Φόρμα αναζήτησης

«Έχει ποτέ διαιρεθεί η πόλη σου;»

Η αγαπητή μας φίλη, ποιήτρια και συγγραφέας Neshe Yashin πάει στο Βερολίνο σε ένα πολύ ενδιαφέρον φεστιβάλ από τις 25 μέχρι τις 27 Ιουλίου 2019, με την ευκαιρία της 30ής επετείου της πτώσης του τείχους του Βερολίνου, το οποίο οργανώθηκε από το Λογοτεχνικό Συμπόσιο Βερολίνου (Literary Colloquium Berlin). Το φεστιβάλ ήταν αφιερωμένο στη λογοτεχνία, την τέχνη και τον πολεοδομικό σχεδιασμό σε διαιρεμένες πόλεις της Ευρώπης. Με επίκεντρο το Μπέλφαστ, το Βερολίνο, το Μόσταρ και τη Λευκωσία, μαζί με συγγραφείς, αρχιτέκτονες, πολεοδόμους, ιστορικούς, καλλιτέχνες και άλλους εμπειρογνώμονες και δημιουργούς, κοιτάζουν αυτές τις διαιρεμένες πόλεις έτσι ώστε να «διαφωτίσουν για τις επιδράσεις των συνόρων εντός των πόλεων πάνω στη συλλογική αντίληψη και μνήμη, τις κοινωνικοοικονομικές τους επιδράσεις και τους τρόπους με τους οποίους αυτά τα σύνορα διατηρούνται αλλά επίσης διασχίζονται, παραβιάζονται ή διαλύονται».

Η Neshe συμμετέχει σε ένα από τα πάνελ με τίτλο «Θυμούμαι» και έχει γράψει τα αισθήματά της για τη διαιρεμένη μας Λευκωσία. Σήμερα θέλω να μοιραστώ το άρθρο αυτό, που επίσης διανεμήθηκε στο φεστιβάλ. Η Neshe Yashin στο άρθρο της με τίτλο «Έχει ποτέ διαιρεθεί η πόλη σου;» λέει:

«Έχει ποτέ διαιρεθεί η πόλη σου; Ποιος ξέρει για πόσο ακόμα το ερώτημα αυτό θα συνεχίσει να φέρνει τον κόμπο στον λαιμό μου και τη μανία που αντλεί στις φλέβες μου;

Όποτε ανέβαινα στην κορυφή ενός ψηλού κτηρίου και ατένιζα στο άλλο μισό της πόλης, ονειρευόμουν ότι πετούσα πάνω από τα θυμωμένα τείχη, τα βαρέλια γεμάτα άμμο και το συρματόπλεγμα.

Για μένα, αυτή δεν είναι μια οποιαδήποτε πόλη. Από εδώ που στέκομαι μπορώ να παρατηρώ το τουριστικό ενδιαφέρον που έχει για τους αλλοδαπούς, και την πένθιμη θλίψη τους που δεν είναι καθόλου σαν τη δική μου.

Είμαι εκεί, σε εκείνον τον στενό δρόμο! Και φεύγω από το μαιευτήριο με τη μητέρα μου, τυλιγμένη με άσπρο φάσκιωμα. Και ένα μικρό κοριτσάκι που περπατά στο Sarayonu με το μεταξωτό του φόρεμα και το ψάθινο καπέλο του. Η πόλη αυτή περιέχει ολόκληρη την ιστορία της ζωής μου!

Έχετε αγαπημένους σας στο άλλο μισό της πόλης σας; Ανθρώπους που θα σας άκουγαν αν φωνάζατε αλλά τους οποίους δεν σας επιτρέπεται να δείτε για χρόνια. Σας διαχωρίζουν τρεις στρατοί και αμέτρητες σημαίες. Σας διαχωρίζουν η εχθρότητα, οι μύθοι και οι ιστορικές ερμηνείες.

