Φόρμα αναζήτησης

Το κλειδί ενός χαμένου ποδηλάτου από την Ομορφίτα

Ο σύντροφος της καρδιάς μου Zeki Erkut ήταν δώδεκα χρονών όταν η οικογένεια του πήρε ένα ολοκαίνουργιο ποδήλατο… Είχε μόλις αρχίσει τη ζωή του ως μαθητής στο Γυμνάσιο Bayraktar και είχε αποκτήσει ένα ολοκαίνουργιο ποδήλατο… Αυτό ήταν το πρώτο και τελευταίο του ποδήλατο…

Μετά το σχολείο, έκανε τα μαθήματά του και είτε έπαιζε ποδόσφαιρο ή οδηγούσε το ποδήλατό του δίπλα από το άδειο οικόπεδο δίπλα από το σπίτι του στο Kuchuk Kaymakli (Ομορφίτα). Αν έβγαινε η αλυσίδα του ποδηλάτου ή τρυπούσε το λάστιχο, το επιδιόρθωνε μόνος του…

Την Κυριακή, καθώς οδηγούσε το ποδήλατό του στο άδειο χωράφι, είχε τρυπήσει το λάστιχο και επέστρεψε στο σπίτι… Λέει:

«Ο πατέρας μου είπε στη μητέρα μου κάτι σαν ‘Ίσως κάτι θα συμβεί… Μην αφήσεις τα παιδιά έξω και μην τα στείλεις αύριο στο σχολείο’… Έτσι, σκέφτηκα, αφού αύριο Δευτέρα δεν θα έχει σχολείο, μπορώ να επιδιορθώσω το λάστιχο του ποδηλάτου μου αύριο… Όμως αυτό δεν έγινε ποτέ… Τη Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 1963, νωρίς το πρωί κάποιος από την παραστρατιωτική οργάνωση άρχισε να φωνάζει στον δρόμο ‘Τρέξτε, όλοι πρέπει να τρέξετε να πάτε στην πόλη μέσα στα τείχη!’ και η μητέρα μου ήταν μέσα στο άγχος για να μας μαζέψει, ο πιο μεγάλος ήταν 14 χρονών και ο μικρότερος 6, και να τρέξουμε στον δρόμο…

Το σπίτι

Γίναμε πρόσφυγες, ζούσαμε σε ένα σινεμά στην Πύλη Κερύνειας για κάποιες μέρες και μετά ο πατέρας μου νοίκιασε ένα σπίτι στην εντός των τειχών πόλη και μετά από κάποιο καιρό μετακομίσαμε στις εργατικές κατοικίες που κτίστηκαν για την αστυνομία…

Ζήσαμε μακριά από το σπίτι μας και μπορέσαμε να επιστρέψουμε εκεί το 1975…

Το ποδήλατό μου είχε κάνει φτερά, το είχαν κλέψει… Όμως είχα το κλειδί του… Το κλειδί αυτό ταξίδευε μαζί μου στο πορτοφόλι μου από την Αίγυπτο στη Μαλαισία, από την Εσθονία στο Αζερμπαϊτζάν, από την Τουρκία στην Ελλάδα και την Αγγλία και πάντοτε ήταν μαζί μου καθώς ταξίδευα σε όλο τον κόσμο… Πάντοτε κρατούσα το κλειδί του ποδηλάτου μου με τόση αγάπη και λαχτάρα… Πριν από μερικά χρόνια, θα πηγαίναμε για διακοπές στην Πολωνία! Αποφάσισα να αφαιρέσω κάποια πράγματα και για πρώτη φορά στη ζωή μου, έβγαλα το κλειδί του ποδηλάτου μου και το κρέμασα σε ένα καρφί…

Ήμουν άτυχος, αφού στην πόλη Sopot το πορτοφόλι μου κλάπηκε ή μου έπεσε… Δεν μπορούσα να το βρω… Η μόνη μου παρηγοριά ήταν ότι είχα το κλειδί του ποδηλάτου μου στο σπίτι! Ήταν ασφαλές στο σπίτι μου στην Κύπρο… Το κλειδί αυτό ήταν το καλύτερο δώρο των αξέχαστων παιδικών μου χρόνων, μου ανήκε και ήταν ζωντανό… Παρόλο που το ποδήλατό μου ήταν καινούργιο, σχεδόν κάθε μέρα έβαζα λίγο λάδι πάνω σε ένα κομμάτι ύφασμα και το γυάλιζα… Ήμουν πολύ ευτυχισμένος όταν το καβαλούσα… Αυτές τις μέρες, βλέπω κάθε μέρα το κλειδί για να ελέγξω αν είναι εκεί ή όχι… Το ποδήλατο που άφησα όταν έγινα πρόσφυγας ήταν το πρώτο και το τελευταίο μου ποδήλατο. Μετά από εκείνη τη μέρα δεν είχα ποτέ άλλο ποδήλατο και ποτέ δεν οδήγησα ξανά ποδήλατο…». Αυτά είναι τα λόγια του συντρόφου της καρδιάς μου Zeki Erkut –του συζύγου μου– όταν του πήραν συνέντευξη για το νέο του μυθιστόρημα με τίτλο «Ο βασιλιάς»…

