POWERED BY

Φόρμα αναζήτησης

Τι μπορεί να γίνει με το Γενικό Ελεγκτή



Ο Γενικός Ελεγκτής και το επιτελείο του έχουν γίνει ο πραγματικός και ίσως απόλυτος άρχοντας της Διαδικτυακής κοινής γνώμης της Κύπρου.  Με απίστευτη και αξιοθαύμαστη δεξιότητα και άνεση ο Γενικός Ελεγκτής έχει καθηλώσει ολόκληρο σχεδόν τον Κυπριακό λαό και τα μέσα που τον ενημερώνουν στο σημείο που αναμένεται η κάθε δήλωση ή tweet εκ μέρους του με κομμένη ανάσα.

 

Δεν ενδιαφέρει κανένα από τους πολυπληθείς ακόλουθους, υποστηρικτές και θαυμαστές του αν ευσταθεί ή όποια τοποθέτηση του Γενικού Ελεγκτή ή αν έχουν την οποιαδήποτε νομική στήριξη οι όποιες θέσεις του.  Η κοινή γνώμη απλά αδημονεί για το επόμενο επεισόδιο στο έργου όπου πρωταγωνιστεί ο γενικός Ελεγκτής.  Αυτή η ιδιαίτερα πετυχημένη στρατηγική η οποία είναι εξαιρετικά οργανωμένη  ενδεχομένως έχει πετύχει στο να τεθεί ο Γενικός Ελεγκτής στο απυρόβλητο χωρίς, επαναλαμβάνεται, να κρίνεται η νομιμότητα ή όχι των όποιων πράξεων του.

 

Σε ένα άρθρο του Γενικού Ελεγκτή της Δημοκρατίας δημοσιευμένο στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας ο Φιλελεύθερος στις 2 Ιανουαρίου 2021,[1] ενημερώνει τον Κυπριακό Λαό ότι προχωρεί με το έργο του καθοδηγούμενος, μεταξύ άλλων, από το INTOSAI.[2]   Μα λέγει επίσης ότι παρά του ότι ατεκμηρίωτα βάλλεται από τη Κυβέρνηση, δικαιώθηκε στις θέσεις του και συνεχίζει το έργο της Υπηρεσίας του.  Ο Αναγνώστης μπορεί από μόνος ή μόνη του να ανατρέξει όπου μπορεί να εντοπίσει πόσες ακριβώς υποθέσεις προωθήθηκαν επιτυχώς στο Δικαστήριο βάσει των ευρημάτων της Υπηρεσίας του Γενικού Ελεγκτή.

 

Ο γράφοντας θέλει να θέσει υπόψη του Αναγνώστη μια πρόσφατη εξέλιξη στην Ιρλανδία, περίπτωση γνωστή ως τo δείπνο “Golfgate” το οποίο στάθηκε αφορμή να  δοθεί στη δημοσιότητα αλληλογραφία μεταξύ του Πρόεδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου Chief Justice Frank Clarke και του Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Justice Seamus Woulfe στην οποία ο Πρόεδρος το Ανωτάτου της Ιρλανδίας εισηγήθηκε ότι η συμπεριφορά του Εφέτη Woulfe  που σχετιζόταν με το να συμμετέχει σε δείπνο το οποίο ενδεχομένως να παραβίαζε του κανόνες της Χώρας σε σχέση με τη πανδημία του Κορονοϊού και η αντίδραση και τα σχόλια του στην έρευνα που διατάχθηκε καθώς και στις σχετικές επιστολές ήταν τέτοια που θα έπρεπε να παραιτηθεί[3].  Να σημειωθεί ότι αυτή η συζήτηση έγινε σε μεγάλο βαθμό με απευθείας αλληλογραφία και συναντήσεις οι οποίες δόθηκαν στη δημοσιότητα.

