περιπτώσεις τραυματίστηκαν άτομα και πήγαν στο νοσοκομείο.

Σε πολλά παιχνίδια επίσης, όπως το 2017 σε έναν αγώνα ΑΕΛ – ΑΠΟΕΛ στο Τσίρειο, βλέπαμε τους οπαδικούς στρατούς να επιδίδονται σε «μάχες» σώμα με σώμα, να πετάνε πέτρες μεταξύ τους και κροτίδες στον αγωνιστικό χώρο (σ.σ. ένα ball boy ήταν το θύμα του μένους των οπαδών σε εκείνο τον αγώνα). Πίσω από την κουκούλα μπορεί να κρύβεται ένα οικείο τους πρόσωπο. Ούτε όμως αυτό το σκέφτονται. Τα περιστατικά είναι αμέτρητα και είναι αδύνατον να καταγραφούν σε αυτήν τη στήλη. Όμως, είναι αρκετά για να καταδείξουν ότι ο συλλογικός φανατισμός θόλωσε τελείως το μυαλό κάποιων.

Γι’ αυτό λέω ότι ο αγώνας του κράτους κατά της βίας, ενός από τα μεγαλύτερα κοινωνικά προβλήματα που ταλαιπώρησαν ή ταλαιπωρούν αρκετές χώρες, πρέπει να είναι διαρκής. Το κράτος δεν πρέπει να επαναπαυτεί, αλλά οφείλει να εφαρμόσει όλες τις πρόνοιες της νομοθεσίας για την πάταξη της βίας, να εξοπλίσει τα στάδια με τα κατάλληλα μέσα και να ετοιμάσει ολοκληρωμένο σχέδιο. Ας μην ξεχνάμε το παρελθόν…