POWERED BY

Φόρμα αναζήτησης

«Οι αναμνήσεις της μητέρας μου από το χωριό Άλωνα» της Sevgul Uludag



 

 

Οι καλύτερες αναμνήσεις που είχε η μητέρα μου Turkan Uludagh σε όλη της τη ζωή ήταν από το χωριό Άλωνα στην Κύπρο. Στο τέλος της δεκαετίας του ’40, πολύ πριν γεννηθώ (γεννήθηκα το 1958), ο πατέρας μου ενοικίαζε ένα σπίτι στην Άλωνα και έπαιρνε εκεί τη μητέρα μου, την αδερφή μου και τον αδερφό μου τρεις μήνες για τις καλοκαιρινές τους διακοπές. Πηγαινοερχόταν στη Λευκωσία στη δουλειά του, στον Δήμο Λευκωσίας. Μαζί τους πάντα και μία από τις καλύτερες φίλες της μητέρας μου, η Murude Hanim, σύζυγος του «Suyolcu Fikri Bey» με τον οποίο ζούσαν κοντά μας στη γειτονιά Chaghlayan. Ήταν μια ψηλή, πολύ μελαχρινή και πολύ όμορφη γυναίκα. Έπιναν καφέ και διάβαζαν το φλιτζάνι η μία της άλλης, από τις παραδόσεις της Κύπρου, ένας τρόπος να μιλούμε ο ένας στον άλλον ευγενικά, να ρωτάμε για τις σκέψεις και τα συναισθήματα του άλλου.

Θύμησες της εποχής

Θυμούμαι πως κάθε πρωί στη γειτονιά μας οι γυναίκες σηκώνονταν νωρίς, καθάριζαν τα σπίτια τους, μαγείρευαν το μεσημεριανό φαγητό τους και στη συνέχεια, περίπου στις 10, μαζεύονταν σε ένα σπίτι για καφέ. Μερικές φορές, στην κατάλληλη εποχή, καθάριζαν μαζί φύλλα «muluhiya», ένα παραδοσιακό πιάτο, μαγειρεμένο με αρνί ή κοτόπουλο, ντομάτα, κρεμμύδια, πολύ λεμόνι, στο οποίο μπορείς να βουτήξεις το ψωμί σου στη σάλτσα και να το φας… Αν ήταν η εποχή των πράσινων φασολιών, βοηθούσαν η μία την άλλη στο καθάρισμα. Εμείς τα παιδιά τρέχαμε, παίζαμε στον δρόμο και μερικές φορές ακούγαμε πράγματα για τα οποία μιλούσαν οι μητέρες μας που όμως δεν έπρεπε να ακούσουμε. Ίσως γι’ αυτό όταν ήταν μαζί με τη Murude Hanim ή με την Ayshe Hanim, μια άλλη πολύ στενή φίλη της μητέρας μου, ψιθύριζαν η μία στην άλλη έτσι ώστε να μην μπορούν να ακούσουν τα παιδιά ή άλλοι. Η μητέρα μου γεννήθηκε το 1917 και πέθανε το 2005. Έζησε όλες τις συγκρούσεις στην Κύπρο και τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, συμμετέχοντας στις ομάδες διάσωσης και πρώτων βοηθειών, εκπαιδεύτηκε για να θεραπεύει τραυματίες. Ήταν δασκάλα, βιβλιοθηκάριος, μια φανταστική μητέρα που μου λείπει πολύ.

 

Η αδερφή μου και ο αδερφός μου στην Άλωνα το 1954.