Ο βασιλιάς

Το νέο του μυθιστόρημα «Ο βασιλιάς» αφορά έναν Τουρκοκύπριο από τη Λεμεσό που ήταν ο «βασιλιάς» αφού εξελέγη ο βασιλιάς της παραλίας, ήταν ένας διάσημος τραγουδιστής και ξαφνικά αυτός ο νεαρός αναγκάστηκε να γίνει πρόσφυγας το 1974 από τη Λεμεσό στην Κερύνεια… Όλοι τον αποκαλούσαν «ο βασιλιάς» και στην Κερύνεια προσπάθησε να γίνει ξανά βασιλιάς χωρίς καμιά ελπίδα… Ποτέ δεν ξέχασε τη Λεμεσό, δεν του άρεσε να ζει στη Κερύνεια και δεν θα μπορούσε να προσαρμοστεί στον «νέο τρόπο» στην Κερύνεια, εννοώντας τις λεηλασίες των σπιτιών και των υπαρχόντων των Ελληνοκυπρίων, να συνηθίσει να «ξεχνά» αυτά που έμειναν πίσω και να «αγκαλιάσει» τη νέα «τάξη» πραγμάτων…

Στη διάρκεια της συνέντευξης για το βιβλίο «Ο βασιλιάς», ο σύντροφος της καρδιάς μου Zeki επεσήμανε ότι το 1974 ήταν οριακό σημείο στη ζωή των Τουρκοκυπρίων…

Οι Τουρκοκύπριοι, όπως ο ίδιος, είχαν γίνει πρόσφυγες το 1963 από πολλά μέρη, αλλά το 1974 ήταν πιο «καθοριστικό» στην προώθηση της «ανταλλαγής πληθυσμών» και τη δημιουργία δύο «ζωνών», μια στο βόρειο και μια στο νότιο μέρος του νησιού μας που θα ήταν εθνικά χωρισμένο. Οι Τουρκοκύπριοι από το νότιο μέρος του νησιού ενθαρρύνθηκαν να φύγουν –και οι περισσότεροι από αυτούς έφυγαν οικειοθελώς– για να πάνε στο βόρειο μέρος του νησιού και να ξεκινήσουν μια «νέα ζωή» «χωρίς τον φόβο της επίθεσης από τους Ελληνοκύπριους» και οι Ελληνοκύπριοι εξωθήθηκαν να φύγουν από το βόρειο μέρος του νησιού και να γίνουν πρόσφυγες στο ίδιο τους το νησί…

Έχοντας την εμπειρία της προσφυγιάς για μερικούς μήνες, η μητέρα μου αρνήθηκε να φύγει από το σπίτι μας… Μείναμε εκεί, παρακολουθούσαμε και παρατηρούσαμε τον πόλεμο από εκεί που ήμασταν… Το 1963, στο σπίτι ενός συγγενή ήταν μια τόσο κακή εμπειρία για μας που η μητέρα μου είπε «Αποκλείεται, δεν φεύγω από το σπίτι μου αυτή τη φορά… Θα μείνουμε εδώ που είμαστε…»

Έτσι μείναμε και μαζευτήκαμε σε ένα δωμάτιο που πιστεύαμε ότι θα ήταν ασφαλές σε περίπτωση που έπεφτε βόμβα… Οι τοίχοι του σπιτιού μας είχαν τρύπες από σφαίρες από το 1963 και μαζεύαμε περισσότερες σφαίρες από τον κήπο καθώς έπεφταν… Τις φύλαξα ως ενθύμιο για πολύ καιρό, υπενθύμιση εκείνων των ημερών… Νομίζω αυτό που έσωσε την ψυχή μου από την αναβίωση του τραύματος του πολέμου ήταν η αναχώρησή μου από την Κύπρο μετά τη δεύτερη εισβολή τον Αύγουστο του 1974 για να πάω στην Αμερική αφού είχα κερδίσει υποτροφία ως φοιτήτρια AFS…

Πληγές

 Είχα τραυματιστεί ψυχικά με τις διακοινοτικές συγκρούσεις το 1963 και τη φυγή από το σπίτι μας, την προσφυγιά, δεν μπορούσα να κοιμηθώ τη νύχτα όταν άκουγα πυροβολισμούς… Έφερα τις πληγές αυτού του τραύματος σε όλη μου τη ζωή… ήμουν μόνο ένα πεντάχρονο κορίτσι τότε… Αλλά, αν είχα μείνει στην Κύπρο μετά το 1974, θα τραυματιζόμουν και πάλι… Λίγο πριν φύγω από την Κύπρο είχα δει τους Ελληνοκύπριους αιχμαλώτους πολέμου, τα μάτια τους δεμένα με ύφασμα, να κάθονται σε λεωφορεία στην πλατεία Sarayonu και έκλαιγα βλέποντάς τους… Ο τόπος εργασίας της μητέρας μου, η βιβλιοθήκη, βρισκόταν σε εκείνη την πλατεία και από το μπαλκόνι έβλεπα τα λεωφορεία που ήταν σταθμευμένα στην πλατεία… Ίσως να τους έπαιρναν στην Τουρκία, δεν ξέρω…