Και τα δύο μισά της πόλης πάντοτε ξυπνούν την ίδια ώρα. Ο ήλιος ανατέλλει την ίδια ώρα, η μέρα ξεκινά. Όμως για χρόνια το ένα μισό δεν μπορούσε να ευχηθεί στο άλλο μισό καλημέρα, η ομιλία και το άγγιγμα δεν επιτρεπόταν.

Το πώς αισθάνομαι είναι κάτι το εντελώς διαφορετικό. Η πόλη αυτή είμαι εγώ η ίδια και το σώμα μου έχει μοιραστεί στα δύο. Είμαι ένας διαιρεμένος δρόμος, τα σακατεμένα μου πόδια δεν με παίρνουν πουθενά.

Γεννιέται ένα μωρό στην πόλη, τελείται μια κηδεία. Γεννήσεις και θάνατοι ανακοινώνονται στην εφημερίδα. Οι στρατιώτες αλλάζουν βάρδια στα σύνορα.

Καθώς το ένα μισό της πόλης ρίχνει σφαίρες στο άλλο μισό, ένα παιδί μαζεύεται κάτω από το πάπλωμά της, περιμένοντας τον θάνατο, μια έφηβη υποφέρει με αυξανόμενους πόνους, μια γυναίκα περπατά φοβισμένη στους δρόμους αργά το βράδυ.

Ήταν όλες τους εγώ και η πόλη αυτή με γνωρίζει καλά. Οι πέτρες της έχουν ακούσει τη φωνή μου, ακόμα και αν οι άνθρωποί της δεν την άκουσαν.

Για χρόνια το απαγορευμένο μισό της πόλης με καλούσε. Ο αέρας μετέφερε τη φωνή της σε μένα. Και όταν καβαλίκεψα τα σύννεφα και ταξίδεψα εκεί, αυτή τη φορά ήταν το άλλο μισό που ήταν απαγορευμένο και με καλούσε και πάλι. Τόσο τρελή είναι αυτή η πόλη!

Στα σημεία όπου τα δύο μισά αγγίζουν κρυφά, όπου ένας δρόμος χάνει το μισό του, όπου ένα δέντρο χάνει τις ρίζες του, οι κομμένες φλέβες της πόλης αιμορραγούν. Είναι μια εσωτερική αιμορραγία που μπορεί να γίνει αισθητή μόνο από εκείνους που την αγαπούν.

Κάποιοι συμπεριφέρονται σάμπως και έχουν ξεχάσει το άλλο μισό της πόλης. Το αίσθημα αυτό συρρικνώνει την πόλη, αποστραγγίζει το χρώμα από αυτή. Τα εσωτερικά της πόλης συμπιέζονται. Τη νύκτα το άλλο της μισό επιδεικνύει τα φώτα του και κλείνει το μάτι. Ενώ το ένα μισό της πόλης γιορτάζει με πυροτεχνήματα, το άλλο μισό πενθεί. Το ένα μισό της πόλης κάνει παρελάσεις με όπλα για καταστροφή του άλλου μισού, και το άλλο μισό έχει μεσίστιες τις σημαίες.

Και έτσι όταν σε μια από τις πόρτες της πόλης μου, μέσα από τις οποίες παρέλασαν τρεις στρατοί, άνοιξε μια ρωγμή μετά από 29 χρόνια, οι δρόμοι μετατράπηκαν σε φεστιβάλ ειρήνης – παρ’ όλες τις απαγορεύσεις, οι άνθρωποι της πόλης αγκάλιασαν ο ένας τον άλλο. Όμως όταν η καρδιά μιας πόλης έχει σπάσει, δεν είναι εύκολο να διορθωθεί.

Υπάρχει ένας δρόμος διαιρεμένος στα δύο, που περνά ακριβώς από το μέσο της πόλης. Στο σημείο όπου η πόλη αρχικά διαιρέθηκε, όπου τα δύο μισά μάλωσαν μεταξύ τους. Πριν να διαιρεθεί το νησί, ο πόνος του διαχωρισμού χαράχτηκε στην ψυχή του χρόνου με το οδόφραγμα που είχε στηθεί εκεί. Εκεί είναι ένα μέρος όπου το συρματόπλεγμα βυθίζεται στην καρδιά της πόλης, όπου τα χέρια που απλώνονται το ένα προς το άλλο χωρίζονται από τοίχους.

