Φόρμα αναζήτησης

Αλλάζουν τα ρόστερ και τους προπονητές δήθεν για την αλλαγή…

Δεν θα φτάσουμε ποτέ στο επίπεδο ποδοσφαίρου της Αγγλίας, της Ισπανίας, της Γερμανίας, όμως μπορεί να βελτιωθεί η ποιότητα του κυπριακού ποδοσφαίρου αν οι σύλλογοι αξιολογήσουν και αναλύσουν κάποια από τα στοιχεία της τελευταίας έρευνας που δημοσίευσε το ποδοσφαιρικό παρατηρητήριο του Διεθνούς Κέντρου Αθλητικών Ερευνών (CIES).

Αξιολογώντας την έρευνα οι διοικήσεις των ομάδων μπορούν να προβληματιστούν και, γιατί όχι, να αλλάξουν τη μέχρι σήμερα πολιτική τους.

Μία, λοιπόν, από τις σημαντικότερες ενότητες της έρευνας αφορά το μεγάλο ποσοστό αλλαγής των ρόστερ των ομάδων. Έχουμε το «προνόμιο» να είμαστε στη δεύτερη θέση από συνολικά 31 πρωταθλήματα, μας προσπερνάει μόνο η Ρουμανία. Ένα ποσοστό 55,3% των παικτών αγωνίζεται σε νέα ομάδα φέτος σε σύγκριση με πέρσι.

Το ποσοστό των αλλαγών στο κυπριακό ποδόσφαιρο είναι σχεδόν διπλάσιο σε σχέση με το αγγλικό (27%), το γερμανικό (30,8%) και κάποιων σκανδιναβικών χωρών. Αυτό λοιπόν το μεγάλο ποσοστό δεν μπορεί να μην συντείνει στη χαμηλή ποιότητα του ποδοσφαίρου που παρουσιάζουν οι πλείστες κυπριακές ομάδες, αφού αλλάζοντας πολλούς ποδοσφαιριστές κάθε χρόνο δεν δίνουν τον χρόνο στην ομάδα να αποκτήσει την απαραίτητη χημεία και ομοιογένεια.

Με λίγα λόγια, οι πολλές αλλαγές δεν αφήνουν περιθώρια σταθερότητας. Επιπλέον, αυτή η τακτική αναδεικνύει και ένα άλλο πρόβλημα: Το υψηλό ποσοστό μαρτυρά πολλές λανθασμένες επιλογές των συλλόγων που τρέχουν σε κάθε μεταγραφική περίοδο για να τις διορθώσουν.

Ως εκ τούτου, οφείλουν να προβληματιστούν για τις επιλογές τους, κατά πόσον δηλαδή κάνουν σωστό σκάουτινγκ. Συν τοις άλλοις, αυτή η τακτική έχει κόστος στους συλλόγους, αφού διακόπτοντας συμβόλαια πριν από την ολοκλήρωσή τους πληρώνουν χιλιάδες ευρώ ως αποζημιώσεις.

Η έρευνα δεν ασχολείται με το θέμα των προπονητών, οι συχνές αποδεσμεύσεις όμως επηρεάζουν επίσης την ποιότητα που προσφέρει το κυπριακό ποδόσφαιρο. Με την αλλαγή προπονητή αυτόματα χαλάει ολόκληρο το πλάνο της ομάδας, οι ποδοσφαιριστές είναι αναγκασμένοι να μάθουν έναν εντελώς νέο τρόπο παιχνιδιού και αυτό απαιτεί χρόνο. Οι προπονητές είναι το άλφα και το ωμέγα σε μία ομάδα. Η τέχνη και η επιστήμη της προπονητικής θα μεταδώσουν τη φιλοσοφία, το πνεύμα και τη νοοτροπία, τόσο στο σύνολο όσο και ατομικά στους αθλητές. Με την αλλαγή ενός προπονητή χαλάει ολόκληρη η φιλοσοφία της ομάδας.

Σε τελική ανάλυση, οι ομάδες κάνουν κάθε χρόνο ή κατά τη διάρκεια της σεζόν έναν σωρό αλλαγές ποδοσφαιριστών και προπονητών με στόχο να βελτιώσουν την ποιότητα του ποδοσφαίρου που προσφέρουν. Όμως, αυτές ακριβώς οι αλλαγές, οι οποίες αποσκοπούν στην αναμόρφωση των ομάδων, είναι πιθανόν να ευθύνονται για το επίπεδο του κυπριακού ποδοσφαίρου.

Και μιλάμε βεβαίως για τον βαθμό των αλλαγών, διότι ανακατατάξεις σε μία ομάδα είναι λογικό να γίνουν. Οι διάφορες εμπεριστατωμένες έρευνες που γίνονται κατά καιρούς μπορούν να αποτελέσουν ένα καλό εργαλείο για τις ομάδες για να βελτιώσουν την πολιτική τους.

Το ερώτημα είναι πόσες ομάδες ασχολούνται σοβαρά με τις διάφορες έρευνες και πόσες θα αναρωτηθούν αν πρέπει να αλλάξουν τακτική αντί να αλλάζουν την ίδια την ομάδα κάθε χρόνο.