 

Φαίνεται ότι το λάθος που έκανε ο Εφέτης Woulfe  δεν ήταν μόνο ότι παρευρέθηκε σε ένα δείπνο το οποίο κατά πάσα πιθανότητα παραβίαζε, με το τρόπο που οργανώθηκε και είχε διεξαχθεί, τους Ιρλανδικούς κανόνες για το Κορονοϊό αλλά ο τρόπος που ο ίδιος αντέδρασε ήταν κάτι το οποίο ο Πρόεδρος του Εφετείου θεώρησε ότι ήταν ανάρμοστη διαγωγή και αρκετά σοβαρός για να ζητήσει από τον Woulfe να παραιτηθεί.

 

Ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Ιρλανδίας Clarke ασκώντας κριτική στον Εφέτη Woulfe  Δικαστή για τα δημόσια σχόλια στα οποία πρόβηκε ανέφερε στην επιστολή του: «Separately, you commented adversely on the government’s management of the public health crisis and made remarks critical of the Taoiseach and many other office holders which, as a result of both their tone and content, created further genuine controversy. It is a longstanding and important aspect of the reciprocal respect due by the institutions of the State to each other that judges do not engage in or give rise to matters of controversy most particularly involving the other branches.»

 

Φαίνεται δηλαδή ότι η άσκηση αρνητικής κριτικής αναφορικά με ένα θεσμό του κράτους από άλλο θεσμό του κράτους  προκαλεί αντιπαράθεση ή σύγκρουση κάτι το οποίο παραδοσιακά θα πρέπει να αποφεύγεται.  Ιδιαίτερη αναφορά μπορεί να γίνει στο γεγονός ότι θεωρήθηκε επίσης από τον Προέδρο του Ιρλανδικού Εφετείου ότι σειρά δηλώσεων οι οποίες θέτουν σε αμφισβήτηση άλλους θεσμούς μπορούν να συνυπολογιστούν και να αποτελέσουν σωρευτικά ανάρμοστη συμπεριφορά.  Να σημειωθεί επίσης ότι όταν δόθηκε συνέχεια στην αλληλογραφία και στη σύγκρουση η αντίδραση του Προέδρου του Ανωτάτου ήταν να επιμένει ότι η παραίτηση του Εφέτη ήταν μονόδρομος.

 

Στο δικό μας δίκιο πολύ σωστά ακούγεται συχνά πυκνά η φράση, «ότι δεν απαγορεύεται ρητώς, επιτρέπεται».

Είναι όμως αυτό αρκετό χωρίς άλλο νομικό υπόβαθρο, να δίνει το δικαίωμα στο θεσμό του Γενικού Ελεγκτή να βομβαρδίζει συνεχώς τον Κύπριο πολίτη με τοποθετήσεις, απόψεις, θέσεις, δημοσιεύματα, tweets και οτιδήποτε άλλο έχει, στην ομολογουμένως πολύ εντυπωσιακή φαρέτρα του, ο Γενικός Ελεγκτής για να πείσει τους πάντες ότι μέσω των δικών του ενεργειών θα εκλείψει η διαφθορά από την Κύπρο;

Παρότι η ελευθερία του λόγου είναι αναφαίρετο δικαίωμα του κάθε Κύπριου πολίτη προστατευμένο από το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Συνθήκη Προάσπισης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου, είναι αυτό αρκετό για να επιτρέπει στον Γενικό Ελεγκτή να ενεργεί κατά τον τρόπο που ενεργεί;  Υπάρχει κάποια άλλη νομική κάλυψη που του  δίνει αυτό το δικαίωμα;

 

Είναι η δημόσια αντιπαράθεση μεταξύ θεσμών (κάτι που έχουμε δει στη Κύπρος στο σημείο που έχει καταντήσει καθημερινό έντονο φαινόμενο μεταξύ της Κυβέρνησης ή του Γενικού Εισαγγελέα από τη μία και του Γενικού Ελεγκτή από την άλλη)  τέτοιας φύσης που να καθιστα την συμπεριφορά του ενός ή του άλλου θεσμού, «ανάρμοστη» ;

 