Πώς μπορούν οι άνθρωποι που θεωρούν την πόλη ως τον αποκλειστικό τομέα της πόλης τους, που θεωρούν το μισό της ως εχθρό, να γνωρίζουν πώς υποφέρει μια πόλη;

Έτσι από ενδιαφέρον, έχει ποτέ διαιρεθεί η πόλη σου;

Για να είμαι ειλικρινής όλοι μας είμαστε άστεγοι εδώ. Ανάμεσα σε όλους αυτούς τους στρατούς, όλα αυτά τα όπλα, όλες αυτές τις συζητήσεις.

Περπατώ στο πάρκο αλλά τα δέντρα μού μιλούν με τοπικές γλώσσες. Τα βουνά κοιτάζουν κάτω στα χρώματα των σημαιών. Θέλω να τρέξω προς τη θάλασσα – στρατιωτικές περιοχές ανακόπτουν την πορεία μου. Καθώς διαμαρτύρομαι, τα άλογα που φέρουν σπαθιά χλιμιντρίζουν. Παντού είναι λερωμένα με αίμα και λεφτά. Μια παρέλαση ξεκινά. Υψηλόβαθμοι αξιωματικοί με επωμίδες παρακολουθούν περήφανα από τις εξέδρες. Κλείνω τα μάτια μου. Μακριά, πολύ μακριά είναι ένας κήπος. Ένα μικρό κορίτσι σκύβει στο έδαφος κλαίγοντας.

Το έθνος είναι τύραννος.

Μήπως η μνήμη των πόλεων δεν βρίσκεται στους δρόμους, παρά στα μουσεία, ή ακόμα και κάτω από το έδαφός της;

Πέρσι κάποιος μου είπε ότι ένα πάρκο το οποίο διασχίζω συχνά είναι κτισμένο πάνω από έναν μαζικό τάφο και ότι πολλοί άνθρωποι το ξέρουν – τώρα δεν θα το διασχίσω εκτός και αν είναι απολύτως αναγκαίο.

Μόνο όταν άνοιξαν οι πόρτες που έδιναν πρόσβαση στην άλλη πλευρά μετά από 29 χρόνια μηδενικής επικοινωνίας, συνειδητοποίησα πόση καταστροφική ενέργεια και βαθιά ριζωμένη ένταση προκαλεί η ζωή σε αυτή την πόλη. Αμέσως το μυαλό και το σώμα μου ένιωθαν ελαφριά σαν πουλί – η κανονικοποίηση του εδάφους, τουλάχιστον με μια έννοια της λέξης, η παρουσία μου στο νότιο μέρος του νησιού, η οποία όταν πέρασα το 1997 θεωρήθηκε πράξη πολιτικής διαταραχής, αλλάζοντας από «λάθος» και «αμαρτωλή» στο να γίνει ένα γεγονός της καθημερινότητας, μου έδωσε μεγάλη ανακούφιση. Ιδιαίτερα εκείνες τις πρώτες λίγες μέρες, είχα ένα μόνιμο χαμόγελο στο πρόσωπό μου, καθώς περπατούσα περήφανα και θριαμβευτικά από τη μια πλευρά της πόλης στην άλλη. Η αστυνομία και στις δύο πλευρές με συνέχαιρε και αστειευόταν λέγοντας «Δεν χρειάζεται να ελέγξουμε την ταυτότητά σου».

Μετά το ανεπιτυχές δημοψήφισμα που απέτυχε να ενώσει το νησί, η ευτυχία μου εξασθένησε κάπως – και πάλι άρχισα να νιώθω άστεγη και άπατρις.

