Φόρμα αναζήτησης

Το δίπολο Βορρά-Νότου και η αυστροολλανδική απειλή προς το Ευρωπαϊκό εγχείρημα

Του Αλέξανδρου Ζαχαριάδη*

Είναι ξεκάθαρο πλέον ότι η πανδημία θα επιφέρει μαζί της μία παγκόσμια οικονομική κρίση πολύ χειρότερη από αυτή του 2008 και ίσως χειρότερη από αυτή του 1929. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Κομισιόν, η οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα έχει συρρίκνωση της τάξης του 7,4 % ενώ για τις οικονομίες της ευρωζώνης η συρρίκνωση αυτή θα ανέλθει στο 7.7%. Τα κράτη μέλη της Ένωσης για ακόμα μία φορά δεν παρουσιάστηκαν ως ένα ενιαίο μέτωπο για την αντιμετώπιση αυτής της κρίσης ενώ το συνολικό πακέτο στήριξης που εν τέλει εγκρίθηκε ήταν αποτέλεσμα ενός οδυνηρού συμβιβασμού. Για ακόμα μία φόρα, η ΕΕ έδειξε να είναι διαχωρισμένη σε Βορρά και Νότο.

Το κύριο διακύβευμα σε αυτή την διαμάχη ήταν η έκδοση ενός ευρωομολόγου που θα επέτρεπε στην ΕΕ να δανειστεί συλλογικά για να αντιμετωπίσει την κρίση και άρα να μειώσει το χρέος των εθνικών κυβερνήσεων. Οι χώρες του Νότου και η Γαλλία υπέρ ενώ αυτές του Βορρά κατά. Εν τέλει, το ευρωομόλογο δεν εκδόθηκε και τα μέτρα που αποφασίστηκαν αφορούν κυρίως χρηματοδότηση του εθνικού χρέους των μελών της ΕΕ από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα με την αγορά κρατικών ομολόγων τους στις δευτερογενείς αγορές, δανεισμό από τον ESM και κυρίως τη δημοσιονομική χαλάρωση των στόχων σε εθνικό επίπεδο το οποίο θα επιτρέψει στις κυβερνήσεις της ΕΕ να αυξήσουν το δημόσιο τους χρέος για να αντιμετωπίσουν τη κρίση. Η απευθείας χορήγηση από την ΕΕ προς τα κράτη μέλη μέσω προγραμμάτων όπως το De Minimis ή το SURE αποτελεί ένα πολύ μικρό ποσοστό του πακέτου μέτρων ύψους €3,4 τρις που αποφάσισε η Ένωση.

Το ενδιαφέρον σημείο στο οποίο θέλω να εστιάσω είναι το ότι παρότι η Γερμανία αποτελεί την ηγέτιδα χώρα του μπλοκ των χωρών του Βορρά, στις διαπραγματεύσεις διαφάνηκε πως μικρότερα κράτη όπως η Ολλανδία και η Αυστρία αποδείχτηκαν πιο σκληροί διαπραγματευτές. Στην περίπτωση της Ολλανδίας μάλιστα είδαμε τον υπουργό οικονομικών της χώρας να απαιτεί πως ακόμα και ο δανεισμός από τον Ευρωπαϊκό Μηχανησμό Στήριξης(ESM) για σκοπούς κάλυψης αναγκών της δημόσιας υγείας θα έπρεπε να συνοδευτεί και από μνημονιακά μέτρα δημοσιονομικής αναπροσαρμογής.

