Φόρμα αναζήτησης

Τρία χρόνια μετά το Κραν Μοντανά, πώς προχωράμε;

Του Γιώργου Διονυσίου

Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές συμπληρώθηκαν κιόλας τρία χρόνια από την κατάρρευση των συνομιλιών στο Κραν Μοντανά, χωρίς να εξαντληθούν οι δυνατότητες που παρείχε η διαδικασία. Ήταν και τότε 7 Ιουλίου. Δεν είμαι καθόλου βέβαιος αν λυπήθηκε η πλευρά μας και η Ελλάδα για αυτή την εξέλιξη, είμαι όμως βέβαιος ότι την  ευχή για «καλή τύχη στον βορρά και στον νότο» που έδωσε ο γ.γ. του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες εκείνο το βράδυ την έχουμε ανάγκη σήμερα περισσότερο από ποτέ.

Έκτοτε βλέπουμε να υλοποιείται σταθερά η δήλωση του ΥΠΕΞ της Τουρκίας Τσαβούσογλου, πριν φύγει από το Κραν Μοντανά, για επιδίωξη από μέρους της χώρας του λύσης στην Κύπρο εκτός των πλαισίων του ΟΗΕ, με όλα όσα παράνομα πράττει σήμερα στην κυπριακή ΑΟΖ. Προστίθεται λοιπόν ένα νέο, πολύ σοβαρό τετελεσμένο με τη διχοτόμηση και στη θάλασσα, γεγονός που επιβαρύνει την πλευρά μας σε περίπτωση μιας νέας προσπάθειας για λύση. Τετελεσμένο που ήταν προβλεπτό, γιατί  η Τουρκία πάντα γνωστοποιεί τις προθέσεις της. Απλά εμείς ποτέ δεν μαθαίνουμε.

Για όσους ειλικρινά ενδιαφέρονται και αγωνιούν για το μέλλον, το ερώτημα είναι πώς προχωράμε για να δρομολογηθεί μια διαδικασία που να καταλήξει σε αίσιο τέλος. Αυτό πρέπει να γίνει το συντομότερο, γιατί το σημερινό βάλτωμα του Κυπριακού είναι χειρότερο από εκείνο επί Σπύρου Κυπριανού για δύο σοβαρούς λόγους. Ο ένας είναι επειδή τώρα η διχοτόμηση τείνει να παγιωθεί και στη θάλασσα και ο άλλος γιατί μέρα με τη μέρα η Τουρκία ροκανίζει την αντίσταση των Τουρκοκυπρίων στην πολιτική της για αφομοίωσή τους και κατάργηση της ταυτότητάς τους ως Κυπρίων. Ο χρόνος συνεπώς που παρέρχεται έχει ποιοτικές συνέπειες απείρως χειρότερες από το παρελθόν. Αφού λοιπόν ο Αντόνιο Γκουτέρες ανακοίνωσε την κατάρρευση των συνομιλιών εκείνο το καταθλιπτικό πρωινό, ο μεν τότε κυβερνητικός εκπρόσωπος και νυν ΥΠΕΞ δήλωνε ότι το αποτέλεσμα δεν είναι θετική εξέλιξη, αλλά ούτε το τέλος του δρόμου, ο δε τότε ΥΠΕΞ της Ελλάδας Νίκος Κοτζιάς είπε ότι το όνειρο και το σχέδιο λύσης του Κυπριακού παραμένει. Χωρίς καμιά διάθεση να παίξουμε με τις λέξεις, ούτε δρόμο βλέπουμε που να οδηγεί σε λύση, αλλά ούτε και σχέδιο. Θα ανέμενε κανείς ότι το αποτέλεσμα θα ήταν σοκ για την πλευρά μας, δεδομένου ότι και ο ΟΗΕ και ο νυν ΥΠΕΞ Νίκος Χριστοδουλίδης δήλωσαν ότι φτάσαμε στο παρά πέντε της λύσης. Πρόκειται για το ίδιο έργο που παίζεται από τα μέσα του περασμένου αιώνα: όποτε φτάσουμε στο σημείο που είμαστε αναγκασμένοι να δούμε την πραγματικότητα, βγάζουμε σπυράκια. Παραμένουμε εγκλωβισμένοι στον ίδιο τρόπο σκέψης και συνεπώς στην ίδια ρητορική από τη δεκαετία του 1960, υποκρινόμαστε ότι δεν αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα και τα φορτώνουμε όλα στους άλλους. Επιπρόσθετα, σε όλη την ιστορία του Κυπριακού, ποτέ δεν πήραμε έστω και μια φορά την  πρωτοβουλία προτείνοντας ολοκληρωμένο σχέδιο για λύση. Ακόμα και τώρα που κινδυνεύουν να χαθούν και οι θάλασσές μας και οι Τουρκοκύπριοι, δεν φαίνεται να ανησυχούμε. Εκτός, βέβαια, και εάν πράγματι δεν ανησυχούμε. Πώς αλλιώς να ερμηνεύσουμε αυτό τον «χαβαλέ» που διαποτίζει την πολιτική μας;

