POWERED BY

Φόρμα αναζήτησης

Τα «παράδοξα» της Κύπρου



Του Μάριου Θρασυβούλου*

Υπάρχει μια λανθασμένη αντίληψη μέσα στον ευρύτερο αριστερό χώρο της Κύπρου που υποστηρίζει ότι η έρευνα πάνω σε ζητήματα της σύγχρονης ιστορίας (γεγονότα και δράσεις κομμάτων ή προσωπικοτήτων) θα πρέπει να θέτει «προτεραιότητες» και «εμφάσεις» και όχι να διεξάγεται ελεύθερα μέσα από την κρίση του εκάστοτε ερευνητή. Ίσως αυτή η αντίληψη να αποτυπώνεται με έμμεσο τρόπο, αλλά δεν παύει να είναι ένα πλήγμα στην ερευνητική κουλτούρα. Ουσιαστικά, τίθεται κάτω στο πεδίο του δημόσιου διαλόγου η υπόδειξη τού τι προέχει, τι αξίζει και τι πρέπει να ερευνηθεί και τι όχι.

Συνήθως η αντίληψη αυτή ενεργοποιείται πιο έντονα όταν υπάρχει μια αντίστοιχη όξυνση της κριτικής έρευνας πάνω σε θέματα που έχουν να κάνουν με τον ρόλο του Μακαρίου ή του ΑΚΕΛ. Κατά κύριο λόγο, οι δικαιολογίες που εκφράζονται δεν έχουν μια επιστημονική βάση, αλλά είναι αποτέλεσμα πολιτικών – κομματικών σκοπιμοτήτων ή πονηρών ηθικών διλημμάτων. Έτσι, για παράδειγμα, υποδεικνύεται ότι ο Μακάριος ναι μεν έκανε λάθη, αλλά ο Γρίβας έκανε εγκλήματα, ή ότι το ΑΚΕΛ ναι μεν έκανε λάθη, αλλά η δεξιά έκανε εγκλήματα κλπ. κλπ. Γιατί όμως κάθε φορά κολλούμε τον Γρίβα δίπλα στον Μακάριο και γιατί δεν κρίνουμε τον Μακάριο αυτόνομα, σύμφωνα με τις ιδέες και τις δράσεις του; Και πώς να συγκρίνουμε κάποιον που ήταν για 10 χρόνια ηγέτης της κοινότητας και άλλα 17 χρόνια επικεφαλής του κράτους με κάποιον που δρούσε κρυπτόμενος είτε την εποχή της αντιαποικιακής ΕΟΚΑ είτε την εποχή της αντιδημοκρατικής ΕΟΚΑ Β’; Αν θέλουμε, π.χ.,  να εξετάσουμε τη στάση του Μακαρίου στις διακοινοτικές συγκρούσεις 1963-64, ποια θέση έχει ο Γρίβας, ο οποίος έμενε τότε στην Αθήνα και ήρθε πίσω μόλις στα τέλη Ιουνίου του 1964; Ή γιατί να μην μπορούμε να εξετάσουμε τη στάση του ΑΚΕΛ στις εξελίξεις, αυτόνομα, πέρα από το τι έκανε και τι δεν έκανε η δεξιά; Ποιος το λέει αυτό;

Σε μια ερευνητική διαδικασία, οι ιστορικές προσωπικότητες και οι πολιτικές οντότητες δεν μπαίνουν σε ζυγαριά, ώστε να μετρηθούν για το ποιες είναι καλύτερες και ποιες χειρότερες. Μια έρευνα έχει όποιο αντικείμενο θέλει. Η εξέταση του ρόλου και της δράσης του Μακαρίου μπορεί, πολύ απλά, να θεωρηθεί πιο σημαντική από την εξέταση του ρόλου και της δράσης του Γρίβα. Ο λόγος είναι ότι ο Μακάριος ήταν πιο σύνθετη και πολυκύμαντη προσωπικότητα, ενώ ασκούσε τεράστια επίδραση τόσο στην κοινότητα όσο και στην αριστερά. Επίσης, είναι φυσικό ένας, π.χ., αριστερός ερευνητής, έχοντας περισσότερη γνώση αλλά και ενδιαφέρον για την αριστερά, να ασχολείται πιο πολύ με αυτήν, παρά με τη δεξιά.

Αν δεχτούμε τη συντηρητική αντίληψη περί Ιστορίας, που δυστυχώς επικρατεί στον αριστερό κυπριακό χώρο, τότε κανονικά στην Ελλάδα θα έπρεπε να βλέπαμε τα πλείστα ιστορικά βιβλία να έχουν θέμα τη χούντα, τον Παπαδόπουλο, τον Παττακό, τον Μακαρέζο και τον Ιωαννίδη… Η αλήθεια, ευτυχώς, είναι τελείως διαφορετική! Οι σημαντικές και επιδραστικές μορφές του Τρικούπη, του Βενιζέλου, του Ζαχαριάδη, του Καραμανλή, του Παπανδρέου, του Κύρκου προσελκύουν πιο πολύ το ενδιαφέρον των ερευνητών. Την ίδια στιγμή,  οι αριστεροί ερευνητές – ιστορικοί ασχολούνται, ως επί το πλείστον με την αντίσταση, τον εμφύλιο, το ΚΚΕ, την ΕΔΑ∙ τα αντικείμενα δηλαδή που ξέρουν καλύτερα και που τους ενδιαφέρουν πιο πολύ.

