Φόρμα αναζήτησης

Τσάι με μελισσόχορτο, δημοκρατία και σοσιαλισμός

Είναι πρωί. Κάθομαι εδώ και διαβάζω, παρατηρώντας πού και πού τους θαμώνες και πολεμώντας το κρύωμα με μια «λεμονάδα wannabe». Είναι, λέει, ένα τσάι με μέλι, «λεμόνι, λουίζα, λεμονόχορτο και μελισσόχορτο».

Την ύπαρξη του τελευταίου την αγνοούσα, θα είμαι ειλικρινής.

Και τώρα που την έμαθα σκέφτομαι πως δεν μου προσθέτει κάτι. Μάλλον είμαι προκατειλημμένος, ναι. Φοβάμαι τις μέλισσες. Από τότε που μια υπέροχη καλοκαιριάτικη μέρα στη Βιέννη, αντί για ηλιοθεραπεία στον Δούναβη, κατέληξα στα Επείγοντα όταν με τσίμπησε μία έξω από το σπίτι μου, οι σχέσεις μου με το είδος έχουν κλονιστεί.

Πάροδος Στασίνου είναι η καφετέρια. Trivia για τους νεότερους: παλιά είχαμε δύο σημεία αναφοράς για τη γειτονιά. Έλεγες «στο Χαλέπι» και εάν δεν καταλάβαιναν, πράγμα αδύνατον, έλεγες «στο Γεφυράκι». Όλοι ήξεραν το Γεφυράκι.

Δύσκολα, που λέτε, τους βρίσκεις αλλού τους θαμώνες της. Όλοι τους εδώ και σε τρία-τέσσερα άλλα τέτοια μαγαζιά θα πρέπει να μαζεύονται, σκέφτομαι. Στον πρόχειρο υπολογισμό του αριθμού τους συνολικά, αντικρίζω την απελπισία στην πόρτα. Χαμογελά σαδιστικά. Την κοιτάζω απειλητικά, σαν να της λέω να φύγει πάραυτα.

Είναι, οι θαμώνες, αυτό το σπάνιο πια είδος των ημεδαπών το οποίο -κοίτα να δεις- μπορεί να συζητάει χαμηλόφωνα, επί παραδείγματι. Πώς δεν υπάρχει!

Οι γνωστές παρέες των 50-60άρηδων αντρών, αυτός η εφάμιλλη του κορονοϊού από πολιτισμικής απόψεως μάστιγα των καφέ της πόλης οι οποίοι δεν ξέρεις τι δουλειά κάνουν -αν κάνουν- και οι οποίοι πνίγουν τον πληγωμένο ανδρισμό της ηλικίας επιβάλλοντας διά βοής την άποψή τους ο ένας στον άλλον, από την προπονητική μέχρι τα πολιτικά, αυτοί λοιπόν δεν υπάρχουν εδώ.

Ούτε και οι αργόσχολες κυράτσες, οι νέες και οι σιτεμένες, με τα πλαστικά χαμόγελα πίσω από τα πλαστικά ποτήρια, αυτές που απωθούν μύγες, κουνούπια και άλλα πετούμενα με τα πατσουλιά που τα λούζονται κιόλας και οι οποίες που πετάγονται όλο χαρά και αναφωνούν «αγαααάπη μου!» πριν από τον καθιερωμένο -τον προσεκτικό, ξυστά της πλαστικής επίσης κομμώσεως- ασπασμό.

Σε εξετάσεις Δραματικής, ακόμα και της τελευταίας, θα τις πετούσαν έξω κλοτσηδόν.

Θα έπρεπε τουλάχιστον. Αν μάλιστα κάποιος, σκέφτομαι, είχε προνοήσει να ποινικοποιήσει την κακή υποκριτική από ένα σημείο και κάτω, πολλά θα είχαμε γλυτώσει.

Σαββατοκύριακα, όσες τεκνοποίησαν, χωρίς συχνά να αντιλαμβάνονται αλλά και χωρίς καμία ιδιαίτερη ελπίδα να αντιληφθούν στο μέλλον το γιατί, αμολούν τα κακομαθημένα τους αριστερά και δεξιά, για να πιουν εκείνες τον καφέ τους με την ησυχία τους. Εις βάρος της ησυχίας των άλλων.