Μήπως αυτή η συνεχής καταιγίδα δηλώσεων και ανακοινώσεων, η εμπλοκή σε κατά γενική ομολογία πολίτικά θέματα  ή αυτή η «διαχείριση» της πληροφόρησης της Κυπριακής κοινής γνώμης από τον Γενικό Ελεγκτή  ενδέχεται να αποτελεί ανάρμοστη συμπεριφορά;

 

Μπορεί επιπρόσθετα να τεθεί το ερώτημα αν οι συνεχές δηλώσεις από το Γενικό Ελεγκτή και το επιτελείο του που ασκούν κριτική σε άλλους Θεσμούς της Δημοκρατίας είναι τέτοιας σοβαρότητας που προκαλούν αμφισβήτηση αν όχι του δικού του θεσμού αλλά της Κυβέρνησης, του Προέδρου αυτής και του Γενικού Εισαγγελέα;  Τι θα γίνει αν την επόμενη φορά διαφωνήσει έντονα και ασκήσει κριτική στο Ανώτατο Δικαστήριο ή κάποιο μέλος αυτού εκτός των πλαισίων των καθηκόντων των;  Είναι και αυτά επιτρεπτά;

 

Είναι δεδομένο ότι ο Γενικός Ελεγκτής για να απομακρυνθεί από τη θέση του, μπορεί να γίνει μόνο αν το Δικαστικό Συμβούλιο της Δημοκρατίας (ουσιαστικά το Ανώτατο Δικαστήριο) τον κρίνει ένοχο ανάρμοστης συμπεριφοράς ως ακριβώς έκανε και στη περίπτωση του Τέως Βοηθού Εισαγγελέα Ρίκκου Ερωτοκρίτου[4].  Για αυτό το λόγω ζητείται και η κατανόηση του αναγνώστη για τον παραλληλισμό που γίνεται μεταξύ του Θεσμού της Δικαστικής Εξουσίας και των μελών της και αυτό του Γενικού Ελεγκτή.

 

Ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου κ. Μ. Νικολάτος στην ομόφωνη απόφαση Ρίκκου Ερωτοκρίτου συνοψίζοντας τον ορισμό της «ανάρμοστης συμπεριφοράς» αναφέρει: «Καθοδηγούμενοι από τις προαναφερόμενες αυθεντίες ερμηνεύουμε τον όρο «ανάρμοστος συμπεριφορά», στο Άρθρο 153.7(4) του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, ως συμπεριφορά τόσο κακή, τόσο  μεμπτή δηλαδή, ώστε να καθιστά το πρόσωπο που είναι υπόλογο γι΄ αυτήν, ανίκανο να συνεχίσει να ασκεί τα καθήκοντα του αξιώματος του ή  να δημιουργεί, ευλόγως, αμφιβολίες σε τρίτους, αντικειμενικά κρίνοντες, ως προς την καταλληλότητα του να ασκεί τα καθήκοντα του αξιώματος του κατά τρόπο έντιμο, ορθό και εξυπηρετούντα το δημόσιο συμφέρον, τον οποίον το αξίωμα προορίζεται να εξυπηρετεί.»

 

Επίσης στο «Commentary On the Bangalore Principles of Judicial Conduct[5]» αναφέρεται, «A judge should speak only through his or her reasons for judgments in dealing with cases being decided. It is generally inappropriate for a judge to defend judicial reasons publicly. »

 

Αν ο Γενικός Ελεγκτής επιμένει να υπερασπίζεται ή να προβάλει τις θέσεις του δημοσίως  στη προκειμένη μέσω των ΜΜΕ είναι αυτός αρκετός λόγος για να απομακρυνθεί;

 

Στον Καναδά στη δήλωση αποστολής του, το Γραφείο του Γενικού Ελεγκτή δηλώνει ξεκάθαρα ότι δεν ελέγχει αποφάσεις πολιτικής[6].  O Καναδός Γενικός Ελεγκτής δεν ελέγχει “every dollar spent” ούτε σκοπό έχει να εντοπίσει απάτη ή άλλες αδικοπραξίες. Αν αυτό κάνει ο Γενικός Ελεγκτής της Κύπρου, πέραν του τρόπου που ο ίδιος επιμένει να ασκεί τα καθήκοντα του και το ενδεχόμενο να είναι εκτός των νομικών του εξουσιών καθιστώντας τις πράξεις του ultra vires, η άσκηση κριτικής και ακόμα και ελέγχου σε θέματα πολιτικής, είναι  ανάρμοστη συμπεριφορά;