Προφανή ζητήματα -που σε μια σχετικά εξελιγμένη πολιτεία είναι λυμένα προ πολλού-,   φαίνεται ότι στην Κύπρο δεν είναι τόσο προφανή. Και καθόλου τυχαίο δεν είναι το γεγονός ότι υπάρχει τόσο λίγη ανοχή και τόσο λίγος σεβασμός για τους ανεξάρτητους ερευνητές που κινούνται εκτός κομματικού συστήματος.

Η Ιστορία και ο αντιεπιστημονικός λόγος του συντηρητισμού

Είναι γνωστές οι κατά καιρούς αντιδράσεις αγωνιστών της ΕΟΚΑ και διανοουμένων της δεξιάς και της ακροδεξιάς απέναντι σε έρευνες που αποκαλύπτουν εγκλήματα σε βάρος αριστερών και Τουρκοκυπρίων σε διάφορες φάσεις της σύγχρονης κυπριακής ιστορίας∙ όπως οι δολοφονίες αριστερών το 1958 από την ΕΟΚΑ, άμαχων Τουρκοκυπρίων από όργανα του μακαριακού κράτους και παρακρατικών την περίοδο 1963-1964, άμαχων Τουρκοκυπρίων από μέλη της ΕΟΚΑ Β’ τις μέρες του πολέμου του 1974. Οι αντιδράσεις έχουν σχεδόν πάντα σαν προμετωπίδα την επίκληση της «έκτακτης ανάγκης της περιόδου», των «ιδιαίτερων συνθηκών», των «εθνικών προτεραιοτήτων της εποχής» κλπ.

Τη σκυτάλη από τη δεξιά αντίδραση στην έρευνα και στις νέες αποκαλύψεις παίρνουν, απ’ ό,τι φαίνεται, μερικοί αριστεροί απολογητές του Μακαρίου και της πολιτικής της ηγεσίας του ΑΚΕΛ, κυρίως των δεκαετιών 1950 και 1960. Πάλι η ίδια μονότονη και κουραστική επιχειρηματολογία: «πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι συνθήκες και τα δεδομένα της εποχής», «η κριτική δεν πρέπει να γίνεται εκ των υστέρων και ετεροχρονισμένα», «η κριτική δεν πρέπει να γίνεται στη βάση της σημερινής γνώσης τού τι έχει συμβεί και στη βάση της σημερινής πολιτικής σκέψης και ευαισθησίας» κλπ.

Όμως, είναι ο ιστορικός ή ο αναλυτής (ας χρησιμοποιήσουμε για ευκολία τον όρο «ερευνητής») που θα κρίνει ποιο γεγονός είναι σημαντικό και ποιο όχι (εδώ φυσιολογικά υπάρχει το στοιχείο του υποκειμενισμού), αυτός θα δώσει νόημα στο γεγονός μέσα από το ξεψάχνισμα πηγών, την ανάλυση και την ερμηνεία τους. Ο ερευνητής θα θέσει τα ερωτήματα και τους προβληματισμούς, θα αναζητήσει τις αιτίες και θα φωτίσει τα πράγματα. Θέτοντάς το πιο παραστατικά, η Ιστορία είναι κάτι σαν ένα παζλ, που ο ερευνητής καλείται να ενώσει τα διάφορα κομμάτια πιο αποτελεσματικά.

Πώς όμως ο ερευνητής θα καταστεί ικανός να κάνει μια καλή δουλειά στο αντικείμενό του και πώς θα μπορέσει να κρατήσει την ανεξαρτησία του και να καταφέρει να μη συνθλιβεί κάτω από την πίεση του κομματικού συστήματος και των κατεστημένων κύκλων;

«Αν ήμουν παλαιοπώλης, δεν θα είχα μάτια παρά μόνο για τα παλιά∙ είμαι όμως ιστορικός. Γι’ αυτό αγαπώ τη ζωή», είπε ο Ανρί Πιρέν στον Μαρκ Μπλοχ, σε μια βόλτα των δύο σπουδαίων ιστορικών κάποτε στη Στοκχόλμη, όταν ο Πιρέν επέμενε να δουν πρώτα τα νέα κτίσματα της πόλης και έπειτα τα παλιά. Τι εννοούσε όμως ο Πιρέν; Εννοούσε ότι ο ερευνητής πρέπει πρώτα και κύρια να ενδιαφέρεται για το παρόν, να αγωνιά για το παρόν και ιδιαίτερα να κατανοεί το παρόν. Θα συμπληρώναμε ότι ο καλός ερευνητής, πέρα από τη γνώση του παρόντος,  πρέπει να έχει γνώση τού τι μεσολάβησε από το ιστορικό γεγονός που ερευνά μέχρι σήμερα, όπως και των προηγούμενων ερμηνειών του ιστορικού γεγονότος. Πάνω απ’ όλα, όμως, πρέπει να έχει ένα καλό και αυτόφωτο μυαλό! Μόνο έτσι θα μπορέσει να εντάξει το παρελθόν σ’ ένα αποτελεσματικό και, όσο γίνεται, αντικειμενικό και σύγχρονο πλαίσιο σκέψης και κριτικής.