Αν θέλουμε επομένως να σώσουμε ό,τι σώζεται, ας ξυπνήσουμε επιτέλους. Σε όλες τις εκθέσεις τους, οι γ.γ. του ΟΗΕ καλούν Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους σε συνεννόηση. Ας θυμηθούμε δε ότι και η Τουρκία έχει ως σταθερή πολιτική της να τα βρουν πρώτα οι δύο κοινότητες και η ίδια θα είναι βοηθητική. Αν αυτό δεν αρέσει σε κάποιους, ας έχουν όλοι υπόψη τους ότι η διεθνής διάσκεψη στο Κραν Μοντανά κατέστη εφικτή ακριβώς γιατί Αναστασιάδης και Ακκιντζί φτάσανε πολύ κοντά σε συμφωνία για τις εσωτερικές πτυχές του προβλήματος. Ο κόσμος, θύμα της μονότονης και ανούσιας ρητορικής των φοβισμένων ηγετών μας, μένει συνήθως στο σλόγκαν ότι το Κυπριακό είναι θέμα εισβολής και κατοχής. Ναι, είναι, αλλά όχι μόνο. Το πρόβλημα πάει πιο πίσω σε εκείνη την αμαρτωλή δεκατετραετία από το 1960 έως το 1974, όταν η πλευρά μας συστηματικά και στη βάση σχεδίου επεχείρησε να αποστερήσει τους Τουρκοκυπρίους από τα δικαιώματά τους που με την υπογραφή μας τους αναγνωρίσαμε. Αυτή τη μεγάλη αλήθεια οι ελληνοκυπριακές ηγεσίες δεν είχαν το θάρρος να την αναγνωρίσουν, δέσμιες ούσες και οι ίδιες της ρητορικής τους αλλά και του ακροατηρίου τους, το οποίο οι ίδιες εκπαίδευσαν να βλέπει το πρόβλημα στις μισές του διαστάσεις. Επιπρόσθετα, με την πάροδο του χρόνου από την εισβολή και μετά δημιουργήθηκαν ποικιλόμορφα οικονομικά συμφέροντα και η νοοτροπία και πρακτική του ανεξέλεγκτου στη δημόσια υπηρεσία, καταστάσεις που συστηματικά παρεμβάλλονται ως εμπόδια σε λύση που να επαναφέρει τους Τ/Κ στο πολιτειακό και οικονομικό προσκήνιο σε μια ομοσπονδία.

Είναι καιρός να αναλογιστούμε τις συνέπειες της αδράνειάς μας και να αναλάβουμε δράση χωρίς χρονοτριβή. Το πρώτο και πιο σημαντικό που πρέπει να γίνει είναι να το πάρουμε απόφαση ότι η μελλοντική δομή του κράτους θα έχει τη μορφή δικοινοτικής ομοσπονδίας, όπως καθορίζεται από τον ΟΗΕ. Ως συνέπεια τούτου θα πρέπει να αναλάβουμε συστηματική προσπάθεια προσέγγισης με τους Τουρκοκυπρίους. Πρέπει, επιτέλους, να καταλάβουμε ότι όσο τους αγνοούμε, τόσο πιο πολύ τους σπρώχνουμε στην Τουρκία. Ας δώσουμε δε το ελεύθερο στις δικοινοτικές τεχνικές επιτροπές να δράσουν και όχι να τις παραγνωρίζουμε, να τις αδρανοποιούμε και να τις ποδηγετούμε, όπως δυστυχώς γίνεται τώρα, ακόμα και πολύ πρόσφατα με την υγειονομική κρίση. Το κράτος επίσης ας αγκαλιάσει και ας ενισχύσει τις δικοινοτικές δραστηριότητες, για να δώσουμε το μήνυμα απέναντι ότι είμαστε παρόντες. Η ιστορία μάς έχει κληροδοτήσει ένα μεγάλο απόθεμα αλληλοκατανόησης, αλληλοσεβασμού και άριστων ανθρωπίνων σχέσεων μεταξύ των δύο κοινοτήτων που κυριολεκτικά ισοδυναμεί με έγκλημα να το αφήνουμε στις δαγκάνες της Τουρκίας. Για δε το φυσικό αέριο, υπάρχει τρόπος να διαμορφωθεί μια φόρμουλα που θα το καταστήσει κίνητρο για λύση. Είναι  ισχυρή μας πεποίθηση ότι αμέσως πρέπει να αναλάβουμε εμείς για πρώτη φορά την πρωτοβουλία και να μην τα περιμένουμε όλα από τους ξένους. Η εικόνα που εκπέμπουμε μέχρι τώρα είναι εκείνη του διεθνούς επαίτη, ο οποίος ζητά από παντού βοήθεια, αλλά αρνείται να βοηθήσει ο ίδιος τον εαυτό του.

Ως κατακλείδα θα ήθελα να παραθέσω δύο διαπιστώσεις του γνωστού Ισραηλινού φιλοσόφου και συγγραφέα Yuval Noah Harari στο βιβλίο του «Μια σύντομη ιστορία του ανθρώπου». Γράφει λοιπόν ο Harari ότι «οι επιλογές που κάνει η ιστορία δεν γίνονται προς όφελος των ανθρώπων» και ότι «δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι η ιστορία δουλεύει για το καλό των ανθρώπων». Αν ο μεγάλος αυτός φιλόσοφος καταλήγει σε αυτά τα συμπεράσματα, αφού μελέτησε σφαιρικά τους μεγάλους πολιτισμούς, τότε πώς τολμούμε εμείς, με τη μισή Κύπρο υπό κατοχή, ακόμα και να διανοηθούμε να αφήσουμε το πρόβλημα να το λύσει η ιστορία, διατηρώντας το status quo και όπου μας βγάλει; Αν εμείς αρνούμαστε να εμπλακούμε δυναμικά στη διαμόρφωση του δικού μας μέλλοντος, ποιον περιμένουμε να το κάνει;

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.