Στη μια πλευρά υπήρχε μια μικρή αίσθηση «διαφορετικότητας», στην άλλη η αίσθηση ότι κάποιος ήταν κλέφτης και ξένος. Αν και, για να πούμε την αλήθεια, λέω στους ξένους δημοσιογράφους που συχνά κτυπούν την πόρτα μου ότι ζω και στις δύο πλευρές της πόλης, σαν να ήταν ενωμένη! Και για να είμαι ειλικρινής, δεν είμαι εντελώς λανθασμένη. Πώς νιώθεις το να ζεις σε μια πόλη; Μπορείς να πηγαίνεις στη δουλειά στη μια πλευρά και στο σπίτι για μεσημεριανό στην άλλη. Αυτό είναι που κάνω τουλάχιστον τρεις μέρες τη βδομάδα. Πηγαίνω σε συναντήσεις και επισκέπτομαι τον γιατρό μου και το κομμωτήριό μου και στις δύο πλευρές της πόλης. Το γεγονός ότι πρέπει να δείξω την ταυτότητά μου καθώς περνώ στην άλλη πλευρά, ή το γεγονός ότι η διαίρεση σημαίνει ότι χρειάζεται μια αιωνιότητα για να διανυθούν μικρές αποστάσεις, δεν έχει και τόση σημασία. Στο κάτω κάτω, στο παρελθόν δεν χρειαζόταν να πάρω τρία διαφορετικά αεροπλάνα για να καλύψω την ίδια απόσταση, για να διανύσω τα μακρύτερα πενήντα μέτρα στον κόσμο;

Το πραγματικό νόημα του σλόγκαν ‘Δεν Ξεχνώ’ που ήταν γραμμένο στους τοίχους και στις δύο πλευρές της Κύπρου και χαραγμένο στα μυαλά μας ήταν αυτό: Δεν ξεχνώ αυτή την αφήγηση της οποίας είμαστε μέρος, αυτά τα ψέματα που αποκαλούμε ‘ιστορία μας’ και στη βάση της οποίας συντάσσουμε συμφωνίες, αλλά ξεχνούμε όλα τα άλλα. Ξεχάστε όλα όσα ξέρετε, όλα όσα νιώθετε. Μην ξεχνάτε ότι αυτοί είναι οι τύραννοι και εμείς είμαστε οι καταπιεσμένοι.

Αυτό είναι που είπαν όλες οι φωτογραφίες, το ραδιόφωνο, η τηλεόραση, οι εφημερίδες, οι δάσκαλοι Ιστορίας, τα βιβλία, οι λέξεις και τα γραφόμενα, όλα το είπαν αυτό. Η μεγάλη αφήγηση πρέπει να είναι κοινή και πρέπει όλοι να ενωθούμε στον αγώνα μας ενάντια στους ξένους. Και πρέπει να εξαπλωθεί ευρέως ο λόγος της τυραννίας των άλλων.

Στην πραγματικότητα το ‘Δεν Ξεχνώ’ σήμαινε επίσης ‘Ξεχνώ’. Ήταν οι εξουσίες που δήλωναν ακριβώς τι έπρεπε να ξεχάσουμε. Το να θυμούμαστε οτιδήποτε άλλο απαγορευόταν αυστηρά.

Εκείνες ήταν οι μέρες όταν το να κοιτάζεις πίσω, πίσω στο παρελθόν ήταν το αποδεκτό. Μέρες στις οποίες το σοκ από τα τραύματα του παρελθόντος έχτιζε οδοφράγματα μπροστά στο μέλλον. Μετά μια μέρα οι άνθρωποι σκέφτηκαν ότι ένα άλλο μέλλον, ένα μέλλον στο οποίο όλοι θα ήταν ίσοι, ήταν εφικτό, και ανέλαβαν δράση. Προσπάθησαν να αποτινάξουν τον ζυγό της απώλειας μνήμης. Για να μπορέσουν να κοιτάζουν μπροστά στο μέλλον, ο στόχος τους ήταν να ξεκαθαρίσουν το ταραγμένο παρελθόν που τους έκλεινε τον δρόμο, να τακτοποιήσουν παλιές υποθέσεις μαζί του και να τελειώσουν το έργο.