Το χωριό

Αλλά όταν αναφερόταν στην πιο χαρούμενη περίοδο της ζωής της, πάντα αναφερόταν στην Άλωνα σε όποιον συναντούσε. «Ξέρεις», έλεγε, «ζούσαμε σαν αδελφοί και σαν αδελφές. Ήμασταν τόσο ευτυχισμένοι. Θέλουμε ειρήνη. Δεν θέλουμε να ζούμε έτσι. Θέλουμε να ζήσουμε όπως πριν». Ήταν η εποχή πριν οι «εθνικισμοί» αρχίσουν να επηρεάζουν τους ανθρώπους… Δεν είχα γεννηθεί τότε, ήταν μόνο η αδελφή μου Ilkay και ο αδελφός μου Alper. Μεταφράζω από το βιβλίο με τις αναμνήσεις της μητέρας μου από την Άλωνα: «O γιος μου Alper ήταν δύο χρονών. Εκείνη τη χρονιά, τον Ιούνιο του 1949, πήγαμε με τον κύριο Fikri και την κυρία Murude και τις κόρες της Filiz και Konca σε ένα ορεινό χωριό, την Άλωνα. Πολλές οικογένειες από τη Λευκωσία, Τουρκοκύπριοι και Ελληνοκύπριοι, πήγαιναν εκεί για διακοπές. Στο χωριό είχε αμυγδαλιές, φουντουκιές, καρυδιές, συκιές, μηλιές, αχλαδιές και κάθε λογής λαχανικά. O αέρας στην Άλωνα ήταν καθαρός… Κανένας δεν άγγιζε τον κήπο του άλλου. H Murude Hanim κι εγώ μέναμε μόνες με τα παιδιά μας, αφήνοντας τα παράθυρα ανοιχτά. Κανένας δεν κοίταζε πονηρά. Κάθε πρωί παίρναμε το πρόγευμά μας στη ‘Φωτήστρα’. Υπήρχε τρεχούμενο νερό και τραγουδούσαμε και μοιραζόμασταν ό,τι είχαμε φέρει μαζί μας από τα σπίτια μας. O γιος μου ήταν πολύ μικρός κι έριχνε πράγματα από το μπαλκόνι. Μια μέρα πήρε ένα σελίνι και το πέταξε κάτω. Κάποια παιδιά Ελληνοκυπρίων βρήκαν το σελίνι και μας το έφεραν… Συγκινήθηκα πολύ και τους έδωσα γλυκά για να φάνε. Κάθε μέρα αυτά τα παιδιά έβρισκαν ένα παιχνίδι ή ένα κουτάλι που είχε πετάξει κάτω από το μπαλκόνι ο γιος μου και μας το έφερναν πάνω. Γύρω στους δρόμους υπήρχαν μεγάλα δοχεία στα οποία έκαναν χαλλούμια και κανένας δεν τα άγγιζε. Στο χωριό αυτό τα παιδιά άρχιζαν να εργάζονται όταν ήταν μόλις τριών χρονών… Πότιζαν τα λουλούδια και τα φυτά με μικρά κονσερβοκούτια και τάιζαν τις κότες. Τον επόμενο χρόνο η Murude Hanim και η οικογένειά της δεν ήρθαν στην Άλωνα κι έτσι πήγαμε μόνοι μας. Ήμασταν η μόνη τουρκοκυπριακή οικογένεια που είχε πάει για διακοπές στο χωριό. Νοικιάσαμε ένα σπίτι για τρεις μήνες. Δίπλα μας ήταν μια Ελληνοκύπρια, η Μαρίνα. O σύζυγός της ήταν έμπορος και είχε έναν γιο και μια κόρη. Τα παιδιά μας έπαιζαν σαν αδέλφια. O γιος μου δεν μιλούσε για δύο μήνες και ξαφνικά τον άκουσα να λέει στον Ελληνοκύπριο φίλο του: ‘Έλα ρε Xαμπή να παίζουμε’. Φώναξα τον άντρα μου και του είπα: ‘Άκου! O γιος μας μιλά ελληνικά!’. Το παιδί των Ελληνοκυπρίων ρώτησε τον γιο μου: ‘Τι να παίξουμε;’. Και ο γιος μου απάντησε: ‘Να παίξουμε ππιριλιά’. Και άρχισαν να παίζουν και να κουβεντιάζουν. Η κόρη μου επίσης άρχισε να μιλά ελληνικά με τις φίλες της. Και έτσι τα παιδιά μας έμαθαν να μιλούν ελληνικά.