Τίποτα δεν περιφρονούμε σ’ αυτή τη χώρα όσο αυτή την πάντοτε… περιττή για τους άλλους και πάντοτε ιερή για εμάς, ησυχία.

Ημών των ακλήρων κυρίως. Έτσι κι αλλιώς και οι στρέιτ άκληροι και εμείς, χειρότερα, κατώτερη κάστα είμαστε, καθώς η διαιώνιση του είδους (τους, ως επί το πλείστον) είναι, λέει, χρέος ιερό και εθνική προσταγή, «έναντι των προγόνων μας και των επερχόμενων γενιών» (τους, ως επί το πλείστον).

Επί της ουσίας και συχνότερα, είναι το χειρότερο από τα αμέτρητα εγκλήματα που κάνει το είδος (τους, σκέτο) στο περιβάλλον. Το περιβάλλον ενός νησιού που το ευλόγησε η φύση κατά το κλισέ, αλλά και το καταράστηκε. Άθελά της, όταν δεν προγραμμάτισε πού και πώς θα κατέληγαν τα δίποδά του.

Πόσω μάλλον αυτό το fuckup το απόλυτο.

Για αυτό και εγώ, εγώ που δεν πιστεύω σε θεούς και ξωτικά, λέω πως θεός δεν υπάρχει. Όμως -αυτό, μου είπαν πολλοί να το βάζω για να μην χάνω, λέει, αναγνώστες, ένα θέμα με την αλήθεια σε αυτή τη χώρα το έχουμε- όμως εάν υπάρχει, γράφω σφίγγοντας τα δόντια, μια ματιά τριγύρω μας θα έπρεπε να είναι αρκετή για να πείσει αυτούς που τον πιστεύουν ότι ο τύπος πρέπει να είναι πολύ μεγάλη λέρα, τελικά.

Αλλιώς δεν γίνεται. Όσο για εμένα, καλούς αναγνώστες θέλω, όχι πολλούς. Μην τα ξαναλέμε.

Αυτούς που νιώθουν τόσο σημαντικοί ώστε να αναλαμβάνουν ρόλο υπασπιστή του (παντοδύναμου κατά τα άλλα) φανταστικού τους φίλου χωρίς να τους καλέσει, τι να τους κάνω; Αν το τίμημα για να σε διαβάζει κάποιος είναι η αποδοχή των όποιων όρων του, στο καλό να πάει. Αν έχω τέτοιους αναγνώστες κάτι κάνω λάθος, σκέφτομαι επίσης.

Τούτου λεχθέντος, μισού λεπτού σιγή για τους αφανείς ήρωες της αντίπερα όχθης: (α) αυτούς που θρησκεύονται σεμνά και χωρίς να αναλαμβάνουν ρόλους σαν αυτόν που λέγαμε πριν και (β) σε όλους αυτούς που κάνουν παιδιά αλλά νομίζουν οι καημένοι ότι θα μπορέσουν έτσι απλά να τα κάνουν ανθρώπους κανονικούς στο πείσμα της τοξικής ρύπανσης τριγύρω.

Πάντα τους αγαπώ αυτούς. Αγάπη βγαλμένη από συμπόνια για τον κάθε άλλο, αφελή ρομαντικό.

Κάποια στιγμή, που λέτε, αφήνω το βιβλίο στην άκρη (σ.σ. «Ένα άλογο μπαίνει σε ένα μπαρ» ονομάζεται, του Νταβίντ Γκρόσμαν, ένας μεγαλοφυής μονόλογος 300 κάτι σελίδων που διαβάζεται απνευστί), ανοίγω το λάπτοπ και αρχίζω να γράφω το κείμενο αυτό.