Οι αναμνήσεις είναι ένα εμπόδιο στο να ζούμε μαζί;

Το παρόν μας φαίνεται να έχει μετατραπεί σε μια φρενίτιδα μνήμης. Εφημερίδες και στις δύο πλευρές που έχουν ειδήσεις για παιδιά που δολοφονήθηκαν στην μπανιέρα τους, ο μικρός Χρίστος, που φέρεται να στάλθηκε στην Τουρκία για θεραπεία, μας οδηγούν πίσω στους τρομακτικούς διαδρόμους του παρελθόντος.

Σύμφωνα με κάποιους, αυτή η υπόθεση της μνήμης, του να βγάζουμε στην επιφάνεια το οδυνηρό παρελθόν, είναι λάθος, το καλύτερο πράγμα κατά τη γνώμη τους είναι να ξεχάσουμε. Υπάρχουν ακόμα και κάποιοι που πιστεύουν ότι αυτές οι αναμνήσεις είναι ένα εμπόδιο στο να ζούμε μαζί. Πραγματικά, δεν συμφωνώ με αυτό. Είναι δυνατόν να φτάσουμε σε μια ειρηνική διευθέτηση ενώ τα παιδιά παίζουν πάνω από έναν μαζικό τάφο. Για να φτιάξεις ειρήνη πρέπει να συγχωρέσεις. Πώς είναι δυνατό να συγχωρέσεις κάτι που έχει ξεχαστεί;

Μέχρι σήμερα οι άνθρωποι δεν έπραξαν σωστά ούτε με το να ξεχνούν ούτε με το να θυμούνται. Οι αφηγητές της επίσημης εκδοχής της ιστορίας έχουν δραστηριοποιήσει την επιλεκτική τους μνήμη και είπαν την ιστορία όπως τους ταίριαζε. Καθώς αυτή η ιστορική αφήγηση μας έπεισε ότι και οι δύο μας είμαστε αυτοί που έχουν το δίκιο και αυτοί που έχουν αδικηθεί, ένιωσε επίσης την ανάγκη να πει στον κόσμο για την αγριότητα των άλλων. Οι άλλοι επίσης έκαναν το ίδιο πράγμα και συνέταξαν τη δική τους ιστορική αφήγηση. Ενώ η πραγματική ιστορία ζει στις αναμνήσεις των ανθρώπων. Και τώρα οι γλώσσες έχουν λυθεί. Το παρελθόν που χύνεται στις αφηγήσεις φέρνει στο φως τα ψέματα των επίσημων ιστορικών αφηγήσεων και η παράνομη μνήμη έχει πλέον τεθεί σε λειτουργία.

Είναι δυνατό να ξεκινήσουμε μια νέα ζωή πριν καν να έχουμε τελειώσει να πενθούμε; Με τον κάθε αγνοούμενο του οποίου ανευρίσκονται τα οστά και που θάβεται με τον πρέποντα τρόπο, μια νέα ζωή ξεκινά για εκείνους που έμειναν πίσω. Ένας τελευταίος αποχαιρετισμός θα ολοκληρώσει την οδυνηρή σχέση με το παρελθόν.

Όταν έχουμε πει τις ιστορίες μας και ρίξουμε τα δάκρυά μας, ίσως να μπορέσουμε να αγκαλιάσουμε ο ένας τον άλλο και να κλάψουμε και για τον πόνο του άλλου. Και ίσως το μικρό πλοίο που πηγαίνει στον ποταμό του από δάκρυα να μας μεταφέρει σε μια άλλη χώρα. Σε μια άλλη χώρα την οποία θα ξανακτίσουμε, για να διασφαλίσουμε ότι ποτέ δεν θα χρειαστεί να υποστούμε ξανά τέτοια δεινά.»