Φόρμα αναζήτησης

«Θα το κάμουμεν να ζήσει, αψηφώντας το θάνατο»

 

 

Του Ερμπάι Ακανσόι*

 

ΕΓΩ είμαι πολίτης μιας χώρας,

στην οποία σφάχτηκαν άνθρωποι μόνο και μόνο εξαιτίας των ιδεολογικών τους φρονημάτων από δήθεν πατριώτες στο όνομα της προστασίας του κράτους και του έθνους,

όπου δολοφονήθηκαν μικρά παιδιά, βιάστηκαν γυναίκες,

όπου ανακηρύχθηκαν ως ήρωες άτομα που καταπάτησαν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και δόθηκαν τα ονόματα τους σε δρόμους,

όπου υπάρχουν άτομα που λένε χωρίς τύψεις «είναι πια δικό μου» για το σπίτι και τα χωράφια αλλονών.

 

ΕΓΩ είμαι κομμάτι ενός διαιρεμένου νησιού,

στο οποίο έχασε το προσανατολισμό της η ζυγαριά της δικαιοσύνης,

στο οποίο μεγάλοι διοικητές σκόπιμα έστειλαν νέους στη σφαγή εξαιτίας των ιδεολογικών τους φρονημάτων,

στο οποίο γλώσσες απαγορεύτηκαν να μιλιούνται και αλλάχτηκαν οι ονομασίες χωριών.

 

ΕΓΩ όμως, είμαι ταυτόχρονα κομμάτι ενός νησιού στο οποίο ζουν άνθρωποι,

που παλεύουν με όλο τους το σθένος για την επανένωση της πατρίδας μου,

που αγωνίζονται ενάντια στην αδικία, που χύνουν τον ιδρώτα τους σε αυτό το χώμα για μια δίκαια κοινωνία, για μια κοινή πατρίδα,

που στέκονται ενάντια στην αδικία, που έχουν ελεύθερο πνεύμα, που δείχνουν πραγματικά την εκτίμηση για την πατρίδα και τον άνθρωπο, όχι μόνο με λόγια αλλά και με πράξεις.

 

Την τελευταία χρονιά επισκέπτομαι συχνά τη Μάραθα, το χωριό του πατέρα μου και της οικογένειας του. Ἐνα χωριό ερειπωμένο που έχει χαθεί μέσα στο χρόνο. Ο καυτός ξηρός αέρας της Μεσαορίας καίει και καβουρδίζει τα πάντα, σαν να έχει παραδειγματιστεί από την ιστορία και σαν να μην θέλει να αφήσει τίποτα ζωντανό. Εμείς η νέα γενιά δεν είμαστε συνηθισμένοι στο χώμα και τη ζέστη. Το πλιθαρένιο σπίτι που το 1956 γεννήθηκε ο πατέρας μου, είναι έτοιμο να καταρρεύσει. «Θα το κάμουμεν να ζήσει, αψηφώντας το θάνατο» λέει ο πατέρας μου. Και πέφτουν οι στίχοι του Ναζίμ Χικμέτ από το στόμα του…

 

Η ζωή δεν είναι παίξε γέλασε,

πρέπει να τήνε πάρεις σοβαρά

όπως, να πούμε, κάνει ο σκίουρος –

δίχως απ’ όξω ή από πέρα να προσμένει τίποτα

δε θα `χεις άλλο πάρεξ μοναχά να ζεις.