 

Μια σύντομη αναφορά στην νομοθεσία που διέπει τις εξουσίες του θεσμού του Γενικού Ελεγκτή θα καταδείξει ότι η βάση των εξουσιών του απορρέει από το Σύνταγμα άρθρα 115 έως 117 και από δύο νόμους τον Περί της Δημοσιονομικής Ευθύνης και του Δημοσιονομικού Πλαισίου Νόμο του 2014 (Ν. 20(I)/2014) και τον Ο περί της Καταθέσεως Στοιχείων και Πληροφοριών στον Γενικό Ελεγκτή της Δημοκρατίας Νόμο του 2002 (Ν.113(Ι)/2002).[7]

Να σημειωθεί ότι, σε καμία περίπτωση κανένα από το προαναφερόμενα νομοθετήματα ομιλεί για υποχρέωση ή καθήκον ή άλλη νομική υποχρέωση για ανακοινώσεις, έκφραση απόψεων, δημοσίευση στοιχείων ή οτιδήποτε άλλο, τόσο επιδέξια χρησιμοποιεί ο Γενικός Λογιστής για να κρατήσει, ως ο ίδιος επιμένει οφείλει καθηκόντως να πράττει, καθηλωμένο στις πάσης φύσεως οθόνες του το Κυπριακό κοινό.  Κανένα νομοθέτημα αναφέρει ή περιγράφει πως οι διάφορες εκθέσεις, οι τοποθετήσεις, οι απόψεις του θεσμού αυτού δίνονται στη δημοσιότητα[8].

Η νομική υποχρέωση του είναι να ετοιμάζει και να δίνει εκθέσεις στο Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ούτε καν στη Βουλή.

Επίσης ένα τεχνικό αλλά σημαντικό σημείο είναι ότι σε διάφορα ΜΜΕ ο Γενικός Ελεγκτής ή ο αντιπρόσωπος του έχουν προβεί σε δηλώσεις του τύπου ότι η Ελεγκτική Υπηρεσία ενεργεί και σαν λειτουργός συμμόρφωσης του Κράτους.  Το θέμα της συμμόρφωσης είναι πολύ επίκαιρο και σημαντικό.  Είναι ένα πολύπλοκο θέμα με κοινούς παρονομαστές με τον έλεγχο αλλά δεν είναι το ίδιο.  Είναι η θέση του γράφοντα ότι άλλο ο έλεγχος (audit) και άλλο η συμμόρφωση (compliance).  Τη στιγμή που δεν γίνεται ρητή αναφορά στη κείμενη νομοθεσία του Γενικού Ελεγκτή σε συμμόρφωση δεν μπορεί από μόνος του ο Γενικός Ελεγκτής να αναλαμβάνει και αυτό τον εποπτικό ρόλο.

Να μην ξεχνά ο Κυπριακός λαός ότι ο κ. Ρίκκος Ερωτοκρίτου απομακρύνθηκε από τη θέση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα όχι σαν αποτέλεσμα της ποινικής καταδίκης του από το Κακουργιοδικείο αλλά λόγω των δηλώσεων σε βάρος του τότε Γενικού Εισαγγελέα Κώστα Κληρίδη.  Επομένως αν κριθεί ο οποιοσδήποτε θεσμός ότι ουσιαστικά υποσκάπτει άλλον αυτό έχει κριθεί αρκετά σοβαρός και επικίνδυνο για τη Δημοκρατία που μπορεί να αποτελέσει λόγο απομάκρυνσης κάποιου από την Θεσμική του θέση.