 

Φωτογραφία από το 1953 στη Φωτήστρα της Άλωνας όπου έτρωγαν πρόγευμα τα πρωινά.

Κάθε μέρα μαζευόμασταν σε ένα σπίτι για να φτιάξουμε γλυκά και να ανταλλάξουμε συνταγές. H φίλη μας η Xρυστάλλα έφτιαχνε πολύ ωραία σαρλότα και μας έδωσε τη συνταγή. H Mαρίνα έφτιαχνε πολύ νόστιμα κέικ. Η Ειρήνη μας περιέγραφε πώς φτιάχνει τα δάχτυλα… Εγώ τους έφτιαξα Simit Helavasi, ένα είδος χαλβά με σιμιγδάλι και αμύγδαλα. Το απόγευμα πηγαίναμε όλες μαζί στα καφενεία. Τρώγαμε γλυκό καρυδάκι, κέικ και πίναμε καφέ. Οι Ελληνοκύπριες ήταν πολύ εξυπηρετικές. Αν ήθελε κάποια από μας να πλέξει ένα πουλόβερ, μία από αυτές θα έπλεκε τα μανίκια. Μάθαινε επίσης η μία στην άλλη κεντήματα… Γενικά έρχονταν σε μας κάθε Παρασκευή ημέρα που δεν έτρωγαν πράγματα χωρίς λάδι και λίπος. Ήμουν αγχωμένη τι να τους προσφέρω. Δεν μπορούσα να τους φτιάξω χαλβά ή μπισκότα ή κέικ χωρίς λίπος. Τότε σκέφτηκα να φτιάξω sulu mahallebi (σκέτο μαχαλεπί του νερού που σερβίρεται με κρύο νερό και ροδόσταγμα). Ήταν κατενθουσιασμένες και γελούσαν! Ήμουν ευτυχισμένη που τους άρεσε αυτό που τους πρόσφερα. ‘Πώς το σκέφτηκες;’ με ρωτούσαν.

Η Αντρούλα

Στην τρίτη επίσκεψή μας στην Άλωνα γνωρίσαμε την Αντρούλα. Ήταν ένα όμορφο κορίτσι δεκαπέντε χρονών. Μας επισκέφθηκε μια μέρα κι έδωσε στα παιδιά μας καρύδια και φουντούκια. O γιος μου Alper ήταν τότε 4 χρονών και η κόρη μου Ilkay 7 χρονών. Έγινε φίλη με τα παιδιά μου. ‘Μπορώ να σε βοηθώ αν θέλεις’, μου είπε. Της ζήτησα να βρει κάποια για να πλένει τα ρούχα και προσφέρθηκε χωρίς λεφτά, ωστόσο δεν δέχθηκα, αλλά αυτή επέμενε. ‘Εντάξει’, είπα, ‘να έρχεσαι να πλένεις τα ρούχα και θα βρούμε κάποιο τρόπο να συμφωνήσουμε’.

Ήταν πολύ χαρούμενη. Εκείνη την ημέρα είχα μαγειρέψει κεφτέδες. ‘Μείνε να φάμε μαζί’, της είπα. Ήρθε το επόμενο πρωί. Υπήρχε ένα μεγάλο καζάνι στο σπίτι. Άναψε φωτιά και έβρασε νερό. Όταν ξυπνήσαμε βρήκαμε την Αντρούλα να καθαρίζει. Της πρόσφερα φρούτα. Μετά μαγείρεψα μεσημεριανό και φάγαμε όλοι μαζί. Της έδωσα πέντε σελίνια, αλλά δεν τα έπαιρνε. Θεωρούσε ότι ήταν πολλά τα πέντε σελίνια. Εκείνο τον καιρό οι γυναίκες που έκαναν την μπουγάδα έπαιρναν πέντε σελίνια. Στο τέλος πήρε τα λεφτά κι έφυγε. Το επόμενο πρωί ήρθε και μου είπε: ‘Κυρία Nιαζί, πού είσαι; Ήρθα να πάρω τον γιο σου με το γαϊδούρι να μαζέψουμε φουντούκια’.