Η Ιστορία κατανοείται με αφετηρία το παρόν, το σήμερα. Η Ιστορία δεν είναι Χρονογραφία, δεν είναι, δηλαδή, μια ξερή καταγραφή του παρελθόντος, αλλά μια συστηματική αξιολόγηση με τα μάτια του παρόντος. Ως εκ τούτου, ο ερευνητής δεν είναι ένας αμέτοχος και ουδέτερος παρατηρητής του παρελθόντος, δεν κινείται έξω από την εποχή του, αλλά είναι αναπόσπαστο κομμάτι της εποχής του.

Τα πάντα που αφορούν την Ιστορία είναι υπό αμφισβήτηση. Τα μόνα ερευνητικά αντικείμενα (πολιτικές, αντιλήψεις κλπ) που είναι αδόκιμο να ασχοληθεί κάποιος είναι αυτά που δεν εμφανίστηκαν και δεν αναδείχθηκαν ποτέ στον χώρο και στον χρόνο που διαδραματίζεται το γεγονός ή η πολιτική πράξη που τον ενδιαφέρει. Για παράδειγμα, δεν μπορεί στα σοβαρά ένας ερευνητής να εξετάζει το γιατί η κυπριακή αριστερά, τις  δεκαετίες του 1950 και 1960, δεν είχε θέση ενάντια στις διακρίσεις σε θέματα ταυτότητας φύλου ή για την οικολογία. Ούτε μπορεί να εξετάζει το γιατί, π.χ., ο Μακάριος είχε έλλειψη γνώσης και κατανόησης για ζητήματα εκτός του πλαισίου της εποχής του ή για ζητήματα που δεν έτυχαν διαπραγμάτευσης ποτέ σε διεθνές επίπεδο.

Στις περιπτώσεις όμως που συζητούμε, η κριτική αποτίμηση των πολιτικών των κομμάτων και των προσωπικοτήτων είναι ξεκάθαρα δικαιολογημένη, γιατί υπήρχαν ιστορικά παραδείγματα στην άσκηση διαφορετικής πολιτικής και υιοθέτησης διαφορετικών θέσεων σε παρόμοια ζητήματα και σε παρόμοιες συνθήκες, υπήρχαν ιδεολογικές παραδόσεις (ειδικά της αριστεράς) που περιέκλειαν θέσεις και δράσεις που θα μπορούσαν να αποτελέσουν εναλλακτικές διέξοδοι σε παρόμοια ζητήματα και σε παρόμοιες συνθήκες.

Δεν είπε κανένας ότι πρέπει να δεκτούν όλοι το αποτέλεσμα της άλφα ή βήτα έρευνας, ούτε να μην αντιπαραβάλουν όποιοι θέλουν τα δικά τους ευρήματα και συμπεράσματα. Η επίκληση, όμως, διαφόρων δικαιολογιών ως επιχείρημα ενάντια στην καινοτόμο έρευνα από τους συντηρητικούς θιασώτες της μονοδιάστατης Ιστορίας είναι επιστημονικά και πολιτικά άκυρη!

Οι εκφραστές και των δύο «Σχολών», οι οποίοι αντιδρούν στην ανεξάρτητη έρευνα, αμύνονται μπροστά στις μικρές και μεγάλες παραβιάσεις των μέχρι πρόσφατα στέρεων καλουπιών του ιστορικού αφηγήματός τους. Προσπαθούν να υπερασπιστούν τη δική τους οπτική της κυπριακής ιστορίας, αλλά και τη δική τους θέση στα πολιτικά πράγματα. Ουσιαστικά, ευνοούν την ερευνητική απραξία ή, στην καλύτερη περίπτωση, την ελεγχόμενη ερευνητική δραστηριότητα. Μπορούμε να πούμε ότι είναι μια προσπάθεια οικειοποίησης του παρελθόντος μέσω της επιλεκτικής κινητοποίησης των ιστορικών δεδομένων, σύμφωνα με τις πολιτικές, κομματικές και προσωπικές θέσεις ή συμφέροντα. Οι εκφραστές των δύο πολιτικο-ιδεολογικά αντίθετων «Σχολών» έχουν  έναν κοινό στόχο: θέλουν να παραμείνουν τα ευρήματα για τα γεγονότα και τους πρωταγωνιστές στη δική τους δικαιοδοσία, ώστε αυτά να αξιοποιούνται κάθε φορά ευκαιριακά και αναλόγως.

*Κάτοχος διπλώματος Ιστορίας – Αρχαιολογίας. Συγγραφέας του βιβλίου «Ο Εθνικισμός των Ελληνοκυπρίων».

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.