Ο Γενικός Ελεγκτής θορυβεί και ενοχλεί.  Ίσως αυτό νοουμένου ότι κινείται εντός των πλαισίων του Νόμου να μην είναι κατ’ ανάγκη κακό.  Δεν πρέπει όμως να συντηρείται και να τρέφεται από τον θόρυβο και την σύγκρουση. Ούτε πρέπει να υπάρχει ατεκμηρίωτη επιμονή σε αντιλήψεις για το ρόλο του όποιου Θεσμού επειδή αυτό ταιριάζει στις προσωπικές αντιλήψεις του κατόχου αυτής της θέσης.   Ούτε πρέπει η σημασία που του αποδίδεται να ογκώνεται ειδικά όταν αυτό είναι αποτέλεσμα του ότι τελεί ή μοιάζει να τελεί σε σύγκρουση με άλλους Θεσμούς.

Έχουμε δει αυτές τις μέρες στην Αμερική τις τραγικές συνέπειες του όταν θεσμοί κρατών ενεργούν ανάρμοστα και αναρμόδια όταν ένας εξ αυτών επηρεάζει μέσω των ΜΜΕ ακόμα και εκλεγμένους αντιπροσώπους του λαού με αποτέλεσμα να ενεργούν παράνομα ακόμα και παράφρονα.  Ας μην ανατρέξουμε στη δική μας Ιστορία. Όσον ακραίο και να ακούγεται η σύγκρουση θεσμών που βιώνουμε τώρα στη Κύπρο να συγκρίνεται με αυτά τα παρατράγουδα είναι καλά να θυμάται ο κάθε ένας πόσο εύκολα μπορούν τα πράγματα να ξεφύγουν.

Η απομάκρυνση του  οποιουδήποτέ επικεφαλής Θεσμού της Δημοκρατίας δεν μπορεί να είναι αυτοσκοπός.  Ο μόνος αυτοσκοπός είναι η εύρυθμη λειτουργία του κράτους και η υγεία, ασφάλεια, παιδεία και ευημερία των Πολιτών αυτής.  Ο ορθός έλεγχος είναι αναγκαίος και θεμιτός.

Σε καμία περίπτωση ο γράφοντας διαφωνεί με την ανάγκη της άμεσης αλλαγής πλεύσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας με σκοπό την πάταξη του οποιουδήποτε τύπου διαφθοράς.  Ταυτόχρονα όμως σε καμία περίπτωση κανένας έχει το δικαίωμα να ενεργεί χωρίς σεβασμό σε όλους τους Θεσμούς του Κράτους και φυσικά στο Σύνταγμα και Νόμους της Δημοκρατίας.

 

Οποιοσδήποτε θεσμός και οποιοσδήποτε κρατικός αξιωματούχος οφείλει να σέβεται όπως έχει λεχθεί πιο πάνω τους άλλους Θεσμούς, και όπου χρήζει βελτίωσης ο ρόλος αυτών, τότε να επιδιώκεται νόμιμα και να είναι εντός των πλαισίων της εξουσίας και δυνάμεων του κάθε ενός να τον βελτιώσει, να τον αναβαθμίσει και να τον εκσυγχρονίσει χωρίς εμπάθεια, λαϊκισμούς και φανφαρισμούς.

 

 

Ζάλευκος

8 Ιανουαρίου 2021

[1] https://www.philenews.com/eidiseis/politiki/article/1092547

[2] https://www.intosai.org/ Ένας διεθνής σύνδεσμος στον οποίο ανήκει και η Ελεγκτική Υπηρεσία της Δημοκρατίας.

[3] https://www.irishtimes.com/news/crime-and-law/letters-in-full-what-chief-justice-said-to-mr-justice-seamus-woulfe-over-golfgate-dinner-and-his-reply-1.4404867

[4] Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Απόλυση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας δια Ανάρμοστη Συμπεριφορά. (ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ.  1/2015) ημερομηνία απόφασης  24.09.15   

http://www.cylaw.org/cgi-bin/open.pl?file=apofaseis/aad/meros_3/2015/3-201509-1-15apof.htm&qstring=%22%E1%ED%F9%F4%E1%F4%2A%20and%20%E4%E9%EA%E1%F3%F4%2A%20and%20%F3%F5%EC%E2%EF%F5%EB%E9%2A%22