Αυτή η στάση πηγάζει αρχικά από την πολιτικοοικονομική φιλοσοφία των κυβερνήσεων σε αυτά τα δύο κράτη. Τόσο η αυστριακή κυβέρνηση όσο και η ολλανδική κυβέρνηση υποστηρίζουν μια πολιτική λιτότητας και σκληρής στάσης προς τον Νότο. Στην περίπτωση της Αυστρίας αυτό συμβαίνει καθώς ο κυβερνητικός συνασπισμός ηγείται από το χριστιανοδημοκρατικό κόμμα του Sebastian Kurz το οποίο έχει μια θέση εφάμιλλή με αυτή των Γερμανών χριστιανοδημοκρατών της κας Merkel. Στην περίπτωση της Ολλανδίας, η οποία έχει πάρει και την πιο σκληρή στάση στις διαπραγματεύσεις, ο κυβερνητικός συνασπισμός αποτελείται από κόμματα της δεξιάς ηγούμενη από το φιλελεύθερο κόμμα του πρωθυπουργού Mark Rutte. Η σκληρή στάση της Ολλανδίας ενισχύεται και από το ότι η χώρα οδεύει σε βουλευτικές εκλογές το Μάρτιο του 2021 με τη κύρια απειλή για την κυβέρνηση να προέρχεται από το ακροδεξιό κόμμα του Geert Wilders ο οποίος είναι υπέρ της αποχώρησης από την ΕΕ. Με τη σκληρή στάση απέναντι στο Νότο η κυβέρνηση ελπίζει πως θα μπορέσει να αντλήσει υποστήριξη από ψηφοφόρους που πρόσκεινται στον Wilders. Τέλος, εάν η κυβέρνηση είχε ακολουθήσει μια πιο συγκαταβατική και μετριοπαθή στάση τότε θα πρόσφερε πρόσφορο έδαφος στην ακροδεξιά η οποία θα μπορούσε πολύ πιο εύκολα να απευθυνθεί στα εθνικιστικά αντανακλαστικά των Ολλανδών ψηφοφόρων.

Το ερώτημα το οποίο γεννάται όμως από τα πιο πάνω είναι πως ένα κράτος σαν την Αυστρία ή την Ολλανδία έχει τη δυνατότητα να καθορίσει σε τέτοιο βαθμό την πολιτική της ΕΕ. Αρχικά, η ίδια η δομή των εκτελεστικών οργάνων της ΕΕ επιτρέπει σε μικρά κράτη την ισότιμη εκπροσώπηση τους στα πλείστα συλλογικά όργανα ενώ έχουν και το δικαίωμα στην άσκηση βέτο με αποτέλεσμα να τους δίνεται η δυνατότητα να μπλοκάρουν αποφάσεις τις οποίες θεωρούν μη συμφέρουσες.
Ακόμη, Η δημιουργία της ΕΕ αλλά και η άνοδος της παγκοσμιοποίησης στις δεκαετίες που ακολούθησαν το τέλος του Ψυχρού Πολέμου οδήγησαν στην κατακόρυφη αύξηση της διασυνδεσημότητας των οικονομιών της ΕΕ. Η οικονομική διασυνδεσημότητα, όπως τονίζουν οι Nye και Keohane, δημιουργεί οικονομικές ασυμμετρίες. Αυτές οι ασυμμετρίες στην ΕΕ έγιναν ορατές στην διάρκεια της προηγούμενης κρίσης και ιδιαίτερα στη ζώνη του ευρώ η οποία κατέστησε τις χώρες του Βορρά δανειστές του Νότου. Το γεγονός αυτό επιτρέπει σε χώρες όπως η Αυστρία ή η Ολλανδία, που με παραδοσιακούς όρους ισχύος θα ήταν μικρομεσαίες δυνάμεις στην καλύτερα των περιπτώσεων, να έχουν μια επιρροή τεράστια εν πολλοίς δυσανάλογη του μεγέθους τους.

Αυτό το οποίο θεωρώ πως δεν έχουν αντιληφθεί τα εν λόγω κράτη είναι πως αν δεν παρθούν τα κατάλληλα συλλογικά μέτρα τότε το πλαίσιο στο οποίο ασκούν την ισχύ τους, δηλαδή η ΕΕ αλλά και η Ευρωζώνη, ίσως καταρρεύσει με αποτέλεσμα να χάσουν και σε μακροπρόθεσμο επίπεδο την ίδια τους την επιρροή. Τι εννοώ; Ας πάρουμε το παράδειγμα της Ιταλίας, της 3ης μεγαλύτερης οικονομίας της ΕΕ. Η αναλογία κρατικού χρέους προς το ΑΕΠ της χώρας, σύμφωνα με στοιχεία του περασμένου Ιούλη, βρισκόταν στο 134%. Προφανώς, αυτό το νούμερο με την τωρινή κρίση θα εκτοξευθεί σε δυσθεώρητα ύψη και ένα από τα μέτρα τα οποία αναγκάζεται να πάρει η χώρα είναι η εγγύηση τραπεζικών δανείων ύψους περίπου €200 δις προς τις Ιταλικές επιχειρήσεις. Αναπόφευκτα, μεγάλο μέρος των οποίων θα πάει σε επιχειρήσεις οι οποίες ήταν μη βιώσιμες και προ κρίσης ή θα αποτύχουν να ανταπεξέλθουν στις υποχρεώσεις τους. Το αποτέλεσμα σε συγκερασμό με την απουσία ενός συλλογικού δανεισμού από την πλευρά της ΕΕ αλλά και την ανάγκη για περεταίρω δανεισμό από την ιταλική κυβέρνηση θα οδηγήσουν το χρέος της Ιταλίας σε ένα μη βιώσιμο επίπεδο. Έτσι στο προσεχές μέλλον η Ιταλία θα απειλείτε όχι μόνο με μια οικονομική κρίση αλλά με μια παγίδα χρέους. Το παράδειγμα της Ιταλίας είναι ενδεικτικό με κράτη όπως η Ισπανία και η Ελλάδα να αντιμετωπίζουν ανάλογους κινδύνους. Τέτοιες εξελίξεις απειλούν την ίδια τη βιωσιμότητα της Ευρωζώνης και του Ευρωπαϊκού εγχειρήματος γενικότερα.