Σκέφτηκα λίγο: ‘Κι αν πέσει από το γαϊδούρι;’. ‘Δεν θα γίνει κάτι τέτοιο, μην ανησυχείς θα τον προσέχω σαν δικό μου… Θα σου τον φέρω πίσω το βράδυ σώο και αβλαβή’. O Alper ήθελε να πάει, έτσι τον άφησα. Έβαλα σε ένα καλάθι ψωμί, χαλλούμι, τυρί, ένα πορτοκάλι και ένα μήλο και ένα μικρό μπουκάλι νερό. Και ξεκίνησαν. Γύρισε πίσω το βράδυ και το καλάθι του ήταν γεμάτο φουντούκια, καρύδια και αμύγδαλα. Κάθε δεύτερη μέρα η Aντρούλα τον έπαιρνε στα χωράφια και μαζί μάζευαν ξηρούς καρπούς. Η Αντρούλα ερχόταν σχεδόν καθημερινά στο σπίτι μας, σκούπιζε το πάτωμα και μετέφερε νερό…».

Η επίσκεψή μας το 2003

Η μόνη μου παρηγοριά είναι ότι κατάφερα να την πάρω να δει την Άλωνα πριν πεθάνει… Μόλις άνοιξαν τα οδοφράγματα το 2003 κανόνισα να επισκεφτούμε το χωριό μαζί με τη μητέρα μου και τον πατέρα ενός φίλου… Η μητέρα μου ήταν τόσο ευτυχισμένη και συγκινημένη. Αλλά το χωριό δεν ήταν πια το ίδιο – ήταν σχεδόν άδειο και δεν μπορέσαμε να βρούμε τίποτε για να αγοράσουμε για την αδερφή μου που μας είχε ζητήσει να της φέρουμε κάτι από την Άλωνα! Μας είπαν ότι μόνο το καλοκαίρι επιστρέφουν οι άνθρωποι. Βρήκαμε μόνο μια Ελληνοκύπρια γυναίκα και θυμήθηκε τη μητέρα μου.

Ελπίζω ότι δεν θα αργήσουμε να δημιουργήσουμε τις δικές μας αναμνήσεις όπως αυτές που είχε η μητέρα μου στην Άλωνα – ας αγωνιστούμε για την ειρήνη και την επανένωση του νησιού μας έτσι ώστε τα παιδιά μας να δημιουργήσουν μαζί αναμνήσεις σε χωριά όπως η Άλωνα.

Θέλω να στείλω τους χαιρετισμούς μου στην Αντρούλα και ελπίζω να ζει και να είναι καλά. Αν έχει πεθάνει όπως και η μητέρα μου, ας αναπαυθεί εν ειρήνη. Μακάρι να μπορούμε όλοι να περνούμε τις διακοπές ο ένας στο χωριό του άλλου, να μπορούμε να κυκλοφορούμε ελεύθερα στη δική μας γη και να ζούμε ελεύθερα. Γι αυτό, πρέπει να συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε για την ειρήνη και την επανένωση της γης μας.

 

Η τελευταία επίσκεψη της μητέρας μου, της αδερφής μου και του αδερφού μου στην Άλωνα το 1954.

 

The Times: Προς συμφωνία Ε.Ε -Λονδίνο για τα εμβόλια του κορωνοϊού

 

Καδής: Υπάρχει ευκαιρία για πράσινη ανάπτυξη ακόμη και εν μέσω Covid19

 

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.