 

Στην εν λόγω απόφαση στην ομόφωνη απόφαση ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου κ. Νικολάτος εξηγώντας  ποιοι λειτουργοί του κράτους δύνανται να απομακρυνθούν αφού κριθούν ότι έχουν συμπεριφερθεί ανάρμοστα, αναφέρει: «Το Άρθρο 153.7(4) προνοεί ότι οι Δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου απολύονται λόγω αναρμόστου συμπεριφοράς και το Άρθρο 112.4 του Συντάγματος προνοεί ότι ο Γενικός Εισαγγελεύς και ο Βοηθός Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας, ως Μέλη της Μονίμου Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας υπηρετούν «υφ΄ ους όρους οι δικασταί του Ανωτάτου Δικαστηρίου πλήν του προέδρου τούτου και δεν απολύονται, ειμή υφ΄ ους όρους και καθ΄ ον τρόπον οι δικασταί ούτοι».

 

Είναι επομένως προφανές ότι το Συμβούλιο, το καθιδρυώμενο δυνάμει του Συντάγματος, έχει εξουσία, μεταξύ άλλων, να  αποφασίσει αν ο Βοηθός Γενικού Εισαγγελέως επέδειξε ανάρμοστον συμπεριφορά υποκείμενος, σε τέτοια περίπτωση, σε απόλυση κατά τον ίδιο τρόπο που απολύονται οι Δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

 

Δεν καθορίζεται στο Σύνταγμα, αλλά ούτε και υπάρχει οποιοσδήποτε άλλος Νόμος, ο οποίος να διευκρινίζει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο τι συνιστά ανάρμοστη συμπεριφορά για σκοπούς απόλυσης των Δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου, του Γενικού και του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέως.  Να σημειωθεί δε ότι το Σύνταγμα έχει ενδύσει με παρόμοια ασπίδα και άλλους αξιωματούχους της πολιτείας τους οποίους κατατάσσει στο αυτό επίπεδο συνταγματικής προστασίας.  Συγκεκριμένα το Άρθρο 115.3 προνοεί ότι ο Γενικός Ελεγκτής και ο Βοηθός Γενικού Ελεγκτού «είναι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι της Δημοκρατίας και δεν αποχωρούσι της υπηρεσίας ούτε απολύονται εκ της θέσεως αυτών, ειμή υφ΄ ους όρους και καθ΄ ον τρόπον οι δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου.»

 

[5] Commentary On the Bangalore Principles of Judicial Conduct – United Nations Office On Drugs and Crime.  Δείτε επίσης την αναφορά στα Bangalore Rules στην προαναφερόμενη απόφαση Ερωτοκρίτου.

[6] Office of the Auditor General of Canada – What we do not do https://www.oag-bvg.gc.ca/internet/English/au_fs_e_39450.html

[7] Η ιστοσελίδα της Υπηρεσίας του Γενικού Ελεγκτή παραπέμπει η ίδια στο νομική βάση των εξουσιών του. http://www.audit.gov.cy/audit/audit.nsf/page29_gr/page29_gr?opendocument

[8] https://www.philenews.com/f-me-apopsi/paremvaseis-ston-f/article/1080229 υπάρχουν αναφορές per curiam σε κάποια πρωτόδικη ποινική απόφαση οι οποίες έχουν χρησιμοποιηθεί για να επιχειρηθεί να δοθεί σχεδόν εν λευκώ επιταγή στον Γενικό Ελεγκτή να ελέγχει κυριολεκτικά τα πάντα  όπως γίνεται στο άρθρο πιο πάνω άρθρο του Τέως Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα Λουκή Λουκαίδη με το οποίο διαφωνεί ο γράφοντας.  Το δικαίωμα ελέγχου περιορίζεται μόνο εκεί που προκύπτει οικονομική ή χειριστική διαχείριση που καταλήγει σε απώλεια πόρων ή εισοδημάτων για το κράτος.

Ζάλευκος

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.