Τα ενθύμια που δεν κατάφεραν να μας χωρίσουν

Όμως ίσως αυτό όπως και οι σφαίρες που έπεφταν στην αυλή μας ήταν η μόνη εμπειρία του πολέμου το 1974 – το γεγονός ότι έφυγα σύντομα μετά για έναν ολόκληρο χρόνο, με υποτροφία ως φοιτήτρια AFS, προστάτεψε την ψυχή μου από το να πληγωθεί ακόμα περισσότερο… Αν είχα μείνει, θα έβλεπα τις λεηλασίες που είχαν ήδη ξεκινήσει, την απληστία των ανθρώπων που άρπαζαν πράγματα, τον πόνο εκείνων που έχασαν τους αγαπημένους τους στον πόλεμο, το τραύμα των προσφύγων που έρχονταν από το νότιο μέρος του νησιού για να εγκατασταθούν στο βόρειο μέρος… Ο θείος μου που ήρθε από τη Λεμεσό εγκαταστάθηκε στο Καρακούμι Κερύνειας και μετά δεν ήταν ποτέ ξανά ευτυχισμένος – συνέχεια ήταν σε κατάθλιψη και κάπνιζε ασταμάτητα τα τσιγάρα του, τα μάτια του σε ένα μακρινό μέρος που δεν μπορούσαμε να δούμε… Πρέπει να ήταν η Λεμεσός, όπου ήταν παντρεμένος με την αδελφή του Halim Bey από την περιοχή Chiftlik… Εκεί όπου περνούσα τις καλοκαιρινές διακοπές ή Σαββατοκύριακα, παίζοντας με τη Duriye από το διπλανό Chiftlik, όπου ερχόταν η Αγγέλα –μια ψηλή Ελληνοκύπρια, γειτόνισσα της θείας Regiye– για να πιει τον πρωινό καφέ της μαζί μας… Όπου η θεία Regiye καλούσε όλους τους Ελληνοκύπριους γείτονές της για να έρθουν και να καθίσουν στο ανοικτό της σπίτι δίπλα από εκεί που βρίσκεται τώρα το νέο λιμάνι… Όπου οι κόρες του θείου μου Saffet έφτιαχναν γλυκά κάθε απόγευμα – μαχαλεπί και δάχτυλα και ρυζόγαλο και κέικ… Όπου η Nadjiye, η κόρη του θείου μου έραβε και έφτιαχνε όμορφα φορέματα, έραβε τις πιέτες και τα στριφώματα, έραβε τα πολύχρωμα κουμπιά… Όπου επισκεπτόμασταν το φυτώριο που πουλούσε λουλούδια και δέντρα και η μητέρα μου διάλεγε φυτά για να πάρει στη Λευκωσία… Ίσως ο θείος μου Saffet τα σκεφτόταν όλα αυτά και δεν ήταν ευτυχισμένος στην Κερύνεια, ακριβώς όπως ο «βασιλιάς», ο κύριος χαρακτήρας του μυθιστορήματος του συντρόφου της καρδιάς μου…

Τόσοι πολλοί άνθρωποι κράτησαν ενθύμια από τα σπίτια τους, όπως το κλειδί του ποδηλάτου του συντρόφου της καρδιάς μου… Κάποιοι κράτησαν τα κλειδιά του σπιτιού τους και της ζωής τους, γνωρίζοντας ότι μπορεί να μην είναι ποτέ δυνατό να επιστρέψουν, αλλά στο μυαλό τους επέστρεφαν… Η Αρτεμού, μητέρα της αγαπητής μου φίλης Άννας, μου είπε κάποτε ότι στα όνειρά της πηγαίνει πίσω στην Αφάνεια, στο χωριό της όπου ήταν τόσο ευτυχισμένη… Μιλά τέλεια τουρκικά, κυπριακά τουρκικά που μιλούσαν στα χωριά, που τώρα δεν υπάρχουν πια… «Στα όνειρά μου πάω πίσω στο χωριό μου» μου λέει… Τώρα ζει σε ένα πολύ μικρό προσφυγικό σπίτι στη Λευκωσία και είμαι σίγουρη ότι αυτό την έκανε πολύ δυστυχισμένη, να μην έχει το δικό της σπίτι στην Αφάνεια, την αυλή της, τα δέντρα της, τα ζώα της…

Πώς τα καταφέραμε να χωρίσουμε αυτή τη γη σε δύο τέτοια μεγάλα κομμάτια που μόνο στα όνειρά μας μπορούμε να την ενώσουμε;

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.