Φόρμα αναζήτησης

Τώρα οι κομματάρχες θα γίνουν και βασιλείς;

Συνεχίζεται η συζήτηση γύρω από το σίριαλ της 56ης έδρας. Τα κόμματα ετοιμάζονται να προχωρήσουν σε αλλαγή του Συντάγματος για να δοθεί επιτέλους λύση στο πρόβλημα που αφήνει μέχρι στιγμής την Κυπριακή Βουλή με 55 έδρες. Η ρύθμιση αυτή εν αρχή επιχειρεί να κλείσει μιαν ασάφεια. Να διευκρινίσει δηλαδή την κυριότητα μιας βουλευτικής έδρας, για τη διάρκεια μερικών ωρών, δηλαδή σε ποιο ανήκει η έδρα  σε περίπτωση παραίτησης ενός βουλευτή από τη στιγμή της εκλογής του έως και την επίσημη διαβεβαίωση του ενώπιον των αρχών. Με βάση την προτεινόμενη ρύθμιση, η έδρα σε τέτοια περίπτωση ανήκει στην κυριότητα του κόμματος, οπότε θα την καταλαμβάνει ο πρώτος επιλαχών του ιδίου κόμματος.

Κατά τη διάρκεια βέβαια της πιο πάνω συζήτησης παρεισέφρησε και μία ακόμα άποψη, η οποία αφορά την ιδιοκτησία της βουλευτικής έδρας καθ’ όλη τη βουλευτική περίοδο, δηλαδή στη διάρκεια ολόκληρης της θητείας του.

Είναι με βάση το Σύνταγμα μέχρι στιγμής δεδομένο ότι σε περίπτωση θανάτου ή οικειοθελούς παραίτησης ενός βουλευτού τότε η έδρα του πάει στο κόμμα με το οποίο κατήλθε ως υποψήφιος και εξελέγη. Στη Βουλή αυτές τις μέρες συζητείται μια περαιτέρω απόλυτη προέκταση αυτού του δεδομένου.  Δηλαδή, σε περίπτωση που ένας βουλευτής αποφασίζει να αλλάξει στρατόπεδο (όπως π.χ. έκαναν πρόσφατα οι Παύλος Μυλωνάς και Άννα Θεολόγου) τότε χάνει την έδρα του, η οποία παραμένει στο κόμμα με το οποίο εξελέγη και την οποία το κόμμα δίνει στον πρώτο επιλαχόντα. Όσοι προτείνουν αυτή τη θέση υποστηρίζουν ότι (η θέση) είναι συνεπής με την αλλαγή του εκλογικού νόμου σε απλή αναλογική. Επιμένουν, λοιπόν, ότι αν ένας βουλευτής ο οποίος εκλέγεται από ένα κόμμα στην πορεία διαφωνήσει, τότε πρέπει να παραιτείται και να παραχωρεί την έδρα του πίσω στο κόμμα.

Αντιλαμβανόμαστε ότι αυτή είναι μια θέση αρχής η οποία είναι σεβαστή. Προϋποθέτει βέβαια την ύπαρξη κομμάτων με αρχές. Αν είχαμε κόμματα αρχών, η θέση αυτή θα μπορούσε να βρει σοβαρή απήχηση. Αν κρίνει π.χ. κάποιος από τις αποχωρήσεις Μυλωνά και Θεολόγου από το κόμμα τους, αλήθεια, στη βάση ποιων αρχών και πολιτικών διαφωνιών αποχώρησαν;

Από την η άλλη, η καιροσκοπική συμπεριφορά κάποιων βουλευτών δεν θα πρέπει να εμποδίζει τις αποχωρήσεις από ένα κόμμα αν πραγματικά υπάρχει σοβαρή διαφωνία, όπως π.χ. έκανε στο παρελθόν ο Λεόντιος Ιεροδιακόνου όταν αποχώρησε από το ΔΗΚΟ ή ο Δημήτρης Συλλούρης όταν αποχώρησε από το ΔΗΣΥ επειδή διαφώνησαν με τις ηγεσίες των κομμάτων στο Κυπριακό.

Θα μπορούσε κάποιος εδώ να υποστηρίξει ότι θα έπρεπε να υπάρχει ένας διαχωρισμός σε ό,τι αφορά τις σοβαρές ιδεολογικές και πολιτικές διαφωνίες με τον αριβισμό και τον καιροσκοπισμό. Πώς όμως νομοθετείται κάτι τέτοιο;

Αυτό είναι το καθήκον που έχουν οι ίδιοι οι ψηφοφόροι, οι οποίοι διά της ψήφου τους οφείλουν να επιβραβεύουν τους σοβαρούς πολιτικούς από τους λαϊκιστές.

Εν ονόματι λοιπόν της Δημοκρατίας, και παρά τους κατά καιρούς καιροσκόπους, πρέπει να θωρακίσουμε την ελευθεροφωνία και τις διαφωνίες σοβαρών βουλευτών. Οι οποίες εν κατακλείδι μπορεί να εκφράζουν και μετρήσιμες τάσεις εντός της κοινής γνώμης. Αυτοί οι βουλευτές λοιπόν δεν είναι δυνατόν να φεύγουν από τη Βουλή σε περίπτωση διαφωνιών με τις ηγεσίες των κομμάτων τους. Αν περάσει κάτι τέτοιο από τη Βουλή τα ήδη προβληματικά μας κόμματα θα μετατραπούν σε απόλυτα αρχηγικά, με τους ηγέτες τους να λειτουργούν ελέω θεού ως απόλυτοι μονάρχες