Φόρμα αναζήτησης

Τα μηνύματα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας

ΓΡΑΦΕΙ

ΤΑΣΟΣ ΓΙΑΣΕΜΙΔΗΣ

Οι αναφορές του Μάριο Ντράγκι σε συνέντευξη Τύπου τη βδομάδα που μας πέρασε αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο μείωσης των επιτοκίων και ενός νέου γύρου του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης. Την ίδια στιγμή, αναλυτές αναφέρουν ότι δίνεται «σινιάλο» στην Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) για μείωση των επιτοκίων. Υπενθυμίζεται ότι η Fed είχε αρχίσει τη σταδιακή απόσυρση των μέτρων ποσοτικής χαλάρωσης (tapering) και προχώρησε σε αυξήσεις των επιτοκίων σε παλαιότερες συνεδριάσεις.

Η συγκεκριμένη κίνηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) από τη μία καταδεικνύει την προσήλωση στην πορεία ανάπτυξης της ευρωζώνης και της επίτευξης των στόχων για τον πληθωρισμό, αλλά από την άλλη αναδεικνύει τη «μικρότερη» ή «προβληματική» πορεία ανάπτυξης της ευρωζώνης.

Τα νέα από την ΕΚΤ καλωσορίστηκαν από τις αγορές των ομολόγων, με τις αποδόσεις να σημειώνουν σημαντική πτώση (ειδικά αυτών των χωρών της περιφέρειας που αναμένονται να επωφεληθούν περισσότερο από ένα νέο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης). Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του ελληνικού δεκαετούς ομολόγου, του οποίου η απόδοση μειώθηκε κάτω από το 2%. Σημειώνεται ότι η Ελλάδα, στο ενδεχόμενο αναβάθμισης της πιστοληπτικής ικανότητας της οικονομίας, θα συμμετάσχει στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (στις 2 Αυγούστου αναμένεται αξιολόγηση από τον οίκο Fitch).

Σημειώνεται ότι αυτήν την περίοδο υπάρχει ένα γενικότερο κλίμα ευφορίας σε ό,τι αφορά τα ελληνικά ομόλογα, μετά την εκλογή της νέας κυβέρνησης και τις προσδοκίες για μείωση των φόρων και ενίσχυσης των επενδύσεων.

Την ίδια στιγμή, ο Μάριο Ντράγκι έκανε αναφορές για τις πολιτικές προστατευτισμού σε παγκόσμιο επίπεδο (που επηρεάζουν την ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας) και την κόπωση ή αδυναμία που παρουσιάζεται σε ό,τι αφορά τον ρυθμό ανάπτυξης. Πολλές αναλύσεις τονίζουν ότι η Ευρώπη αυτήν την περίοδο παρουσιάζει όλα εκείνα τα συστατικά που ενδεχομένως να δημιουργήσουν ένα κοκτέιλ ύφεσης, το οποίο αναμένεται να επηρεάσει όλες τις οικονομίες (ο Μάριο Ντράγκι, αν και αναφέρθηκε σε επιβράδυνση, τόνισε ότι δεν προβλέπεται, τουλάχιστον προς το παρόν, να παρουσιαστεί ύφεση στην ευρωπαϊκή οικονομία).

Η αυξημένη ρευστότητα που «δημιουργήθηκε» από την ΕΚΤ δεν διοχετεύτηκε μέσω αυξημένων χρηματοδοτήσεων στην πραγματική οικονομία, τουλάχιστον στον βαθμό που αναμενόταν, ενώ τα δομικά προβλήματα του ευρωσυστήματος σε συνδυασμό με τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν μεγάλες οικονομίες όπως της Ιταλίας και της Γερμανίας, ενισχύουν τις ανησυχίες.

Επιπλέον, η κατάσταση του χρηματοπιστωτικού τομέα σε ορισμένες χώρες της ευρωζώνης προβληματίζει, με το ύψος των μη εξυπηρετούμενων δανείων και τους κινδύνους από τα παράγωγα χρηματοοικονομικά μέσα να παραμένουν σε υψηλά επίπεδα.

Το περιβάλλον των χαμηλών επιτοκίων από τη μία βοηθά στην ευνοϊκότερη χρηματοδότηση έργων. Από την άλλη, επηρεάζει αρνητικά την κερδοφορία των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, καθώς και τις αποδόσεις των επενδύσεων των ασφαλιστικών και συνταξιοδοτικών ταμείων. Είναι γι’ αυτό τον λόγο που αναζητούνται άλλες μορφές επενδύσεων, εκτός των ομολόγων και των τραπεζικών καταθέσεων.

Η δημιουργία «τεχνητής ρευστότητας» στις αγορές μείωσε με ασύμμετρο τρόπο τις αποδόσεις των ομολόγων από τη μία, ενώ από την άλλη προκάλεσε αυξήσεις στις τιμές άλλων χρηματοοικονομικών μέσων, τα οποία δεν μπορούν να υποστηριχθούν από τα θεμελιακά στοιχεία των εκδοτών. Αυτό που προκαλεί ακόμη εντονότερο προβληματισμό είναι η επόμενη μέρα της απόσυρσης των προγραμμάτων ποσοτικής χαλάρωσης από τις κεντρικές τράπεζες.

Σίγουρα τα μέτρα ποσοτικής χαλάρωσης είναι έκτακτα και η διατήρησή τους για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν είναι βιώσιμη. Ούτε όμως και η απότομη απόσυρσή τους ενδείκνυται, εφόσον θα δημιουργήσει κραδασμούς στις αγορές και αλυσιδωτά προβλήματα σε αρκετές οικονομίες, όπως οι αναδυόμενες.

Οι κεντρικές τράπεζες θεωρούν τα προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης «ζωντανούς οργανισμούς» που μπορούν να αναπροσαρμόζονται ανάλογα με τις συνθήκες της αγοράς και την πορεία των δημοσιονομικών δεικτών. Ένας άλλος παράγοντας ο οποίος θα διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στις αποφάσεις των κεντρικών τραπεζών είναι οι διακυμάνσεις στις διεθνείς αγορές συναλλάγματος.

Το βασικό ζητούμενο είναι ο τρόπος με τον οποίο η Ευρώπη και οι άλλες χώρες του πλανήτη θα αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις που συσσωρεύονται επικίνδυνα. Δυστυχώς, οι μέχρι τώρα πολιτικές κινήσεις στη σκακιέρα της παγκόσμιας οικονομίας δεν διευκολύνουν την αντιμετώπιση των προκλήσεων.