Εν τη απουσία της ΕΕ το ενδεχόμενο να οδηγηθούμε σε ακραία φαινόμενα όπως την περεταίρω άνοδο εθνικιστικών δυνάμεων είναι ορατό. Ορατό επίσης είναι και το ενδεχόμενο να οδηγηθούμε σε ένα είδος νέο-μερκαντιλισμού με τα κράτη της Ηπείρου να στρέφονται προς τις δικές τους παραγωγικές δυνάμεις πλήττοντας έτσι την παρούσα οικονομική διασυνδεσημότητα. Ακόμη, μια επανεκλογή Τράμπ στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού ή η συρρίκνωση των αμυντικών δαπανών στις ΗΠΑ ως απότοκο της κρίσης πιθανόν να οδηγήσει και σε υποβάθμιση του ΝΑΤΟ. Σε ένα τέτοιο σενάριο οι όροι ισχύος θα έχουν μεταβληθεί με τη στρατιωτική ισχύ να επανέρχεται στο προσκήνιο.

Η υποχώρηση διεθνών οργανισμών όπως το ΝΑΤΟ και η ΕΕ, τα οποία παρέχουν μια αμυντική ομπρέλα στα πλείστα κράτη της ΕΕ, αυτομάτως θα σημαίνει πως χώρες του μεγέθους της Ολλανδίας και της Αυστρίας θα έχουν πλέον να αντιμετωπίσουν ένα πολύ πιο επικίνδυνο διεθνές περιβάλλον. Έτσι, είναι προς το μακροπρόθεσμο συμφέρον των κρατών του Βορρά να κινηθούν προς μια πιο συλλογική αντιμετώπιση της επερχόμενης κρίσης στην ΕΕ η οποία θα πρέπει να περιλαμβάνει αναδιάρθρωση και διαγραφή μέρους του δημόσιου χρέους των κρατών του Νότου και ιδιαίτερα της Ιταλίας. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να οδηγήσει και στην περεταίρω δημοσιονομική εμβάθυνση της ΕΕ που θα επιτρέψει μια συλλογική αντιμετώπιση της παρούσας αλλά και οποιασδήποτε μελλοντικής οικονομικής κρίσης. Τα μέτρα αυτά θα διασφαλίσουν το Ευρωπαϊκό εγχείρημα επιτρέποντας ταυτόχρονα σε μικρά Ευρωπαϊκά κράτη όπως η Ολλανδία, η Αυστρία και το Λουξεμβούργο να ασκούν μια πλατιά επιρροή στην πολιτική εξέλιξη της ηπείρου.

Εν κατακλείδι, είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε αυτές τις στιγμές οι ηγέτες της ΕΕ να θυμούνται σε κάθε βήμα ότι η ΕΕ αποτελεί κάτι παραπάνω από μια οικονομική και πολιτική ένωση αλλά ένα ειρηνευτικό εγχείρημα. Μια ανάγνωση της Ευρωπαϊκής ιστορίας πριν από το 1957 όταν και δημιουργήθηκε η Ένωση Άνθρακα και Χάλυβα, προπομπός της ΕΕ, θα τους πείσει. Η συνέχεια του είναι η σημαντικότερη εγγύηση για μιας συνεχιζόμενης ειρήνης.

* Ο Αλέξανδρος Ζαχαριάδης είναι υποψήφιος διδάκτωρ στο Τμήμα Διεθνών Σχέσεων του London School of Economics.

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.