Φόρμα αναζήτησης

Θα το γράψει και αυτό η ιστορία βεβαίως

Ήταν ζεστές οι καλοκαιρινές νύκτες. Κάποτε δεν φυσούσε καθόλου, δεν κουνιόταν φύλλο. Καθόμασταν σε ένα μπαλκόνι. Το μπαλκόνι έβλεπε προς το πάρκο, την πρεσβεία, το Μνημείο Πεσόντων και την πλατεία. Και ένα αυτοκίνητο ερχόταν και στηνόταν στη γωνιά του δρόμου απέναντί μας. Κάθε βράδυ. Μετά από ώρα. Σε αυτό επέβαιναν μερικά άτομα. Κάποτε μετακινούσαν το αυτοκίνητο στη μέση του δρόμου και ερχόμασταν αντιμέτωποι με τα φανάρια. Κοιταζόμασταν πρόσωπο με πρόσωπο. Δεν έφευγαν απ’ εκεί μέχρι να φύγουμε από το μπαλκόνι και να πάμε στο δωμάτιό μας. Ίσως να ήταν μέχρι εκεί το καθήκον τους, ίσως και όχι. Δεν μπορούσαμε να ξέρουμε τι θα έκαναν αφότου θα φεύγαμε εμείς. Μήπως περίμεναν να πλαγιάσουμε, να κοιμηθούμε, για να μας σκοτώσουν; Πώς και από πού θα έρχονταν στο σπίτι; Ήταν με πολιτικά υπάλληλοι της Υπηρεσίας Πολιτικών Υποθέσεων. Για πείσμα καθόμασταν μέχρι αργά στο μπαλκόνι. Έτσι σαν να προστατεύαμε πιο πολύ τον εαυτό μας. Στο μυαλό μου ερχόταν ο Αϊχάν Χικμέτ, ο οποίος δολοφονήθηκε στο κρεβάτι του.

Κάποτε πήγαιναν στην εφημερίδα αργά για να πάρω κάτι που είχα ξεχάσει. Όταν έμπαινα στο γραφείο μου και άναβα το φως, πάντα χτυπούσε το τηλέφωνό μου. Σήκωνα το ακουστικό και κοίταζα ποιος ήταν. Αλλά κανείς δεν μιλούσε. Ακούγονταν παράξενα γρυλίσματα. Έτσι κλείναμε το τηλέφωνο χωρίς να μιλήσουμε. Τι ήταν αυτό δηλαδή; Μήπως κάποιο μήνυμα ότι ξέρουμε ότι είσαι εκεί, σε παρακολουθούμε βήμα-βήμα; Έπαιρνα αυτό που ήταν να πάρω και έφευγα. Αυτά τα παιχνίδια συνέχισαν χρόνια.
Γίνονταν κάποιες ενέργειες και αλλού τα ίδια βράδια, την ίδια στιγμή. Για παράδειγμα, στο γραφείο του Ρεπουμπλικανικού Τουρκικού Κόμματος ο Μεχμέτ Αλί Ταλάτ έλεγε και ο Χασάν Έρτσακιτζα έγραφε. Έγραφαν για εμάς. Έθεταν επί τάπητος όλα τα ευφυή τους ευρήματα για να μας συκοφαντήσουν, να μας κάνουν να πέσουμε σε ανυποληψία. «Αυτοί είναι πράκτορες του στρατού», έλεγαν. Ύστερα έβγαζαν πεντακόσια αντίτυπα από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή και έστελναν παντού αυτά που έγραφαν για εμάς. Σε όλες τις ελληνόφωνες εφημερίδες και στα κόμματα στον νότο. Στον Τύπο στην Τουρκία. Στους ξένους διπλωμάτες ανά τον κόσμο. Και σε όλα τα γνωστά πρακτορεία και τους δημοσιογράφους που ήταν αλληλέγγυοι μαζί μας. Και φυσικά έστελναν και ένα αντίτυπο στον Ντενκτάς και στους στρατιωτικούς διοικητές για να αξιολογήσουν την υπηρεσία που προσέφεραν. Έβαζαν σφραγίδα σε αυτό και οι Φερντί Σογιέρ και Ομέρ Καλιοντζού, ύστερα συγκέντρωναν τη νεολαία του ΡΤΚ και τους ενημέρωναν για εμάς κάτω από ένα δέντρο.