Η ζωή δεν είναι παίξε γέλασε

πρέπει να τήνε πάρεις σοβαρά

τόσο μα τόσο σοβαρά

που έτσι, να πούμε, ακουμπισμένος σ’ έναν τοίχο,

με τα χέρια σου δεμένα

ή μέσα στ’ αργαστήρι

με λευκή μπλούζα και μαύρα ματογυάλια

θε να πεθάνεις, για να ζήσουνε οι άνθρωποι  –
οι άνθρωποι που ποτέ δε θα `χεις δει το πρόσωπό τους
και θα πεθάνεις ξέροντας καλά

πως τίποτα πιο ωραίο, τίποτα πιο αληθινό απ’ τη ζωή δεν είναι

Πρέπει να τήνε πάρεις σοβαρά

τόσο μα τόσο σοβαρά

που θα φυτεύεις, σαν να πούμε, ελιές ακόμα στα εβδομήντα σου

όχι καθόλου για να μείνουν στα παιδιά σου

μα έτσι, γιατί το θάνατο δε θα τονε πιστεύεις

όσο κι αν φοβάσαι

μα έτσι, γιατί η ζωή θε να βαραίνει πιότερο στη ζυγαριά**

 

Μετά το φύτεμα των ελιών, αλλιώς μας υποδέχεται η Μάραθα. Ένας δροσερός αέρας φυσά που τες καυκάλλες της.

«Να φυτέψουμεν αμυγδαλιές, να φυτέψουμεν μοσφυλιές» λέει ο πατέρας μου. «Να φυτέψουμεν συτζιές μες τες σπηλιές» … και είναι χαρούμενος… σαν μικρό παιδί.

 

Μας δείχνει μία-μία τις τρύπες των σπηλιών που άνοιξαν τα αδέλφια του, δηλαδή οι θείοι μου. Δείχνει τα μέρη που έπαιζαν οι αδελφές του, οι θείες μου. Το μέρος που έβραζε το γάλα και έφτιαχνε χαλλούμι η μητέρα του, η γιαγιά μου. Μας δείχνει το σπίτι της γιαγιάς του που ανοίγει στην κοινή αυλή, και τα δέντρα που φύτεψαν ο θείος και τα ανίψια του.

Ξαφνικά, σκοτεινιάζει το βλέμμα του… εκείνου του ολοζώντανου ανθρώπου που προ ολίγου ένιωθε ξανά νέος.

Και τον ρωτώ  «Τί έγινε παπά; Επεράσσαν πάλε που το μυαλό σου;»

«Ὀι» λέει χαμογελώντας «εν εφύαν ποττέ που το μυαλό μου. Απλά κόλλησεν στο μυαλό μου τούτη η ταράτσα».

Του λέω αμέσως  «Μέν ανησυχείς παπά.  Εννα την σάσουμεν, εννα την αλλάξουμεν».

Και μου λέει  «Γι’ αυτό στεναχωρκούμε γιε μου. Να μέν πειράξουμεν τα περιστέρκα».

Να μην επιτρέψουμε να βλάψουν ξανά την Κίκα, την Μαρία, τον Αντρέα, την Σιμπέλ, τον Ερμπάι, τον Μουσταφά, την Σεζίν και όλα τα άλλα παιδιά, τους νέους και τους γέρους που δεν αναφέρω εδώ τα ονόματα τους.

Ποτέ μα ποτέ να μην ξεχνάμε: Όταν σκοτώνεις παιδιά, σκοτώνεις τις άπειρες δυνατότητες της ζωής, της ελπίδας, του ταλέντου, της ευτυχίας και της ανθρωπιάς.

 

*Ο Ερμπάι Ακανσόι είναι μέλος της δικοινοτικής οργάνωσης συγγενών αγνοουμένων ‘Μαζί Μπορούμε’ την οποία δημιούργησαν άνθρωποι που αγωνίζονται ενάντια στους εθνικισμούς, την καταπάτηση δικαιωμάτων, την καταπίεση, την ηγεμονία, κάθε είδος ρατσισμού και διάκρισης που βίωσαν σε αυτο το νησί. Άνθρωποι που δεν θα επιτρέψουν ποτέ να πεθάνει η ελπίδα, η ζωή και η αγάπη για τον άνθρωπο.

**απόσπασμα από το ποίημα του Ναζίμ Χικμέτ ’Για τη ζωή’ 

Πρωτότυπο κείμενο στα τουρκικά

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.