Προοριζόταν να γίνει κείμενο για την ΕΔΕΚ. Σόρι κιόλας για το ξαφνικό ξενέρωμα. Είναι σαν να κάνεις σεξ και να έχει ο άλλος το «Δεν θέλω να ξέρεις» της Αννούλας (εκεί που βγάζει τις μακρόσυρτες) για ringtone, δεν είναι; True story.

Είχα, λοιπόν, σκοπό να γράψω κάτι σε διασκεδαστικό ύφος -γελούσα πολύ το πρωί, έβηχα από το γέλιο και έλεγα χαλάλι να σκεφτείτε- για να σας μεταφέρω τα μοιρολόγια που διάβασα για τη διαγραφή του φίλου μου του Παπαδάκη από το κόμμα.

Το ωραιότερο ήταν πως όλοι στέκονταν σε περί δημοκρατίας ερωτήματα. Σοβαρά τώρα! Ναι, σας λέω, δημοκρατία με τον Σιζόπουλο. Σαν να λέμε, ξέρω ‘γω, ελευθερία του Τύπου στη Ρωσία. Ή «πάμε έξω να τα πιούμε», στην Τεχεράνη ή το Ριάντ. Ή τον Αναστασιάδη να διαβάσει την Έκθεση της Διεθνούς Διαφάνειας στις διακοπές του.

Το τελευταίο άκυρο. Αυτός και εάν έχει λόγο να την διαβάσει για να δει σε ποια σελίδα μπορεί να παίζει.

Μιλάμε και για ένα κόμμα το οποίο φτιάχτηκε για να είναι -και ήταν- η προσωποπαγής πολιτική μπίζνα του επίτιμου πια δεινόσαυρού του. Η συντήρηση του οποίου, δεινοσαύρου, στοίχισε στο κράτος από τη δεκαετία του ’60 περισσότερα από ό,τι όλοι οι του Natural History Museum του Λονδίνου μαζί.

Και ο «σοσιαλισμός» του οποίου κόμματος έφτανε το πολύ στην αρρώστια του μπααθισμού και σε τυράννους τους οποίους εξυμνούσε προκειμένου να τσιμπά ό,τι μπορούσε: τζάμπα χαρτί για την εφημερίδα του, ποσοστά για εξαγωγές και διάφορα άλλα όμορφα.

Ένα πράγμα το οποίο, όταν έφυγαν ή εκδιώχθηκαν όσοι δεν ταυτίστηκαν με τον εθνικισμό και το προσκύνημα του σοφού σε όλα ηγέτη, κατέληξε να παράγει διάφορα ασπόνδυλα. Άλλωστε η ηγεσία είχε καταργηθεί τη μέρα της απρόθυμης συνταξιοδότησης του Τοτέμ.

Και το οποίο, κόμμα, κατέληξε να ταυτίζεται με τα χτικιά του ΕΛΑΜ, τα αποπαίδια μιας υπόδικης, ξένης κιόλας νεοναζιστικής συμμορίας. Κάπου πάνω από το 1% έδειχναν την ΕΔΕΚ οι δημοσκοπήσεις. Όμως σώθηκε με ψήφους δανεικές από ανθρώπους δημοκράτες οι οποίοι είπαν «καλύτερα ο Παπαδάκης παρά το ΕΛΑΜ» (όχι «καλύτερα η ΕΔΕΚ») και την ψήφισαν.

Σκέφτομαι, λοιπόν, πως βασανιστικό αλλά καίριο προκύπτει το ερώτημα: Μήπως θα ήταν καλύτερο για τη δημοκρατία, μιας και μιλάμε για τη δημοκρατία, να είχε μείνει εκτός Ευρωκοινοβουλίου και να είχε διαλυθεί τελικά; Έναν Κυπραίο φασίστα στην Ευρωβουλή δεν θα τον άκουγε κανείς. Ή αν θέλετε θα ήταν μικρότερο το τίμημα από τη λαθροβίωση του Σιζόπουλου και της κλίκας του στα πολιτικά μας πράγματα εδώ.

Σκέφτομαι, τέλος, πως είναι ωραία που το καλύψαμε το θέμα, χωρίς να χαραμίσουμε ολόκληρο κείμενο σε αυτό. Δεν είναι;

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.