Το ΡΤΚ είχε αποδειχθεί πιο πονηρό από τον Ντενκτάς. Ο Ντενκτάς μας αποκαλούσε «κατάσκοπους των Ελλήνων». Δεν έπιασε. Ηττήθηκε. Το ΡΤΚ μας αποκάλεσε «κατάσκοπους των Τούρκων». Έπιασε. Και έπιασε τόσο πολύ που ακόμα και οι πιο μεγάλοι φασίστες της κοινότητάς μας άρχισαν να μας αποκαλούν «Τούρκους πράκτορες». Ακόμα και οι πιο σκληροπυρηνικοί οπαδοί του Ντενκτάς. Οι μεγάλοι υποστηρικτές της μητέρας πατρίδας.
Είχαμε βρεθεί ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά. Από τη μια ο στρατός που πρώτα μας έβαλε βόμβες και ύστερα μας κυνηγούσε για να μας σκοτώσει. Δηλαδή οι δήμιοί μας. Και από την άλλη το ΡΤΚ που μας παρουσίαζε ως φίλους του δήμιού μας με τη δικαιολογία ότι «δεν δολοφονηθήκαμε». Αν δολοφονούμασταν δεν θα υπήρχε ζήτημα. Αλλά δεν δολοφονηθήκαμε.

Περνούσαμε πολύ επικίνδυνες μέρες. Όταν τοποθετήθηκε βόμβα στο τυπογραφείο μας, έγιναν ένα με τον Ντενκτάς και μας είπαν «μόνοι σας βάλατε βόμβα στον εαυτό σας». Κορόιδεψαν τον Αλί Οσμάν χωρίς να ντρέπονται και χωρίς αιδώ για τη βόμβα που είχε τοποθετηθεί στο αυτοκίνητό του. Γιατί τα διηγούμαι αυτά, τα οποία έχω γράψει και περιγράψει πολλές φορές και στο παρελθόν; Για να ξέρετε πώς ήρθαμε στο σήμερα. Μην νομίζετε ότι ήρθαμε στο σήμερα μόνο εξαιτίας του Κόμματος Εθνικής Ενότητας. Το ΡΤΚ έκανε χειρότερα από αυτό. Και ακόμα έτσι είναι. Κοιτάξτε τον Τουφάν Έρχουρμαν. Δεν είπε έστω και μία κουβέντα μέχρι σήμερα για τις 22 Ιανουαρίου, που ήταν σαν πρόβα όπως το Μαντιμάκ στο Σίβας. Διάβασε την έκθεση γεγονότων του υπεύθυνου της εγκληματολογικής υπηρεσίας Αλί Σαβάς Αλτάν, αλλά δεν δέχτηκε να τον συναντήσει. Και τώρα το όνομά του αναφέρεται για την προεδρία. Τι παράξενη είναι αυτή η κοινότητα. Πού τους βρίσκει και τους βάζει πάνω στο κεφάλι της. Ο Ταλάτ, ο Φερντί, ο Καλιοντζού, ο Γιοργκαντζίογλου. Και τώρα ο Τουφάν. Δεν έμεινε άνθρωπος στη φωλιά των συνωμοσιών!
Ήταν ζεστές οι καλοκαιρινές νύκτες. Καθόμασταν στο μπαλκόνι. Εκείνοι έστηναν καραούλι απέναντί μας. Εργάζονταν σαν μέλισσες και κατά τη διάρκεια της ημέρας. Διδόταν μισθός από τον Ντενκτάς σε εκείνους που είχαν καθήκον να μας τηλεφωνούν από αριθμούς με απόκρυψη και να μας απειλούν λέγοντας «θα σε σκοτώσουμε σαν σκυλί». Επιμείναμε και συστάθηκε μια ερευνητική επιτροπή στη βουλή για τις τηλεφωνικές απειλές και τις παρακολουθήσεις. Κάλεσαν και εμένα στην επιτροπή για να καταθέσω. Πήγα.

Μίλησα πέραν της μίας ώρας και είπα τα πάντα εκεί. Μάλιστα τους είπα ξεκάθαρα ότι «θα μας σκοτώσει ο στρατός». Όποιος δεν πιστεύει μπορεί να κοιτάξει τα πρακτικά, αν τόλμησαν και το έγραψαν. Στην επιτροπή υπήρχαν και αντιπρόσωποι του ΡΤΚ και του Κόμματος Κοινοτικής Απελευθέρωσης. Άκουσαν. Δεν έκαναν απολύτως τίποτα. Έκλεισαν τον φάκελο λέγοντας «δεν υπάρχει απολύτως τίποτα».
Μέσα στον Αύγουστο του 2002 καταδικάστηκα σε έξι μήνες φυλάκιση λόγω ενός άρθρου μου στην εφημερίδα. Το ΡΤΚ είπε ότι «έβαλε τον εαυτό του φυλακή συμφωνώντας με τον Ντενκτάς». Όσα υπέφερε αυτή η κοινότητα από τους κατακτητές, τον Ντενκτάς και τους φασιστικούς κύκλους, άλλα τόσα υπέφερε και από τους ψεύτικους αριστερούς. Ούτως ή άλλως, ξέραμε τον Ντενκτάς, δεν παρέκκλινε καθόλου από τον δρόμο του και δεν αποστάτησε. Η ουσιαστική προδοσία έγινε από την πλευρά που ήταν γνωστή ως αριστερή. Και αυτό ήταν πιο επικίνδυνο από τον Ντενκτάς. Η ιστορία δεν θα λαθέψει. Μια μέρα θα το γράψει και αυτό βεβαίως…